ΠΟΛΗ

Κάντε κάτι να μας αρέσετε

stoas1

Τ​​ετάρτη βράδυ, κατηφορίζαμε τη Σταδίου, από το Σύνταγμα προς τον Ιανό, για την εκδήλωση την αφιερωμένη στους γελοιογράφους της «Καθημερινής». Ημασταν τρεις άνθρωποι, σχεδόν μόνοι στον δρόμο και οι ελάχιστοι άλλοι που κυκλοφορούσαν είχαν έναν βιαστικό αέρα στο βήμα τους, σαν να διέσχιζαν επικίνδυνη ζώνη. Οι άστεγοι είχαν καταλάβει τις θέσεις τους στα πεζοδρόμια της Τράπεζας της Ελλάδος, του Εσπέρια, του Ακρον-Ιλιον, του Κάουφμαν και οι εγκαταστάσεις τους συνεχίζονταν μέχρι την Πλατεία Κλαυθμώνος, τον πεζόδρομο της Κοραή, ώς την Ομόνοια. Ρακένδυτοι και τσακισμένοι είχαν αρχίσει τα νυχτερινά τους αλισβερίσια.

Περνώντας από τα αποκαΐδια του «Αττικόν», θυμώσαμε για άλλη μια φορά με το θέαμα και η καλή μου φίλη με ενημέρωσε ότι ο Δήμαρχος, Γιώργος Καμίνης, φιλοδοξεί να αποκαταστήσει το ρημαγμένο κτίριο μέχρι το τέλος της θητείας του. Στον Ιανό μας υποδέχθηκαν οι φύλακες της πόρτας και βρεθήκαμε σε άλλη επικράτεια, ανάμεσα σε ανθρώπους της πολυποίκιλης, αδέσποτης Αριστεράς.

Μια μελαγχολική επαρχία

Εφυγα πριν τελειώσει η βραδιά, κατά τις 10.30 και βγήκα μόνη στη Σταδίου, που ήταν πια παντέρημη, παραδομένη σε ένα ανώνυμο, ηττημένο πλήθος, κρυμμένο κάτω από βρώμικα παπλώματα και χαρτόκουτες. Ανηφόρισα τον πεζόδρομο της Κοραή, ήταν όλα κλειστά, η είσοδος του κινηματογράφου «Αστυ», ασθενικά φωτισμένη, θύμιζε μελαγχολική επαρχία, η στοά άδεια και υποφωτισμένη. Μερικά ζευγάρια νέων προσπαθούσαν να εντοπίσουν την πιο ακίνδυνη κατεύθυνση. Μειώσαμε σιωπηλά τις αποστάσεις μας και προχωρήσαμε προς το φανάρι της Πανεπιστημίου. Εκεί ο ανώνυμος πληθυσμός ήταν σε κίνηση, ανάπηροι σε καροτσάκια, φιγούρες που εμφανίζονταν και χάνονταν στα σκοτεινά, νέοι άντρες που είχαν βυθιστεί στις μαστούρες του ταλίρου, άλλοι με αβέβαιη ισορροπία που τις έψαχναν, τα βαποράκια στα σκαλοπάτια των Προπυλαίων και στο προαύλιο της Βιβλιοθήκης, ένα νευρικό πάρε-δώσε για το μεροκάματο ή το ταξίδι της βραδιάς.

Διασχίσαμε την Πανεπιστημίου, δοκιμάσαμε να προχωρήσουμε προς τον πεζόδρομο της Παλαιών Πατρών Γερμανού –ανάμεσα στα κτίρια της Πρυτανείας και της Ακαδημίας Αθηνών– φτάσαμε μέχρι την αρχή της, ήταν σκοτεινή και κατειλημμένη από τις σκιές εμπόρων και πελατών. Κάποιοι ταξίδευαν ήδη, χυμένοι στα πεζούλια και άλλοι έψαχναν φλέβα για να αρχίσουν την πτήση τους. Κάναμε μεταβολή και προτιμήσαμε τη Ρήγα Φεραίου. Στις στάσεις της έρημης Ακαδημίας, όσοι λίγοι περίμεναν λεωφορεία και τρόλεϊ πολιορκούνταν από υπάρξεις που έβγαιναν από τις σκιές για να εξασφαλίσουν λίγη ακόμη άσπρη σκόνη. Περίμενα σφιγμένη στο παλτό μου με μυς τεντωμένους. Δεν με απειλούσαν τα ερείπια των ανθρώπων, αλλά το ναυάγιο μιας ολόκληρης πόλης, η παράλυση των αρχόντων της, της ελίτ της, η μεγαλόστομη, αυτάρεσκη φλυαρία των προοδευτικών της.

Γραφειοκρατία

Αυτός ήταν ένας νυχτερινός περίπατος στην καρδιά της πρωτεύουσας, στις τρεις κεντρικές αρτηρίες της, τις γεμάτες από τα σύμβολα που συγκροτούν την ταυτότητά της. Το καμένο «Αττικόν» περιμένει χρόνια, όχι μόνο την αναστήλωσή του, αλλά τη δυναμική απάντηση μιας πόλης στον σκοτεινό, πρωτόγονο, κουκουλοφορεμένο, καταστροφικό θυμό. Περίσσεψαν οι πομπώδεις καταδίκες για τη βία «από όπου και αν προέρχεται, αλλά αυτή η βία έχει στήσει, στη γωνία Σταδίου και Χρήστου Λαδά, ένα αποτρόπαιο μνημείο των κατορθωμάτων της. Το συνηθίσαμε, το προσπερνάμε και όταν ρωτάμε για τη μοίρα του, μαθαίνουμε ότι υπάρχουν γραφειοκρατικά προβλήματα, δύο ιδρύματα που καβγαδίζουν, οικονομικές εκκρεμότητες, που δεν διευθετούνται. Τι ωραίος θρίαμβος της βίας «από όπου και αν προέρχεται»! Την επόμενη μέρα ρώτησα την καλή μου φίλη: αν ο δήμαρχος δεν προλάβει να αποκαταστήσει το «Αττικόν», μήπως καταφέρει να φωτίσει λίγο καλύτερα τους δρόμους της περιοχής, να δυσκολέψει το εμπόριο ναρκωτικών στη σκιά της Τριλογίας, να τοποθετήσει μερικούς προβολείς στα κτίριά της, να κινητοποιήσει τους πανεπιστημιακούς και ακαδημαϊκούς ενοίκους τους να ενδιαφερθούν για την κατάντια της; Να αποδώσει το κέντρο στους κατοίκους, που το συντηρούν με τους φόρους τους; Να επιστρατεύσει όσους έχουν πλήθος απόψεων για το μέλλον μας να συγκροτήσουν αποτελεσματικά κοινωνικά κινήματα; Ή τουλάχιστον να διαφημίσει της Αθήνας τη νύχτα ως σκηνικό για ταινίες δυστοπικής φαντασίας;

Η φίλη μου μού είπε να του γράψω: Κάντε κάτι να μας αρέσει, κύριε Δήμαρχε, κάντε κάτι να μας αρέσετε.

* Η Ουρανία Λαμψίδου είναι δημοσιογράφος – blogger.