ΠΟΛΗ

Η πρωτεύουσα με τις εξασθενημένες ανάσες που δεν είναι πια αρκετές

i-proteyoysa-me-tis-exasthenimenes-anases-poy-den-einai-pia-arketes-2071607

Γ​​εννήθηκα στην Αθήνα, σε ένα από τα ιστορικά μαιευτήριά της, ίσως και για αυτό η αγάπη μου για την Ιστορία. Εχω περάσει όλη μου τη ζωή στους δρόμους και τα πεζοδρόμιά της, ερχόμενος από τον Βύρωνα συχνά με τα πόδια. Δεν πρόλαβα το γιασεμί και τους λασπωμένους δρόμους της, αλλά πρόλαβα τη Μητροπόλεως πριν πεζοδρομηθεί χαμηλά στο Μοναστηράκι. Εζησα τη μετάβαση της Αθήνας από τη φάση της ανέμελης ανακάλυψης σε εκείνη της αγχωτικής ρευστότητας, τώρα τη ζω και σε μια τρίτη φάση, εκείνη του κυνισμού.

Ως μαθητής την έζησα γύρω από το Παγκράτι και τις καφετέριες της Υμηττού πριν η πλατεία Πλαστήρα γίνει τρέντι. Η οικογενειακή ιεροτελεστία επέβαλλε ανελλιπώς τις κυριακάτικες επισκέψεις στην Εθνική Πινακοθήκη ή σε κάποιο μουσείο. Το Αμφιθέατρο του Ευαγγελάτου ήταν η οικογενειακή έξοδος που την περιμέναμε πάντα με χαρά.

Φοιτητικά πέρασα υπέροχα με πολλές γλυκές αναμνήσεις στο Κουκάκι, όταν ακόμα ήταν γειτονιά. Με θυμάμαι να περιδιαβαίνω τα στενά στο Θησείο και στου Ψυρρή όταν οι καφετέριες και τα μεζεδοπωλεία μετριόντουσαν ακόμα στα δάχτυλα των χεριών. Εζησα τα πρώτα θέατρα-αποθήκες πριν γίνουν καθεστώς. Η Φωκίωνος Νέγρη στην Κυψέλη ήταν η σαββατιάτικη μάζωξή μας.

Την άφησα για λίγα χρόνια την Αθήνα για τη Γαλλία, αλλά ξαναγύρισα στην γκριζάδα της που νίκησε τελικά την κεντροευρωπαϊκή αστική οργάνωση. Το Γκάζι, τα Ανω Πετράλωνα, οι πρώην εμπορικοί δρόμοι γύρω από την Αγ. Ειρήνη, η μπερδεμένη Καραγεώργη Σερβίας, η μπαρούπολη της Κολοκοτρώνη, ακόμα και η Αθηνάς και οι κάθετοι σε αυτήν δρόμοι έγιναν τα νέα σημεία αναφοράς. Η νέα Αθήνα της κρίσης είναι εδώ με τα προσεγμένα μπαρ, τις πολλές καφετέριες και μια νέα δυναμική στη διασκέδαση. Αναπολώ μάλιστα τον υπέροχο Αύγουστο που πέρασα σε αυτή τη νέα νυχτερινή Αθήνα, το πρωί δουλειά, το βράδυ στην αγκαλιά της μεταμορφωμένης και ανακουφισμένης από τα πλήθη πόλης.

Και όταν ξεκίνησα να δουλεύω στο κέντρο, συνειδητοποίησα πόσο δύσκολη είναι η πόλη για τον εργαζόμενο. Το τελευταίο διάστημα η εικόνα της Αθήνας έχει γίνει δραματικότερη, η ατμόσφαιρα με το που βγει λίγος ήλιος πνιγηρή, σε κάθε γωνιά της άνθρωποι που παρακαλούν για λίγα ευρώ, και τι περίεργο, όσο ερημώνουν τα κτίρια της πόλης τόσο αυξάνουν οι άστεγοί της, άνθρωποι, συχνά μεγάλης ηλικίας, που κάνουν όλες τις δουλειές για το προς το ζην (κουλούρια, λούστροι, λαχεία). Το χειρότερο όλων, πουθενά η πόλη δεν βγάζει νεύρο, επιχειρηματικότητα, ζωντάνια, ανθρώπινη υγεία. Καμία πνευματική παραγωγή, παρά ομόκεντροι κύκλοι που πρέπει να δηλώνουν υποταγή στην αυθεντία. Το εγκαταλελειμμένο τσιμέντο, που συμβόλιζε κάποτε την ανάπτυξη, τώρα πνίγει τα πάντα. Οι δημόσιες υπηρεσίες φορτωμένες με ταλαιπωρημένους υπαλλήλους και ακόμα πιο ταλαιπωρημένους πολίτες. Οι φοιτητές της χάνονται στα στέκια τους και στην πολυδιάσπαση του Καποδιστριακού. Η Αθήνα μοιάζει το πρωί να πεθαίνει και το βράδυ κάπως να παίρνει εξασθενημένες ανάσες που κι αυτές όμως μοιάζουν να σβήνουν.

Το 1834, όταν οι Τούρκοι άφηναν την Αθήνα πίσω τους, ο μετέπειτα πρώτος καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Λουδοβίκος Ρος έγραφε για την Αθήνα: «Αυτό είναι μονάχα ένας θεόρατος σωρός ερείπια, μια άμορφη, ομοιόμορφη γκριζωπή μάζα στάχτης και σκόνης, απ’ όπου ξεπροβάλλουν μια ντουζίνα φοίνικες και κυπαρίσσια, τα μόνα που αντιστέκονται στη καθολική ερήμωση…».
Η Αθήνα απέδειξε ότι μπορεί να ξεπεράσει τις δύσκολες στιγμές που της επεφύλασσε η Ιστορία, μπορεί ίσως και τώρα, στην τρίτη φάση που περνάμε μαζί…

*Ο κ. Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι δρ Μεσογειακών και Ανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Στρασβούργου.