ΑΠΟΨΗ

Το στρες αυξάνει την ευπάθεια σε ορισμένες λοιμώξεις, όπως η COVID-19

to-stres-ayxanei-tin-eypatheia-se-orismenes-loimoxeis-opos-i-covid-190

Η πρόσφατη, συνεχιζόμενη πανδημία που οφείλεται σε λοίμωξη από τον ιό SARS-CoV-2, είναι μια παγκόσμια απειλή που έχει αναστατώσει την ισορροπία μεγάλου μέρους των ανθρώπινων κοινωνιών του πλανήτη, προκαλώντας έντονο, εκτεταμένο, και παρατεταμένο ψυχο-κοινωνικο-οικονομικό, αλλά και φυσικό, στρες στον άνθρωπο, τόσο σαν κοινωνία όσο και σαν άτομο. Η πανδημία COVID-19 μεταδόθηκε με ραγδαίους ρυθμούς σχεδόν σε όλο τον κόσμο και αναστάτωσε –και εξακολουθεί να αναστατώνει– την οργανωτική συνοχή πολλών χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Δεδομένου ότι το χρόνιο στρες παίζει τεράστιο αρνητικό ρόλο στην ανθρώπινη κοινωνιολογία, φυσιολογία, και παθολογία, ο έλεγχός του μπορεί να αλλάξει ραγδαία και θετικά τις κοινωνίες και το μέλλον τους.
 
Ως χώρα, είχαμε την ατυχία να εκτεθούμε στο στρες της πανδημίας πριν να έχουμε αποδράμει οριστικά από το στρες της οικονομικής κρίσης του 2008, μιας κρίσης που είχε και έχει δεινές ψυχο-κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις στους πολίτες μας. Εχουμε, λοιπόν, παρατεταμένο στρες σε προϋπάρχον έδαφος χρονίου στρες, ένα διπλό χτύπημα σε ένα λαό που ήδη υφίστατο τα αρνητικά στρεσογόνα ερεθίσματα μιας σύγχρονης, πρωτόγνωρης γι’ αυτόν, αχαλίνωτης καταναλωτικής κοινωνίας.
 
Οι βιολογικές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα στον οργανισμό κατά τη διάρκεια του χρόνιου στρες, εξηγούν την παθογένεση των ψυχικών, ψυχοσωματικών και σωματικών νόσων, που αποτελούν τα ονομαζόμενα «χρόνια, μη μεταδιδόμενα νοσήματα», όπως το άγχος, η κατάθλιψη, η παχυσαρκία, το μεταβολικό σύνδρομο, η υπέρταση, οι δυσλιπιδαιμίες, ο διαβήτης τύπου 2, η παρα-φλεγμονή, τα αυτο-άνοσα και αλλεργικά νοσήματα, τα σύνδρομα χρόνιας κόπωσης και πόνου, και πολλές μορφές καρκίνου, που σήμερα κατατρύχουν την ανθρωπότητα, και όχι μόνον. Αυτά τα πολύ συχνά νοσήματα ευθύνονται για την πλειονότητα της νοσηρότητας και θνησιμότητας της ανθρωπότητας. Αλλά και πέραν αυτών, το στρες αυξάνει την ευπάθεια σε ορισμένες λοιμώξεις –όπως, στις μέρες μας, η νόσος COVID-19– καθώς και στον καρκίνο.
 
Κατά την πανδημία αυξήθηκαν οι εκδηλώσεις –δηλαδή τα συμπτώματα και σημεία– των παραπάνω παθολογικών καταστάσεων. Υπήρξε σημαντική άνοδος των αγχωδών και καταθλιπτικών συναισθημάτων, της χρήσης ουσιών, των ριψοκίνδυνων συμπεριφορών, της επιθετικής και βίαιης συμπεριφοράς, των διαταραχών της διατροφής και του ύπνου, καθώς και των σωματοποιήσεων του στρες, όπως η κόπωση και οι διάφοροι χρόνιοι πόνοι. Επιπλέον, αναδύθηκαν στην επιφάνεια παθολογικές εκδηλώσεις άγνωστων παθήσεων ή γνωστών νοσηρών προδιαθέσεων που υπήρχαν σε «forme fruste» ή σε πλήρως υποκλινική μορφή.
 
Η ικανότητα ενός ανθρώπου να αντιμετωπίζει επιτυχώς το στρες με σχετική ευκολία, τόσο στην ένταση όσο και στη διάρκεια της προσαρμοστικής του αντίδρασης, λέγεται «ψυχοσωματική ανθεκτικότητα». Αντίστοιχα, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Και οι κοινωνίες βιώνουν βραχύ, ελεγχόμενο, αλλά και χρόνιο ανεξέλεγκτο στρες, και μπορούν να διαθέτουν «κοινωνική ανθεκτικότητα» σε απειλητικά στρεσογόνα ερεθίσματα, όπως αυτά μιας οικονομικής κρίσης ή μιας πανδημίας. Συνεπώς, και τα άτομα και οι κοινωνίες μπορούν, και φέρουν την ευθύνη, να είναι πάντα σε κατάσταση ετοιμότητας για την ομαλή προσαρμογή σε τρέχοντα και μελλοντικά στρεσογόνα ερεθίσματα.
 
Θεωρητικά, αυτό που βιώνουμε σήμερα με την πανδημία του κορωνοϊού θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί και να αντιμετωπιστεί καλύτερα, αν οι χώρες διέθεταν την πρότερη γνώση και είχαν αναπτύξει τις κατάλληλες δομές πρόληψης και θεραπείας. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά, και ένα από τα παράπλευρα οφέλη της πανδημίας θα μπορούσε να είναι η θωράκιση των κοινωνιών και των ατόμων στα σημαντικά στρεσογόνα ερεθίσματα του μέλλοντος, με την υιοθέτηση ορθολογικών στρατηγικών πρόβλεψης, πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης, και θεραπείας στρεσογόνων κρίσεων.
 
Το προσωπικό που στελεχώνει τις δομές πρόβλεψης, ανίχνευσης και αξιολόγησης του στρες παρεμβαίνοντας καταλυτικά σε κομβικούς σταθμούς μιας επιδημίας είναι οι ιατροί, το νοσηλευτικό προσωπικό και γενικότερα όσοι είναι στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης του προβλήματος. Αυτοί είναι οι πιο ευάλωτοι να νοσήσουν, αλλά και οι πιο επικίνδυνοι να μεταδώσουν τη νόσο στους οικείους τους και στον κοινωνικό τους περίγυρο. Για τον λόγο αυτό, είναι εντελώς απαραίτητη η ειδική φροντίδα του υγειονομικού προσωπικού έτσι ώστε να αποφεύγεται η «επαγγελματική ψυχοσωματική εξουθένωση», ένα καταθλιπτικό σύνδρομο στρες, που έχει ονομαστεί στα αγγλικά με τον μεταφορικό όρο burnout (κάψιμο), το οποίο έχει καταστροφικά αποτελέσματα και στον πάσχοντα φροντιστή υγείας αλλά και στον φροντιζόμενο ασθενή. Η επαγγελματική ψυχοσωματική εξουθένωση είναι απόρροια εξαντλητικής εργασίας, έλλειψης ύπνου, παθολογικής ενσυναίσθησης, ηθικών διλημμάτων, συναισθήματος έλλειψης ηγεσίας και υποστήριξης από τους ανωτέρους, και αποξένωσης από τους οικείους. Εγκατάλειψη και αλλαγή του επαγγέλματος είναι συνήθης σε αυτά τα άτομα, αλλά η έντονη δυσφορία, η απελπισία, και το αίσθημα μοναξιάς που έχουν μπορούν να τα οδηγήσουν σε αυτοκαταστροφικές σκέψεις, μέχρι και στην αυτοκτονία.
 
Είναι πολύ σημαντικό να γίνεται ορθολογική προληπτική και θεραπευτική παρέμβαση που να αυξάνει την κοινωνικο-ψυχο-σωματική ανθεκτικότητα των κοινωνιών, όπως οι κάτοικοι της χώρας μας, των ειδικών κομβικών πληθυσμών, όπως, κατεξοχήν, το υγειονομικό προσωπικό, και των πιο ευάλωτων ατόμων, με τις πλέον εμφανείς παθολογικές εκδηλώσεις. Η επιστήμη διαθέτει τις γνώσεις και τα τεχνολογικά εργαλεία για να προβλέψει, να προλάβει και να θεραπεύσει τις κοινωνικές και ατομικές στρεσογόνες κρίσεις, που πιθανόν να είναι καθ’ οδόν. Οι χώρες που θα χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση με τη δημιουργία ειδικών δομών, θα βρεθούν ένα τεράστιο βήμα μπροστά από τις άλλες και σε ηθικο-κοινωνικό, αλλά και σε οικονομικό επίπεδο.
 
Η ψυχο-κοινωνικο-οικονομική κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού SARS-CoV-2 έχει τεράστια αρνητική επίδραση στην ψυχοσωματική υγεία των πολιτών. Η επίδραση αυτή είναι πολλαπλάσια στους εργαζομένους των δομών υγείας, δεδομένου ότι αυτοί, όντας στο μέτωπο της αντιμετώπισης του ιού, έρχονται πρώτοι σε επαφή με τη νόσο και παραμένουν εκτεθειμένοι σε αυτή για παρατεταμένο και επανειλημμένο τρόπο. Γνωρίζουμε ότι οι αρνητικές επιδράσεις του στρες, που αφορούν και την ψυχική και τη σωματική υγεία των υγειονομικών, μπορούν να αντιμετωπιστούν και να εξουδετερωθούν ή μετριαστούν με την κατάλληλη ψυχοσωματική διαχείριση του στρες.
 
Συμπερασματικά, αναπτύσσοντας δομές ανίχνευσης, αξιολόγησης και διαχείρισης του στρες της πανδημίας στους εργαζομένους σε δομές παροχής ιατρικής φροντίδας είναι μία εκ των ων ουκ άνευ για τη χώρα ευεργεσία. Διαθέτουμε τους κατάλληλους φορείς, οι οποίοι μπορούν να οργανώσουν τέτοιες δομές παροχής φροντίδας με κέντρο την Αθήνα και κλάδους σε όλη την επικράτεια. Οι δομές αυτές θα παράσχουν υπηρεσίες στους εργαζομένους υγειονομικούς με κατευθείαν ανίχνευση, αξιολόγηση, και εκπαίδευση στη διαχείριση του στρες, καθώς και με διαδικτυακή εκπαίδευση και φροντίδα. Ως ένα παράπλευρο όφελος, τέτοιες δομές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και σε άλλους κομβικούς πληθυσμούς μιας επιδημίας, καθώς και να συμβάλουν στον ιατρικό «αλφαβητισμό» όλων των πολιτών της χώρας.
 
* Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας στο ΕΚΠΑ, διευθυντής του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Υγείας Μητέρας, Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας, επικεφαλής έδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής.