Το μέλλον του κλίματος στο Παρίσι

4' 50" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Εκπρόσωποι άνω των 190 χωρών συνεδριάζουν στο Παρίσι για να οριστικοποιήσουν μια συμφωνία που επιδιώκει να περιορίσει την ανθρώπινη επίδραση στο κλίμα. Ωστόσο, οποιοσδήποτε πανηγυρισμός επισκιάζεται από δύο αφυπνιστικές επιστημονικές αλήθειες, οι οποίες αποδυναμώνουν την αποτελεσματικότητα ακόμα και των πιο φιλόδοξων σχεδίων που θα συζητηθούν σχετικά με τη μείωση των εκπομπών.

Η πρώτη αλήθεια είναι ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, του αερίου του θερμοκηπίου που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία, συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα και παραμένουν εκεί για αιώνες, μέχρι να απορροφηθούν με αργούς ρυθμούς από τα φυτά και τους ωκεανούς. Αυτό σημαίνει ότι το μόνο που μπορούν να καταφέρουν οι μετριοπαθείς μειώσεις των εκπομπών είναι να καθυστερήσουν την αύξηση της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, όχι και να την αποτρέψουν. Επομένως, ακόμα και εάν οι παγκόσμιες εκπομπές, μέσα στα προσεχή 50 χρόνια, μειώνονταν, κατά 20%, από τα επίπεδα που θα έφταναν στην περίπτωση του σεναρίου της «μη δράσης», ο αναμενόμενος διπλασιασμός της συγκέντρωσης των εκπομπών θα καθυστερούσε μόλις 10 χρόνια, δηλαδή από το 2065 στο 2075.

Οι άνευ όρων εθνικές δεσμεύσεις που έκαναν οι χώρες εν όψει της συνάντησης του Παρισιού, προσβλέπουν στη μείωση των συνολικών εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2030 μόλις 3% κάτω από το 8% που θα αυξάνονταν στην περίπτωση του σεναρίου της «μη δράσης». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα χρειαστούν δραστικές μειώσεις ώστε να σταθεροποιηθεί η ανθρώπινη επίδραση στο κλίμα σε υποτιθέμενα «ασφαλή» επίπεδα. Σύμφωνα με τα σενάρια από τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος των Ηνωμένων Εθνών, οι παγκόσμιες ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές θα πρέπει να πέσουν από τα σημερινά επίπεδα των πέντε μετρικών τόνων σε λιγότερο από έναν τόνο μέχρι το 2075. Ενα τέτοιο κατά κεφαλήν επίπεδο εκπομπών είναι πολύ χαμηλότερο από αυτό που εκπέμπει σήμερα κάθε μεγάλη χώρα και είναι ανάλογο με εκπομπές χωρών όπως η Αϊτή, η Υεμένη και το Μαλάουι. Συγκριτικά, οι σημερινές ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Κίνας είναι, 17, 7 και 6 τόνους αντίστοιχα.

Η δεύτερη επιστημονική αλήθεια, η οποία προκύπτει από την ιδιομορφία των μορίων του διοξειδίου του άνθρακα, αφορά στο ότι η επίδραση που έχει το αέριο στη θέρμανση της ατμόσφαιρας δεν αλλάζει αναλογικά με τη συγκέντρωση, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Συνεπώς, μικρές μειώσεις θα έχουν όλο και μικρότερη επίδραση στο κλίμα όσο αυξάνεται η συγκέντρωσή τους στην ατμόσφαιρα. Η πρακτική συνέπεια αυτής της βραδείας λογαριθμικής εξάρτησης είναι ότι η εξάλειψη ενός τόνου εκπομπών στα μέσα του 21ου αιώνα, θα έχει το μισό ψυκτικό αποτέλεσμα που θα είχε η ίδια στα μέσα του 20ού αιώνα.

Αυτές οι δύο επιστημονικές πραγματικότητες μετατρέπουν τις μειώσεις των εκπομπών σε έναν αργοκίνητο μοχλό όσον αφορά τον περιορισμό της ανθρώπινης επίδρασης στο κλίμα. Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικές πραγματικότητες συνωμοτούν κάνοντας τη μείωση των εκπομπών μια δύσκολη υπόθεση. Η ενεργειακή ζήτηση, η οποία είναι στενά συσχετισμένη με την αύξηση του εισοδήματος και του επιπέδου διαβίωσης, αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 50% μέχρι τα μέσα του αιώνα, ωθούμενη από την οικονομική πρόοδο στις αναπτυσσόμενες χώρες και από την αύξηση του πληθυσμού σε 9,7 δισεκατομμύρια από 7,3 που είναι σήμερα.

Η φθηνή και βολική λύση

Τα ορυκτά καύσιμα, από τα οποία δεν θα ξεμείνουμε σύντομα, τροφοδοτούν σήμερα τον κόσμο με το 80% της ενέργειας και αποτελούν συνήθως το φθηνότερο, πιο βολικό μέσο για να καλυφθεί η αυξανόμενη ενεργειακή ζήτηση. Επίσης η χρήση ορυκτών καυσίμων εξακολουθεί να υιοθετείται ευρέως από τις αναπτυσσόμενες χώρες όσο αυτές βρίσκονται στη διαδικασία κατασκευής υποδομών ενέργειας.

Αλλά και στον ανεπτυγμένο κόσμο, οι υποδομές ενέργειας, όπως τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τα καλώδια μεταφοράς, τα διυλιστήρια και οι πετρελαιαγωγοί, αλλάζουν με αργούς ρυθμούς, λόγω του υψηλού κόστους κεφαλαίου και της μεγάλης διάρκειας ζωής των εγκαταστάσεων, και λόγω του ότι διαφορετικά τμήματα του ενεργειακού συστήματος πρέπει να λειτουργούν μαζί (π.χ. τα αυτοκίνητα, τα καύσιμά τους και οι υποδομές καυσίμων πρέπει όλα να είναι συμβατά).

Μακρινή προοπτική

Συνδυαστικά, τα επιστημονικά και κοινωνικά δεδομένα καθιστούν τη σταθεροποίηση της συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, πόσω μάλλον τη μείωσή της, μια μακρινή προοπτική. Συνεπώς, ακόμα κι αν ο πλανήτης πασχίζει να μειώσει τις εκπομπές, η ανθρώπινη επίδραση στο κλίμα, για αρκετές δεκαετίες, δεν πρόκειται να μειωθεί.

Ετσι, μέτρα όπως η ανύψωση των θαλάσσιων τειχών ή η στροφή σε καλλιέργειες που είναι ανθεκτικές στην ξηρασία, κρίνονται ήδη υψίστης σημασίας. Ευτυχώς, η προσαρμογή βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων του Παρισιού συμπληρωματικά με τη μείωση των εκπομπών. Η προσαρμογή μπορεί να αποβεί αποτελεσματική. Οι άνθρωποι σήμερα ζουν σε κλίμα το οποίο εκτείνεται από τους τροπικούς μέχρι την Αρκτική και έχουν προσαρμοστεί σε πολλές κλιματικές αλλαγές. Στην περίπτωση της προσαρμογής, είναι αδιάφορο εάν η κλιματική αλλαγή έχει φυσικά ή ανθρωπογενή αίτια, ωστόσο χωρίς αμφιβολία η προσαρμογή θα είναι πιο δύσκολη εάν το κλίμα αλλάζει γρήγορα (όπως είχε γίνει στο παρελθόν από φυσικά αίτια) και, όπως και με τη μείωση των εκπομπών, θα οδηγήσει σε ανισότητες, αφού οι πλούσιοι θα μπορούν να προσαρμοστούν ευκολότερα από τους φτωχούς. Σε ένα κλίμα που αλλάζει, τα οικοσυστήματα που καλούνται να προσαρμοστούν θα έχουν την ανάγκη μιας πιο στενής παρακολούθησης και μιας βαθύτερης κατανόησης του φυσικού κόσμου από εκείνη που έχουμε σήμερα. Ο κρίσιμος ρόλος της προσαρμογής σχετικά με την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες της κλιματικής αλλαγής απαιτεί μια βαθύτερη ανάλυση και μια υψηλότερου επιπέδου συζήτηση σχετικά με τη φύση, την αποτελεσματικότητα, την επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής και του κόστους των διάφορων στρατηγικών της προσαρμογής. Οποια όμως και εάν είναι η έκβαση των συζητήσεων στο Παρίσι, ή μελλοντικών προβληματισμών περί εκπομπών ρύπων και κλίματος, η πραγματικότητα είναι ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνεχίσουν να προσαρμόζονται, όπως έκαναν πάντα…

* O Steven E. Koonin, διευθυντής του Κέντρου Αστικής Επιστήμης και Προόδου στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, διετέλεσε αναπληρωτής υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ από το 2009 έως το 2011. Πριν, υπήρξε επικεφαλής επιστήμονας της BP, όπου εργάστηκε πάνω στις ανανεώσιμες τεχνολογίες και τις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT