ΠΡΟΣΩΠΑ

Σ. Σόρογκας: «Ζωγραφίζω τον κόσμο τον θνήσκοντα από αγάπη για ζωή»

s-sorogkas-zografizo-ton-kosmo-ton-thniskonta-apo-agapi-gia-zoi-2034371

«Εμείς οι Ηπειρώτες ζούμε με τις αντιθέσεις μας. Θα έχετε ακούσει για τα περίφημα μοιρολόγια στους γάμους», μου λέει ο Σωτήρης Σόρογκας αμέσως μόλις γνωριζόμαστε και ταυτοποιούμε την κοινή μας καταγωγή. Με αυτήν τη φράση δεν ανακαλύπτουμε μόνο την ηπειρώτικη φλέβα, αλλά μου δίνει και τη λέξη-κλειδί που αποκωδικοποιεί το αίσθημα που είχα όλη την ώρα κοιτάζοντας την έκθεσή του σε αυτό το υπέροχο ποιητικό νησί του Αργοσαρωνικού. Τον δεύτερο μήνα του καλοκαιριού απέναντι από τη θάλασσα που ο ποιητής έγραψε την «Κίχλη» του, εκεί που οι νέοι κρατιούνται χέρι χέρι και τα παιδιά τρέχουν ξέφρενα με τα ποδήλατά τους, μια έκθεση στην γκαλερί Citronne μεταφέρει υπόγεια, μυστικά την ανθρώπινη μοίρα. Μέσα από τα μικρά και μεγάλα ξύλα, τα καΐκια και τις βαρκούλες, ο Σωτήρης Σόρογκας σαν ένας άλλος Ιωσήφ συνδέει, προστατεύει, ξορκίζει αλλά και πραγματεύεται τη φθορά, την εγκατάλειψη και τη σήψη, μαζί με τη χαρά της ζωής, που χωρίς αυτή η φθορά δεν θα είχε την αξία της.

Το υδάτινο στοιχείο. «Εκεί στη Θεσπρωτία μου άρεσε να ψαρεύω από μικρό παιδί. Είχα μια βαθιά σχέση με το νερό. Το διαπιστώνω στον εαυτό μου όσο μεγαλώνω. Οταν βρέχει, κάτι ενεργοποιείται μέσα μου βαθύ και τρυφερό μαζί».

Ο τρόπος που ενώνονται τα ξύλα στα έργα του. «Το σίδερο, τα καρφιά είναι όλα αυτά κρυμμένα, πιθανότατα υπαγορεύονται από έναν κόσμο μυστικό και αδιευκρίνιστο, ο οποίος αναδύεται ορισμένες φορές χωρίς να το γνωρίζουμε. Λέμε πράγματα ή αισθανόμαστε κάτι το οποίο δεν είναι δυνατόν να διατυπωθεί. Και διατυπώνεται μέσω της ζωγραφικής με ένα χρώμα, με ένα καρφάκι. Νομίζω ότι η ζωγραφική είναι κάτι εξαιρετικά σπουδαίο και τρυφερό για τον άνθρωπο και λυπάμαι βαθύτατα που τώρα πια οι νέοι δεν ζωγραφίζουν. Εχουμε γίνει πλέον οι κυνηγοί του εντυπωσιακού. Και το φτιάχνεις επί τούτω για να πεις κάτι και αυτό το κάτι εξαντλείται μόλις ειπωθεί γιατί καθίσταται μονοδιάστατο. Ενώ μπορείς με τον ελάχιστο χώρο, με ένα χρώμα, με ένα απλό σχέδιο να κάνεις τον άλλον να συγκινηθεί βαθύτατα. Η ζωγραφική όπως και η καλή ποίηση έχει κάτι το πολυδιάστατο και πολυσήμαντο. Και μεταφράζεται με μια αμφισημία».

Οι αντιθέσεις: «Φέρνω αυτά τα έργα στην γκαλερί Citronne εξαιτίας ενός πολύ τρυφερού ανθρώπου όπως είναι η ιδιοκτήτρια της γκαλερί κ. Σπινάρη. Την εκτιμώ βαθύτατα. Είναι από τους σπάνιους ανθρώπους που κυκλοφορούν στον χώρο. Το ότι έχει δημιουργήσει εδώ στον Πόρο έναν πυρήνα καλλιτεχνικό και πολιτιστικό μαζί είναι σπουδαίο. Και έχω πάντα την τάση σε ό,τι καλό γίνεται να θέλω να συμμετέχω. Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι ολόκληρη η ζωγραφική μου από τα πρώτα σπουδαστικά μου χρόνια, μέχρι σήμερα –και το συνειδητοποίησα στην τελευταία μου έκθεση στο μουσείο Μπενάκη– ήταν τα ρημαγμένα, σάπια ξύλα, οι έρημοι τόποι. Λίγο λίγο κορυφώνεται με αυτά τα ξύλα που μονάζουν σε μια ερημιά του χρόνου. Αυτόν τον κόσμο τον θνήσκοντα ζωγραφίζω και αναρωτιόμουν πάντα “γιατί έχω τέτοιες ροπές;”. Ακόμα και σήμερα παραμένει αδιευκρίνιστο το ερώτημα. Αλλά όσο περνάει ο καιρός τόσο καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ένα είδος υπεραγάπης για τη ζωή που με κάνει να τρέμω στη σκέψη της αναχώρησης. Και για αυτό τον λόγο ίσως η Κική Δημουλά έχει γράψει για τα έργα μου, ότι «χαϊδεύω τη φθορά μήπως και καταφέρω να επιβιώσει και άλλο».

Η σχέση του με την κόρη του – η νεότητα απέναντι στη φθορά: «Αυτή η σχέση είναι πολύ παρήγορη για μένα. Η αγάπη που έχω για την κόρη μου είναι τόσο μεγάλη που ακόμα και η σκέψη του θανάτου με παρηγορεί, διότι είναι σαν να συνεχίζεται η ζωή και η δική μου μέσω αυτού του προσώπου. Η έννοια της συνέχειας. Ισως αυτό να επηρεάζει και ολόκληρη την ανθρωπότητα και απλά γίνεται συνειδητά στα δικά μας κοντινά πρόσωπα».

Συμβολισμοί του ξύλου: «Αγαπώ το ξύλο. Στάθηκε αρωγός στη ζωή μου διότι έτυχε να έχω δύο θείους μαραγκούς. Επιαναν από παιδί τα χέρια μου, σκάλιζα πράγματα και όταν έφτιαξα ένα εξοχικό σπίτι, έφτιαξα μέσα ένα μαραγκούδικο για να διορθώνω τραπεζάκια. Μέσα μου το ξύλο έχει ταυτιστεί με πολλά άγια πράγματα, τα καΐκια, οι εικόνες της Ορθοδοξίας, τα παραθυρόφυλλα των παλιών σπιτιών… Κάποια στιγμή είχα πάει στο χωριό του πατέρα μου για να τον δω έναν χρόνο πριν πεθάνει, εγώ ήμουν περασμένα πενήντα, και με πήγε σε έναν μαχαλά να μου δείξει πού ήταν το παλιό σπίτι. Και πράγματι ήταν πεσμένες πέτρες, ρημάδια, ένα παραθυράκι και πιο κει ένα σάπιο ξύλο. Μόλις το είδα, πήγα και το σήκωσα, με παρέπεμψε σε αμφίπλευρη βυζαντινή εικόνα. Το πήρα μαζί μου και πραγματικά έχω ένα από τα πιο τρυφερά έργα. Δεν το έχω εκθέσει, παρά μόνο το 1985 το έφερα στην Πινακοθήκη Πιερίδη μαζί με άλλα ξύλα και αυτό, το αληθινό ξύλο, το οποίο μάζεψα από κάτω και διατήρησα από τη φθορά του χρόνου σε λινό ύφασμα».

​​Η έκθεση στην γκαλερί Citronne στον Πόρο του Σωτήρη Σόρογκα με τίτλο «Θαλασσινά Ξύλα» θα διαρκέσει μέχρι το τέλος Ιουλίου.