ΥΓΕΙΑ

Ανάλυση: Κατ’ οίκον απομόνωση των υγειονομικών και των ευπαθών ομάδων

analysi-kat-oikon-apomonosi-ton-ygeionomikon-kai-ton-eypathon-omadon-2382402

Η πανδημία του COVID-19 βρίσκεται σε σαφέστατη ύφεση τις τελευταίες εβδομάδες στη χώρα μας, ωστόσο η ασύμμετρη απειλή επανόδου της με μεγάλη ένταση συνεχίζει να επικρέμεται πάνω από την καθημερινότητά μας.

Στην πρώτη φάση της πανδημίας ως χώρα επιτύχαμε να περιορίσουμε σημαντικά τον αριθμό των απωλειών ανθρωπίνων ζωών, αναλαμβάνοντας ένα σημαντικό κόστος στην καθημερινότητά μας, στις προτεραιότητές μας, στις συνήθειές μας, στην οικονομία μας. Άξιζε την προσπάθεια, καθώς η ανθρώπινη ζωή δεν μπαίνει στο ισοζύγιο με κανένα κοινωνικοοικονομικό αντίβαρο.

Σήμερα, μαζί με το γενικό αίσθημα ικανοποίησης για την επιτυχή μέχρι στιγμής διαχείριση της πανδημίας από την χώρας μας, οφείλουμε να εστιάσουμε και στις όποιες αβλεψίες και παραλείψεις υπήρξαν, με στόχο να είμαστε εγκαίρως πολύ καλύτερα προετοιμασμένοι για το επόμενο κύμα της πανδημίας. Απευχόμαστε την έλευσή του και έχουμε όλοι μας χρέος να τηρούμε τις βασικές προφυλάξεις για να την εμποδίσουμε, αλλά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την πιθανότητα να εμφανιστεί και να εξελιχθεί ταχέως. Επομένως, η προετοιμασία πρέπει να γίνεται καθημερινά σε όλα τα επίπεδα, διότι αν υπάρξει αιφνίδια έξαρση κρουσμάτων ο χρόνος μας να αντιδράσουμε θα είναι ελάχιστος.

Κρίσιμη παράμετρος για την πορεία και εξέλιξη της πανδημίας αποτελεί το υγειονομικό προσωπικό της χώρας και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σωματικά και ψυχικά, αλλά και οι εργασιακές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλείται να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του. Μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να ελαττώνονται, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται αδιάκοπα.

Ένα ιδιαίτερο ζήτημα με το οποίο οι υγειονομικοί έρχονται αντιμέτωποι στη διάρκεια της πανδημίας είναι η καθημερινή πιθανότητα έκθεσης στο παθογόνο αίτιο. Παρά τις προσπάθειες για ειδικές προφυλάξεις, είναι ανάγκη να διευκρινιστεί ότι αυτές δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται από το σύνολο του προσωπικού όλων των τμημάτων, εργαστηρίων και κλινικών των υγειονομικών δομών, καθώς ο ειδικός εξοπλισμός δεν επαρκεί. Βεβαίως, ίσως και να μην χρειάζεται, εφόσον η διαλογή των περιστατικών ασθενών γίνεται σωστά και ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα κατευθύνονται σε ειδικά τμήματα, όπου υπάρχει η δυνατότητα τήρησης ειδικών προστατευτικών μέτρων. Από την άλλη πλευρά, πάντοτε μπορεί κάποια περιστατικά ασθενών να διαλάθουν της διαλογής, είτε λόγω ανθρωπίνου σφάλματος είτε λόγω έλλειψης συμπτωματολογίας, και να κατευθυνθούν σε άλλα, μη ειδικά εξοπλισμένα τμήματα. Κατά συνέπεια, όχι μόνο ο κίνδυνος διασποράς στις δομές υγείας δεν μπορεί να εκμηδενιστεί, αλλά και η πιθανότητα έκθεσης του υγειονομικού προσωπικού κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι, καθώς τα γενικά μέτρα προστασίας μειώνουν μεν δραστικά τον κίνδυνο μετάδοσης, δεν είναι όμως δυνατόν να τον εξαλείψουν πλήρως.

Οι υγειονομικοί, ως φυσικό επακόλουθο, μαθαίνουν να ζουν με αυτόν τον κίνδυνο. Είναι, βέβαια, μέρος του καθήκοντός τους. Το δυστυχές είναι, ότι αυτό το καθήκον, αποτελεί δυνητικά πηγή κινδύνου πρώτα απ’ όλους για τις οικογένειες και τους οικείους τους και κατά δεύτερο λόγο για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο μέσω των κοινωνικών επαφών. Όπως συμβαίνει σε όλες τις επαγγελματικές ομάδες, έτσι και στην περίπτωση των υγειονομικών πολλοί έχουν συζύγους, παιδιά και γονείς με τους οποίους μοιράζονται την ίδια στέγη. Κάποιοι εξ αυτών ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Η καθημερινότητα όλων επηρεάζεται αρνητικά, καθώς ουδείς γνωρίζει ποιά μέρα ο δικός τους άνθρωπος θα επιστρέψει από την εργασία του ανακοινώνοντάς τους πως οφείλουν όλοι να τεθούν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Το χειρότερο, βέβαια, είναι ότι στη διάρκεια του κατ’ οίκον περιορισμού θα είναι όλοι σημαντικά εκτεθειμένοι σε γνωστή δυνητική πηγή μόλυνσης.

Το ερώτημα είναι, πώς μπορεί αυτός ο κίνδυνος να ελαττωθεί. Προφανώς, μόνο μέσω της “κοινωνικής αποστασιοποίησης” για τα μέλη της οικογένειας. Στην περίπτωση, δηλαδή, που κάποιος υγειονομικός εκτίθεται σε ασθενή θετικό σε κορωνοϊό χωρίς τις ειδικές προφυλάξεις, να μπορεί να διαμένει για όσο διάστημα απαιτηθεί σε άλλη κατοικία. Η πολιτεία μπορεί να περιλάβει στον σχεδιασμό της τη δυνατότητα διαμονής για το υγειονομικό προσωπικό σε χώρο για τον οποίο θα μεριμνήσει η ίδια, σε περίπτωση επισφαλούς έκθεσης σε κρούσμα κορωνοϊού. Επί παραδείγματι, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό αυτό δωμάτια ξενοδοχείων.

Είναι κρίσιμο για την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας να διαφυλάξει την ασφάλεια των οικογενειών του προσωπικού, ώστε και η διασπορά του κορωνοϊού να μειώνεται και η ψυχική κατάσταση του υγειονομικού προσωπικού να του επιτρέπει να ανταπεξέλθει στα καθήκοντά του με τη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα. Πολύ περισσότερο, τη στιγμή που η περίοδος της “καραντίνας” για το προσωπικό των δομών υγείας περιορίζεται υπό προϋποθέσεις στο ήμισυ των 14 ημερών του γενικού κανόνα, όχι για να διευκολυνθούν οι εργαζόμενοι στο σύστημα υγείας αλλά για να ανταπεξέλθει το ίδιο το σύστημα υγείας στις ανάγκες των ασθενών.

Αναμφίβολα, ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλες επαγγελματικές ομάδες ή και να γίνει οριζόντιο, αφορώντας πρωτίστως όσους ζουν στο ίδιο σπίτι με ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Εξάλλου, η προστασία των ευπαθών ομάδων αποτελεί αναντίρρητο και υψηλότατο στόχο στην περίοδο της πανδημίας.

Όλα τα προαναφερθέντα δεν κινούνται στη σφαίρα της φαντασίας, είναι εφικτά. Μπορεί τέτοια μέτρα να μην ελήφθησαν σε χώρες με πολύ μεγαλύτερη διασπορά του κορωνοϊού και με μεγαλύτερη οικονομική ευρωστία σε σχέση με την Ελλάδα, είναι όμως καιρός η πατρίδα μας να περάσει στην πρωτοπορία των πρωτοβουλιών στον χώρο της υγείας. Η αγαστή συνεργασία του υγειονομικού προσωπικού με την Πολιτεία μπορεί να οδηγήσει σε αυτή την εξέλιξη, καθώς η Ελλάδα στον υγειονομικό τομέα διαθέτει υψηλής κατάρτισης και δεξιοτήτων στελεχιακό δυναμικό και οι υστερήσεις του συστήματος υγείας, για την προφύλαξη τόσο των ασθενών όσο και του προσωπικού, οφείλονται κυρίως σε οργανωτικές αδυναμίες. Η λήψη ειδικών οργανωτικών μέτρων για την περίοδο της πανδημίας μπορεί να οδηγήσει και στη δημιουργία νέων οργανωτικών δομών του συστήματος υγείας για τη διαχείριση κρίσεων, οι οποίες άλλωστε θα αποτελέσουν πολύτιμη παρακαταθήκη για μελλοντική διαχείριση τόσο υγειονομικών όσο και άλλης φύσεως κρίσεων.