ΠΟΛΗ

Μ’ ένα καράβι αγκαλιά

m-ena-karavi-agkalia-2115118

​​Πρώτος από το σαπιοκάραβο πήδηξε ο πατέρας, μετά άρπαξε τα παιδιά και τ’ άφησε στην ακτή. Eξι ώρες ταξίδευαν από τα παράλια της Τουρκίας στη Ρόδο. Αργότερα έφτασαν στον Πειραιά και κατευθείαν στο σπίτι μου (το πώς βρέθηκαν στη Νέα Σμύρνη είναι μια άλλη ιστορία). Τα κουρασμένα παιδιά, ενάμισι το κοριτσάκι και δυόμισι το αγοράκι, έβλεπαν τα πάντα με περιέργεια. Μπροστά στον υπολογιστή έδειχναν στους γονείς τους τις φωτογραφίες από την απόβασή τους στο Αιγαίο που είχαν ήδη δημοσιευτεί. Τα μικρά και η μητέρα τους δεν είχαν ξαναδεί ούτε θάλασσα ούτε καράβια στο βόρειο Ιράκ. Τους έφτιαξα ένα χάρτινο καραβάκι που έπλεε σε ένα πιάτο με νερό. Τα μάτια των παιδιών ξανάβρισκαν τη χαρά. Επειτα έφυγαν για τον βορρά της Ευρώπης που υπόσχεται –λέγεται– μια αξιοπρεπή ζωή για τους πρόσφυγες.

Τους σκέφτομαι αυτές τις μέρες: μέρες που στολίζονται τα σπίτια κι οι πλατείες, ευκαιρία να λάμψει διαφορετικά η καθημερινότητά μας. Κι εγώ από παιδί στόλιζα στο χωριό ένα αγριοπούρναρο με αιχμηρά φύλλα. Το στόλιζα με στολίδια που έφτιαχνα μόνος μου. Ενήλικας σταμάτησα το δέντρο, άφηνα κάτι λίγα διακοσμητικά που να θυμίζουν Χριστούγεννα. Μάλιστα, απ’ όταν έφυγε και ο πατέρας μου, σταμάτησα εντελώς τα γιορτινά.

Ομως φέτος, μετά το πέρασμα των προσφύγων, ήθελα να ξαναστολίσω, κι έτσι κατέφυγα στο παλιό μου ταλέντο, της χειροτεχνίας. Εφτιαξα ένα καράβι ένα μέτρο μακρύ με αδιάβροχη καρίνα. Μαΐστρα και γάμπια από πανί. Στα κατάρτια του τύλιξα μικρά λαμπιόνια. Εφτιαξα φιγούρες παιδιών και τις σκόρπισα από την πρύμνη μέχρι την πλώρη και πιο ψηλά στους ιστούς.

Λέω να το περιφέρω στην πόλη, στα κακοφωτισμένα στενά της Ομόνοιας, στη Βάθης, στη Βίκτωρος Ουγκώ, στην Αγίου Παύλου, στη Φερρών, στην Ηπείρου, στην Αλκιβιάδου, στη Φυλής, στην Αριστοτέλους, στο Πεδίον του Αρεως, στην πλατεία Βικτωρίας –ειδικά εκεί– να αράξουμε. Να το δουν όσοι ένιωσαν τον φόβο ενός φουσκωτού ή ενός καϊκιού να χαροπαλεύει στα κύματα. Να έρθουν παιδιά και να παίξουν με τις μικρές φιγούρες στο κατάστρωμα. Και από εκεί, κρατώντας το αγκαλιά, να μπω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά, μια οικεία διαδρομή απ’ την εποχή που ήμουνα ναύτης.

Ξέρω, θα με κοιτούν παράξενα, ποσώς που θα με νοιάζει. Στον Πειραιά, στο λιμάνι, θα προχωρήσω στην άκρη μιας προβλήτας και θα το ρίξω προσεκτικά στη θάλασσα. Να ’ναι σούρουπο για να λάμπουν τα φωτάκια. Να το παρατηρώ στο πέλαγος να πλέει, φωταγωγημένο, φορτωμένο με ευχές. Κάθε λαμπιόνι η ψυχή ενός παιδιού που χάθηκε άδικα στο πέλαγος πριν προλάβει να ανοιχτεί στον κόσμο. Οταν το καραβάκι των παιδιών θα έχει πια χαθεί από το βλέμμα μου, θα γυρίσω πίσω με τα πόδια χαζεύοντας τα στολισμένα μπαλκόνια και τις βιτρίνες, ελπίδες αραγμένες στην στεριά…

…στο μεταξύ, στο Skype, τα παιδιά στη Φινλανδία με χαιρετάνε μέσα από ένα αστόλιστο μικρό διαμέρισμα. Το παράθυρο, πίσω τους, καδράρει θαμπά ολόλευκα δέντρα, χιονισμένα. Τους δείχνω το καράβι που ετοιμάζω – λίγο χρώμα ακόμη, λίγο καλαφάτισμα. «Θα γράψω το όνομά σας επάνω», τους λέω, κι ας μην καταλαβαίνουν. «Ραχάντ και Σιβέρ».

Ελπίζω να δέσει σύντομα στο Ελσίνκι.

* Ο κ. Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Πρόσφατο μυθιστόρημα: «Ζωή μεθόρια», εκδ. Πατάκη 2015.