ΠΡΟΣΩΠΑ

«Για μας ήταν δάσκαλοι αλλά και πατέρες μας»

gia-mas-itan-daskaloi-alla-kai-pateres-mas-2063502

Το «Hara Kiri»  (ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 1960, μακρινός συγγενής του οποίου ήταν η δική μας «Βαβέλ») υπήρξε ένα εμβληματικό γαλλικό περιοδικό, ανατρεπτικό, βλάσφημο και αθυρόστομο. Η σάτιρά του δεν γνώριζε όρια, δεν γνώριζε συμβάσεις. Δεν σεβόταν τίποτα, παρά μόνον την ελευθερία του λόγου, την απόλυτη ελευθερία του λόγου. Βαθύτατα πολιτικό, έριχνε τις αιχμές του παντού, σε θεούς και δαίμονες, χωρίς διακρίσεις. Σε εκείνες τις σελίδες φιλοξενήθηκαν κόμικς κάποιων από τους πιο σημαντικούς Γάλλους δημιουργούς, όπως ο Reiser, ο Moebius, ο Cabu, ο Wolinski. Ηταν σκίτσα άκομψα, κακόγουστα, βρώμικα, ανατρεπτικά, προκλητικά, λάγνα, πρόστυχα, μαύρα, σκληρά, πίσω από το χιούμορ κρυβόταν η οδύνη, τα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα, η θλίψη. Ηταν πένες που έζησαν έντονα τον Μάη του ’68 και που δεν έπαψαν να κουβαλούν εκείνο το πνεύμα, πένες που πήραν συγκεκριμένη θέση, πένες σαν λεπίδες. Το 1970, το Hara Kiri απαγορεύτηκε όταν σάρκασε τον θάνατο του Σαρλ ντε Γκωλ και στη θέση του ξεφύτρωσε το Charlie Hebdo – το όνομά του δεν παραπέμπει μόνο στον κεντρικό ήρωα των «Peanuts» Charlie Brown, αλλά και στον Ντε Γκωλ.

Τα χρόνια πέρασαν και νέα φουρνιά από ταλαντούχους, τολμηρούς και αυθάδεις σχεδιαστές, όπως οι Charb και Tignus, ένωσαν τις πένες τους με τους παλαιότερους, για ένα περιοδικό που εγκιβώτιζε ριζοσπαστικές, φιλελεύθερες ιδέες. Ενα περιοδικό που ενοχλούσε… Τα δραματικά  γεγονότα  της  7ης Ιανουαρίου είναι πλέον γνωστά.

Για τα πρόσφατα δραματικά γεγονότα, για τον Wolinski (τον πιο γνωστό στο ελληνικό κοινό από τους νεκρούς) και την παρέα του, για εκείνη τη γενιά των σκιτσογράφων, για τα όσα πρέσβευαν, για τη γνωριμία τους με αυτούς, μιλούν τρεις από τους σημαντικότερους εγχώριους κομίστες και σκιτσογράφους.

Πέτρος Ζερβός
«Κρατάμε το οξυγόνο τους»

Καταρχήν το έγκλημα στο Παρίσι είναι από μόνο του συγκλονιστικό. Για μας τους σκιτσογράφους για έναν επιπλέον λόγο: Δολοφονήθηκαν συνάδελφοί μας με το έργο των οποίων μεγαλώσαμε και επηρεαστήκαμε. Ανήκω στη γενιά σκιτσογράφων που ξεκίνησε να δουλεύει αρχές της δεκαετίας του ’80. Αν και υπήρχαν περιοδικά που προετοίμασαν το έδαφος όπως το «Μαμούθ» και η «Κολούμπρα», η έκδοση της «Βαβέλ» το 1981 ήταν αυτή που τάραξε τα νερά. Εκεί και αργότερα και στο «Παραπέντε» γνωρίσαμε τη γαλλική σχολή της σάτιρας, άμεσα επηρεασμένης από τον γαλλικό Μάη.

Στο στόχαστρό της περιλάμβανε τα πάντα, χωρίς στεγανά ανάμεσά τους, όπως την πολιτική, το σεξ, τη θρησκεία κ.λπ. χωρίς να υπάρχουν θέματα-ταμπού, και μ’ έναν τρόπο που στην Ελλάδα ήταν αδιανόητος – και γιατί δεν προϋπήρχε και γιατί επέκτεινε τα όρια της σάτιρας στην επικράτεια του «ασεβούς», «ανήθικου», «ακραίου» κ.λπ.

Μου έκανε από τότε εντύπωση σε σκιτσογράφους όπως ο Wolinski και ο Reiser η αντίθεση ανάμεσα στη δύναμη της λεζάντας ή των διαλόγων, αν ήταν κόμικς, και την απλότητα, το χειρονομιακό χωρίς φιοριτούρες, ελλειπτικό, σχεδόν ναΐφ αλλά γεμάτο εκφραστικότητα σκίτσο.

Το χτύπημα στο Charlie Hebdo είναι χτύπημα στην ελευθερία του λόγου στην καρδιά της χώρας που κατακτήθηκε. Ταυτόχρονα στοχεύει στην καλλιέργεια του φόβου που παραλύει κάθε διάθεση αμφισβήτησης προς κάθε Αυθεντία, Εξουσία, Δόγμα και Προκατάληψη. Και με τη μισαλλοδοξία που, παράλληλα, ενσπείρει είναι βούτυρο στο ψωμί του φασισμού που σηκώνει κεφάλι στην Ευρώπη. Το έγκλημα στο Παρίσι δεν αντιπαραθέτει τον Δυτικό κόσμο με το Ισλάμ, αλλά τον απλό άνθρωπο που όπου γης, διεκδικεί βασικά δικαιώματα και ελευθερίες που την εποχή που ζούμε ισοπεδώνονται και από την άλλη τη γεμάτη επιθετικότητα «θρησκεία» των αγορών, τον φασισμό και, συμπληρωματικά μ’ αυτά, τους ακραίους τζιχαντιστές που όλοι τους μετέρχονται τον φόβο, τη μισαλλοδοξία, την καταστολή, τη βλακεία και τον φανατισμό για να κάμψουν κάθε πνεύμα αντίστασης.

Για μας τους σκιτσογράφους η καλύτερη απάντηση στο τρομοκρατικό χτύπημα είναι να διεκδικήσουμε σαν οξυγόνο το πνεύμα της σάτιρας που με το αίμα του πλήρωσε το προσωπικό του Charlie Hebdo.

Soloup
«Μια βαλίτσα με όνειρα»

Το Charlie Hebdo ήταν μια βαλίτσα. Μια βαλίτσα ταλαιπωρημένη απ’ τα χρόνια, που κουβαλούσε όμως μέσα της αρκετές από τις ιδέες και τα όνειρα του Μάη του ’68. Ο,τι έχει απομείνει δηλαδή από μια εποχή που οι άνθρωποι είχαν κηρύξει τον πόλεμο ενάντια στην υποκρισία, στις κοινωνικές συμβάσεις και στον συντηρητισμό. Μια βαλίτσα γεμάτη σκίτσα που θύμιζαν αυτοσαρκαστικά –όπως έκανε ο Wolinski– πως η ανθρωπότητα έκανε τότε την εξέγερσή της απέναντι σε αυτό που έμελλε να ξαναγίνει στη συνέχεια: μια κοινωνία γεμάτη υποκρισία, κοινωνικές συμβάσεις και συντηρητισμό. Ομως το ότι υπήρχε και επιβίωνε ακόμη και σήμερα αποτελούσε μια ελπιδοφόρα ένδειξη για τη συνέχεια. Για τις μάχες που έχουν να δοθούν για την ελευθερία του λόγου και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Να πούμε όμως και κάτι που μας αφορά. Η γενιά του Wolinski, δηλαδήο Edika, o Gotlib, o Reiser, o Sempe, αλλά και τόσοι ακόμα σε Ευρώπη και Αμερική, αφού μιλάμε για μια παγκοσμιοποιημένη τέχνη (Altan, Crepax, Feiffer, Munoz, Crumb, Quino…), αποτύπωσαν μέσα στα ανατρεπτικά τους σκίτσα μιαν άλλη, πιο επιθυμητή, ανθρωπότητα. Με χιούμορ, με φαντασία, με διάθεση να σχολιάσουν οτιδήποτε στραβό υπάρχει στις σύγχρονες κοινωνίες. Ετούτα τα σκίτσα αποτέλεσαν και την αφετηρία και για τα σύγχρονα ελληνικά κόμικς στη μεταπολίτευση. Οταν άνθρωποι που σπούδαζαν στην Ευρώπη και είχαν γνωρίσει από πρώτο χέρι την αφρόκρεμα των εναλλακτικών κόμικς άνοιξαν επιστρέφοντας περιοδικά, όπως η «Κολούμπρα», το «Μαμούθ», η «Βαβέλ», το «Παραπέντε» και τόσα μα τόσα ακόμα. Στις σελίδες τους μας πρωτοσυστήθηκε ο Wolinski και η τρελοπαρέα του. Σε αυτές τις σελίδες προσπάθησε και πρώτη φουρνιά Ελλήνων δημιουργών κόμικς να φτιάξει παρόμοιες με αυτούς ιστοριούλες. Να σκαρώσει τα δικά της κόμικς. Ετσι, για μας ο Wolinski και η παρέα του δεν είναι απλά ένα θύμα τρομοκρατικής μισαλλοδοξίας. Είναι, όπως καταλαβαίνετε, κάτι πολύ παραπάνω. Είναι δάσκαλός μας και πατέρας μας.

Ηλίας “etc”Ταμπακέας
«Πέθανε ένα κομμάτι μου»

«Επίθεση με Καλάσνικοφ στα γραφεία του Charlie Hebdo!».

«Οχι, δεν είναι δυνατόν!».

«Μήπως είναι τρολιά; Ισως ακόμη και των ίδιων;».

Αλλά φευ… Δώδεκα νεκροί μεταξύ των οποίων και σκιτσογράφοι τους οποίους οι δολοφόνοι αναζήτησαν με όνομα… Και τι ονόματα! Η αφρόκρεμα του γαλλικού σκίτσου: Charb, Cabu, Tignous, Wolinski.

«Ο Wolinski; Οχι, δεν είναι δυνατόν!». «Ο μέγας Wolinski;!».

Από τη δολοφονία του John Lennon έχω να νιώσω έτσι για τον άδικο χαμό ενός καλλιτέχνη.

Και το μυαλό μου πηγαίνει πίσω… Πίσω όταν τον πρωτογνώρισα εγώ κι η γενιά μου μέσα από τις σελίδες της Βαβέλ, του θρυλικού περιοδικού κόμικς (κι όχι μόνο) ήδη από τα πρώτα του τεύχη στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η Βαβέλ μας γνώρισε την πρωτοπορία των κόμικς και πολιτικής στην Ευρώπη. Μείναμε άναυδοι από την τόλμη, «αυθάδεια», ελευθερία του εικονοκλαστικού, ιστορικού, γαλλικού σατιρικού έντυπου Hara-Kiri (και την κατοπινή μετεξέλιξή του σε Charlie Hebdo) με τον φοβερό αυτοχαρακτηρισμό ως “Journal bête et méchant” («Εφημερίδα ανόητη και μοχθηρή») και κορυφαίους σκιτσογράφους τους Reiser και Wolinski. Ο Reiser έφυγε πολύ νωρίς, ενώ ο Wolinski παρέμεινε ενεργός στις επάλξεις μέχρι τα 80 του χρόνια όταν τον σκότωσαν.

Αν και φαινομενικά ανόμοιοι ο Reiser είχε τα ίδια θεμελιώδη χαρακτηριστικά, που κάνουν κάποιον κορυφαίο σκιτσογράφο, με τον Wolinski:

• Ακολούθησε αυτό που λένε ότι ο γελοιογράφος πρέπει να διαθέτει «ακρίβεια χειρουργού και ένστικτα χασάπη»!

• Είχε μια φοβερή αμεσότητα που πήγαζε από τη φαινομενική απλοϊκότητα του σκίτσου και του λόγου των γελοιογραφιών και των κόμικς του.

• Πάντα επαναστατικός, πάντα το παιδί που έδειχνε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

• Ηταν πάντα απέναντι στην οποιαδήποτε εξουσία, ηλιθιότητα και σοβαροφάνεια – και όταν κάποιες φορές τα τρία συνδυάζονταν έστηνε γλέντι και χορό…

• Δεν χάρισε κάστανα ποτέ σε κανένα είτε αυτός ήταν αριστερός, δεξιός, αρχηγός κράτους, μικροαστός, άντρας, γυναίκα, όποια πιστεύω κι αν είχε…

• Σατίρισε τις ανθρώπινες σχέσεις, πάθη, επαφές, υποκρισίες.

Ενα κομμάτι δικό μου πέθανε με τον Wolinski…