LIFE

GenX Mess: Ο χαμένος χρόνος

GenX Mess: Ο χαμένος χρόνος

Για να τιμήσουμε ένα από τα πιο παλιά hashtags των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, το Throwback Thursday, ελληνιστί “περασμένα μεγαλεία”, σήμερα θα ξεφυλλίσουμε το άλμπουμ “τι έκανα πέρσι τέτοια εποχή”. Είναι ένα κρίσιμο άλμπουμ γιατί περιέχει τις τελευταίες φωτογραφίες του εαυτού μας λίγο πριν αλλάξει η καθημερινότητά μας δραστικά, πριν ανησυχήσουμε για την υγεία μας και τη ζωή των αγαπημένων μας, πριν δυσκολευτούμε, θρηνήσουμε, παλέψουμε με την μοναξιά και την κρίση ψυχικής υγείας που επίσημα πια έχουμε στα χέρια μας. Είναι οι μέρες που ακούγαμε σαν ηχορύπανση τα νέα για έναν ιο και δεν δίναμε πολλή σημασία, συνεχίζαμε την ζωή μας όπως πάντα, μόνο κάπου κάπου χρησιμοποιούσαμε λίγο περισσότερο αντισηπτικό για τα χέρια από κάτι ξεχασμένα μπουκαλάκια στο βάθος του συρταριού.

Πέρσι τέτοια εποχή λοιπόν, ανέβαινα τον ιστορικό βράχο της Ακρόπολης με τους γιους μου και τον αδερφό μου. Ο Σύζυγος είχε μείνει στην Αμερική γιατί δίδασκε και δεν μπορούσε να πάρει άδεια, και εγώ σε μια βραδινή περιήγηση στο διαδίκτυο βρίσκοντας φθηνά εισιτήρια έλαβα τη θαρραλέα απόφαση να πετάξω μόνη μου με δύο παιδιά για 9,5 ώρες, Νέα Υόρκη-Αθήνα απευθείας σύνδεση, για να χαρώ τον Αττικό ήλιο και τους ανθρώπους μου που τον χαίρονται καθημερινά. Καλωσήρθατε στο Ελευθέριος Βενιζέλος είπε η φωνή και γέλασα μόνη. Τα παιδιά είχαν κοιμηθεί με το που μπήκαμε στο αεροπλάνο και ξύπνησαν μόνο για το πρωινό. Η πιο εύκολη πτήση της ζωής μου.

Στα πάτρια εδάφη, είδα πρώτα την Ελένη και τον Τζιμάκο, δηλαδή είδα μια μαμά με ένα αγόρι και σκέφτηκα “αχ, αυτοί μοιάζουν με την Ελένη και τον Τζιμάκο” και χαμογέλασα για την νοσταλγία μου, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι ήταν όντως αυτοί και είχαν έρθει να μας υποδεχτούν για έκπληξη. Τα παιδιά μας, που έχουν μοιραστεί ροδάκινα στην Σύρο και παστέλια στην Αθήνα από τότε που ήταν νήπια, άρχισαν αμέσως να παίζουν, σαν να μην έχουν περάσει ούτε μέρα χωριστά, έστελναν τα αυτοκινητάκια τους με φόρα στην άλλη άκρη του διαδρόμου και τσίριζαν από χαρά.

Οι γονείς μου είχαν μαζί όλα τα απαραίτητα: ΙΟΝ αμυγδάλου για μένα και παιχνίδια με σειρήνες που αναβοσβήνουν για τα παιδιά –κάτι που δεν θα διάλεγε ποτέ κανένας γονιός και θα έπρεπε να μετονομαστούν “τα παιχνίδια που μόνο οι παππούδες κάνουν δώρο”. Ο αδερφός μου πετούσε βαλίτσες στο πορτμπαγκάζ και έκανε αστεία, ενίοτε με έναν ανιψιό του σκαρφαλωμένο στους ώμους του. Αν έπρεπε να σου περιγράψω μια στιγμή απόλυτης ευτυχίας θα ήταν αυτή.

Τρεις εβδομάδες στην Αθήνα, καθώς στον υπόλοιπο πλανήτη ξετυλιγόταν σιγά σιγά το σενάριο επιστημονικής φαντασίας που θα γινόταν η καθημερινότητά μας τόσο γρήγορα. Ποδήλατο στην αυλή των παππούδων, καφές με ξαδέρφες στο μπαλκόνι, εισιτήρια για την έκθεση των Ρομπότ στον Ελληνικό Κόσμο, ανάβαση στον ιερό λόφο όπου τα παιδιά διάλεγαν πετρούλες για την συλλογή τους (μέχρι που ήρθε μια αρχαιολόγος και εξήγησε γιατί δεν είναι καλή ιδέα να παίρνουμε πέτρες από την Ακρόπολη), τζιν και τόνικ με την Θέτιδα στο Λοκάλι, αγκαλιές και άλλες αγκαλιές, συσκέψεις στα γραφεία του περιοδικού με την χαρά να τους βλέπω επιτέλους όλους από κοντά, μεσημεριανά με την Αντιόπη στην Κηφισιά, παιχνίδια με τον Τζιμάκο, λάσπες και φτυαράκια με την Μάγδα και τα παιδιά της στην παραλία, τα δικά μου παιδιά βουτηγμένα μέχρι τη μέση στο νερό ενώ όλοι οι άλλοι τουρτούριζαν.

Είχαμε έρθει από την παγωμένη Νέα Υόρκη των 3 βαθμών Κελσίου, στην ηλιόλουστη Αθήνα των 15. Μέχρι κι εγώ σκέφτηκα να βουτήξω –εντάξει υπερβολές, ούτε που μου πέρασε από το μυαλό, είπαμε, ζω στον αμερικάνικο βορρά, αλλά είμαι Ελληνίδα που ακόμα πιστεύει ότι αν βγεις έξω με βρεγμένα μαλλιά θα αρρωστήσεις.

Έχω σκόρπιες εικόνες από αυτές τις μέρες, τον μπαμπά μου να διαβάζει βιβλία στα παιδιά, την μαμά μου με έναν αχνιστό καπουτσίνο στο χέρι μετά από την επιτυχή αποστολή να κουρέψουμε τους μικρούς στο Dancing Scissors, χαρταετοί και χρωματιστές σερπαντίνες, η Αντζουλίνα να λέει τα νέα της μέσα στο αυτοκίνητο, η Λουκία να μας φέρνει στοίβες με παιδικά βιβλία στα ελληνικά, η μυρωδιά από μπάρμπεκιου και καφέ και τσουρέκια και οι φίλες μου να ρίχνουν το κεφάλι πίσω και να γελάνε δυνατά και εγώ να μαζεύω, να μαζεύω, να μαζεύω στιγμές και ήχους και πραγματικές αγκαλιές με την λαιμαργία του μετανάστη –και τώρα είμαι τόσο ευγνώμων γι’ αυτό, τα έχω κρατήσει μαζί μου για να βγάλω αυτόν τον χρόνο που πέρασε και όσο ακόμα χρειαστεί να περάσει για να μπορέσουμε να ταξιδέψουμε με ασφάλεια.

Η πτήση της επιστροφής ήταν στις αρχές του Μαρτίου, στις οθόνες έπαιζαν οι ειδήσεις για την αρχή αυτής της καταστροφής που πέρασε η Ιταλία και τα πρώτα κρούσματα της Ελλάδας στην Θεσσαλονίκη. Δεν φορούσαμε μάσκες, δεν είχαμε καταλάβει ακόμα το μέγεθος αυτού που μας περίμενε. Εκείνο το Σαββατοκύριακο μετά την επιστροφή μας, πήρα τον μεγαλύτερο γιο μου, Ορφέα, για μια μέρα περιπλάνησης στο Μανχάταν, επισκεφτήκαμε το ψυχεδελικό χώρο τέχνης Zero Space και μετά συναντήσαμε μια τεράστια παρέα στην Bleeker St του μποέμικου Greenwich Village για να γιορτάσουμε τα γενέθλια του Χρήστου.

Όλα αυτά τώρα μου φαίνονται τόσο εξωπραγματικά, ο κόσμος, ο συνωστισμός, τα μουσεία, οι παρέες στο εσωτερικό των εστιατορίων. Εκείνες τις μέρες οι Νεοϋορκέζοι είχαν αρχίσει να αποφεύγουν τον υπόγειο και περπατούσαν δεκάδες τετράγωνα, εγώ έλουζα το παιδί με αντισηπτικό, αλλά κατά τα άλλα, η ζωή κυλούσε κανονικά. Αυτό το κανονικά που τώρα μας φαίνεται τόσο τρελό.

Και κάτι ακόμα πιο τρελό: Πριν από το ταξίδι μας είχα πάει και στις επιδείξεις της Εβδομάδας Μόδας της Νέας Υόρκης, η είδηση για τον ιό μόλις είχε αρχίσει να αιωρείται γύρω από το κεφάλι μας, αλλά για μέρες καθόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο να ψιθυρίζουμε σχόλια για τα δεμένα πουλόβερ του Michael Kors και να τσιμπάμε σοκολατάκια από τους δίσκους που περιφέρονταν στη Rodarte. Κόσμος από όλο τον πλανήτη, μοντέλα, σελέμπριτις, δημοσιογράφοι, φωτογράφοι, αναπνέαμε τον ίδιο αέρα σε κλειστούς χώρους και αγκαλιάζαμε τους γνωστούς μας σε κάθε ευκαιρία.

Την επόμενη εβδομάδα μετά την άφιξή μας από την Αθήνα, ακυρώθηκε η συναυλία για την οποία είχαμε εισιτήρια και έκλεισε το σχολείο “προσωρινά” για δύο εβδομάδες. Εκείνο το Σαββατοκύριακο είδα τα άδεια ράφια των σούπερ μάρκετ σαν κακό οιωνό. Έναν χρόνο μετά, ο Ορφέας ακόμα δεν έχει μπει μέσα σε τάξη, δεν έχει ξαναπάει σε μουσείο, σε εστιατόριο, σε παρέα με φίλους που μπορούν να αγκαλιάζονται και να εύχονται χρόνια πολλά με φιλιά. Κανείς μας δεν έχει δει τους φίλους του να ρίχνουν το κεφάλι πίσω και να γελάνε δυνατά χωρίς μάσκες ή την μεσολάβηση μιας οθόνης.

Η οικογένειά μου παραμένει σε άλλη ήπειρο και ο οι γιοι μου δείχνουν στους παππούδες τις ζωγραφιές τους πάντα εκτός focus, αλλά εκείνοι τσιρίζουν με ενθουσιασμό έτσι κι αλλιώς. Δεν έχουν γίνει άλλες επιδείξεις μόδας με πραγματικό κοινό, το MET Gala και οι τελετές βραβείων ακυρώνονται, από την Νέα Υόρκη ως το Λος Άντζελες η Αμερική γέμισε ψυγεία για τους νεκρούς της, ο ανεκδιήγητος 45ος Πρόεδρος είπε ότι “τον νίκησε” τον ιό, ο 46ος προσπαθεί να μαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Πριν λίγες μέρες, ο 8χρονος Ορφέας, το ατρόμητο, κοσμογυρισμένο παιδί που πέρσι σήκωσε το χέρι του να συμμετέχει στο troupe των χορευτών δρόμου στην Times Square χωρίς να πτοηθεί από το τεράστιο πλήθος που παρακολουθούσε ή από το γεγονός ότι κάποιοι ακροβάτες κατέληξαν να πηδάνε στον αέρα πάνω από το κεφάλι του (κυριολεκτικά), είπε ότι αυτός είναι ο χειρότερος χρόνος της ζωής του. Και ότι νιώθει πως δεν ανήκει πουθενά. Ότι ίσως αν πεθάνει δεν θα λείψει σε κανέναν.

Η δασκάλα του και ο σύμβουλος στο σχολείο μου είπαν ότι το ακούν πολύ συχνά και να μην ανησυχώ, αλλά μου έδωσαν μια λίστα με “σημάδια” ότι το παιδί έχει τάσεις αυτοκτονίας. Ο παιδοψυχολόγος μπορεί να δει τους ασθενείς του μόνο μέσω zoom και είναι φοβερά δύσκολο να διαβάσει τη γλώσσα του σώματός τους. Η κυβερνήτης της πολιτείας ανακοινώνει ποσοστά για την τεράστια κρίση ψυχικής υγείας που ξετυλίγεται καθώς μιλάμε και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό.

Ας ξεκινήσουμε με μια μεγάλη απόφαση, ότι αυτό που περνάμε δεν είναι προσωρινό, εφήμερο, ένα διάλειμμα. Είναι ήδη ένας χρόνος από την ζωή μας και συνεχίζεται. Άρα τα μέτρα, οι αποφάσεις, τίποτα δεν μπορεί να είναι προσωρινό, εφήμερο, βιαστικό, ένα φτηνό χανζαπλάστ πάνω σε μια τεράστια τομή που χρειάζεται χειρουργικά ράμματα. Χρειαζόμαστε θάρρος και αλλαγές σε βάθος. Το κλείσιμο ενός ολόκληρου πληθυσμού μέσα, είχε νόημα σαν μέτρο εκτάκτου ανάγκης, στην αρχή, για να κερδίσουμε χρόνο να κάνουμε αυτές τις αλλαγές. Έναν χρόνο μετά, είναι απλώς κατάχρηση εξουσίας λόγω ανικανότητας.

Με την ίδια λογική, λέμε πως αν ξέραμε ότι τα παιδιά θα μείνουν εκτός σχολείου έναν ολόκληρο χρόνο, δεν θα είχαμε αρκεστεί στο zoom, θα είχαμε μιλήσει για σοβαρές υποδομές να γίνει ασφαλής η αίθουσα. Τώρα ξέρουμε όμως. Όπως ξέρουμε ότι χρειάζεται εξαερισμός και εξοπλισμός των δασκάλων και μικρότερα τμήματα. Οι παιδίατροι που σημείωναν με σηκωμένο φρύδι τα λεπτά της ημέρας που άφηνα τα παιδιά να δουν την Πέπα το Γουρουνάκι και μου έβαζαν αυστηρά όρια σύμφωνα με την Αμερικάνικη Παιδιατρική Ακαδημία, τώρα έχουν αποσιωπηθεί καθώς τα στήνουμε μπροστά από μια οθόνη όλη μέρα, κάθε μέρα, ακόμα και κλαίγοντας ότι πονάνε τα μάτια τους, και αν λείψουν παίρνουν απουσίες.

Στην οθόνη κάνουν μάθημα, εξωσχολικές δραστηριότητες, κουβέντες με τους φίλους και τους παππούδες τους. Εμείς που δεν είχαμε ούτε τηλεόραση στο σπίτι μας, ζούμε στο πιλοτήριο του Enterprise, οθόνες και κάμερες παντού και μια δασκάλα δευτέρας δημοτικού που με βλέπει με τη ρόμπα και τον καφέ κάθε πρωί να περνάω πίσω από τον βαριεστημένο Ορφέα.

Χαμένη χρονιά λένε όλοι. Χαμένη χρονιά, έτσι απλά. Λες και είναι αποδεκτό να χαθεί μια ολόκληρη χρονιά από τη ζωή μας. Το πιο πολύτιμο πράγμα, ο χρόνος μας σ’ αυτόν τον πλανήτη, η ποιότητά του, διαγράφεται έτσι, με ανάλαφρη αδιαφορία, με μια καταχρηστική μονοκονδυλιά, λες και έχει κανείς αυτήν την αδιανόητη εξουσία να πάρει τέτοια απόφαση.

Να μια ιδέα λοιπόν: ας σταματήσουμε να έχουμε στο μυαλό μας προσωρινά ημίμετρα και ας αρχίσουμε να παίρνουμε αποφάσεις με ένα καινούργιο σύνθημα: ούτε μια μέρα χαμένη. Ούτε ώρα. Γιατί κανείς μας δεν ξέρει πόσες έχουμε ακόμα για να σπαταλήσουμε έτσι άδικα λόγω ανικανότητας ή αδιαφορίας. Τελείωσε το περιθώριο των έκτακτων μέτρων. Της αναμονής. Της ζωής στην άκρη. Τώρα είναι η σειρά των άλλων, των ουσιαστικών, των σοβαρών. Όχι για να γυρίσουμε στις σκηνές σαν αυτές που γέμιζαν το άλμπουμ των προηγούμενων χρόνων. Αλλά για να φτιάξουμε ένα καινούργιο, φετινό, που να αξίζει όμως να το θυμόμαστε.

Δημοσιεύτηκε στο Vogue.gr – Διαβάστε περισσότερα εδώ