ΠΡΟΣΩΠΑ

Ψαραντώνης: «Ολα τα παίζω, μόνο χορδές να έχουνε»

_dsc1778
_dsc2221
_dsc2244
_dsc2308
_dsc2429
_dsc2454
_dsc2511
_dsc2192
_dsc2151
_dsc1898
_dsc2167
_dsc2274

Ηταν Απρίλιος του 2009 όταν ο διάσημος λυράρης, αδερφός του Νίκου Ξυλούρη, μας υποδέχτηκε στο χωριό του, τα Ανώγεια.

Μιλάει για μουσική και αλλάζει όψη. Τα μάτια του πετούν φωτιές. Βαστάει τη λύρα του και παίζει μελωδίες που κρατούν από παλιά, απ’ τους αρχαίους. «Οι Κουρίτες που προστάτευαν τον Δία έπαιζαν κρουστά. Αυτό δεν είναι μυθολογία, πραγματικότητα είναι», λέει. Γέροντας και σοφός, ευγενής και περιπαιχτικός, με βαθιά γνώση της παράδοσης και πίστη στην ουσία των πραγμάτων –γιατί έτσι μεγάλωσε, έτσι έμαθε– ο Ψαραντώνης δεν μπαίνει σε καλούπια, δεν ανήκει σε κατηγορίες. Και δε συμβιβάζεται.

Η συνάντησή μας έχει κανονιστεί στο χωριό του, τα Ανώγεια. Δε μεσολάβησε καμία εταιρεία, κανένας ατζέντης. Τον ίδιο τον βρήκαμε ένα βράδυ που έπαιζε στην Αθήνα με το συγκρότημά του και τη Νίκη Ξυλούρη, την κόρη του. Το ραντεβού μας το κανονίσαμε τηλεφωνικώς και ο Ψαραντώνης το σημείωσε στο μικρό μαύρο ημερολόγιο που δε λείπει ποτέ από την τσέπη του παντελονιού του. Οπως δε λείπει και η ατζέντα με τα τηλέφωνα, όπως και ένα μάτσο χαρτάκια και κάρτες που του δίνουν εδώ κι εκεί. «Οποιος φτάσει, παιδί μου, πρώτος, περιμένει τον άλλο», μου είχε πει και πράγματι έτσι έγινε.

Το σπίτι των πνευμάτων

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ο Ψαραντώνης μένει στο Γάζι, κοντά στο Ηράκλειο και τριάντα χιλιόμετρα μακριά (και αμέτρητες στροφές) από τα Ανώγεια με τις τέσσερις χιλιάδες μόνιμους κατοίκους(!) στην αγκαλιά του Ψηλορείτη.

Σημείο συνάντησης η πλατεία του Αη Γιώργη. Η χαρακτηριστική φιγούρα με τα γκρίζα μαλλιά και τα μακριά γένια εμφανίζεται πίσω από το τζάμι του οδηγού. Μας κάνει νόημα, παρκάρει, έρχεται να μας χαιρετήσει. «Πάμε στο Περαχώρι, στο σπίτι μας»; Πάμε! Το Περαχώρι είναι η κάτω γειτονιά των Ανωγείων· εκεί που μεγάλωσε. Φτάνουμε στο σπίτι της οικογένειας Ξυλούρη. Εδώ, τα τελευταία χρόνια ζει μονάχα η αδερφή του, η Ζουμπουλιά. Το μισό σπίτι το έχει πάρει ο δρόμος και το μεγαλύτερο μέρος της εναπομείνασας πατρικής οικίας το έχει μετατρέψει η Ζουμπουλιά σε μουσείο. Φωτογραφίες, αφίσες, δώρα, αφιερώσεις του μεγάλου ερμηνευτή και αδερφού τους, Νίκου Ξυλούρη, του Ψαραντώνη, των παιδιών του Αντώνη, που είναι και αυτά μουσικοί, των παιδιών του Νίκου που δεν έγιναν μουσικοί –«Ο Νίκος δε τα ’θελε μουσικούς, μην ‘‘αρρωστήσουν’’ και τα σπούδασε», λέει η Ζουμπουλιά- εικόνες όλης της οικογένειας, αδερφών (έξι στο σύνολο), παιδιών, ανιψιών και εγγονιών· ένα μικρό διώροφο σπίτι γεμάτο μνήμες· και στο βάθος του ισογείου μια αίθουσα περιποιημένη, στολισμένη με ανωγειανά υφαντά για να κερνάει η πιστή μαυροφορεμένη αδερφή τους μουσικούς που έρχονται κάθε καλοκαίρι να τραγουδήσουν στη μνήμη του Νίκου που έφυγε τόσο πρόωρα απ’ τη ζωή· του αγαπημένου αδερφού που ζει πάντοτε ανάμεσά τους. 
«Αντώνη, καλά», ακούγεται από ‘δω κι από ‘κει με τη βαριά ανωγειανή προφορά που θέλει το λάμδα να προφέρεται σαν βαθύ ρο. «Καλά». Η κουβέντα ξεκινάει με ελληνικό καφέ σκέτο και τσιγάρο άφιλτρο. «Ο πατέρας μου είχε καφενείο. Οι παππούδες πρόβατα. Εδώ στα όρη γυρίζαμε συνέχεια. Στη θάλασσα πρωτοπήγα στα πέντε μου. Κι έλεγα ‘‘πω πω, πολλά νερά’’ και γέλαγε ο πατέρας μου».

Να ‘χεν η θάλασσα βουνα, Ψαραντώνη; «Κι άγρια μονοπάθια, παιδί μου». Σ' αρέσει το βουνό; «Ε, ναι. Στο Ιδέον Αντρο επάνω· στο σπήλιο (σ.σ. σπηλιά του Δία). Εχει καλή ακουστική εκεί μέσα. Κι είναι πανέμορφα· θα πάμε». Στέλνει τη Ζουμπουλιά να του πάρει τσιγάρα και μόλις εκείνη επιστρέφει, φεύγουμε.

«Να κεράσομε μια ρακή;»

Σύντομη στάση στην ταβέρνα του Λευτέρη Καλομοίρη. «Ψαραντώνη, έλα να κεράσομε μια ρακή», φωνάζει μια παρέα Ανωγειανών. «Ελα να δεις και το μαντολίνο που πήρα χθες στο γιο μου. Να δεις αν είναι καλό», συμπληρώνει ο Λευτέρης. Παίρνει το μαντολίνο στα χέρια του και μια γλυκιά μελωδία πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα. Το κουρδίζει. «Καλό είναι», λέει και το επιστρέφει στο νεαρό ιδιοκτήτη του. «Ο Ψαραντώνης είναι ο δικός μας θεός», ακούγεται απ’ τη διπλανή παρέα.

Ψαραντώνη, στο θεό πιστεύεις; – η ερώτηση που δίχως άλλο έρχεται στον νου. «Πιστεύω, αλλά όχι στους ανθρώπους. Δεν μπορείς να μου φέρεις άνθρωπο εδώ να μου πεις πως είναι θεός. Είναι βαρύ. Ο θεός υπάρχει και άμα μπορούμε να τονε δούμε τονε βλέπουμε. Υπάρχει στη φύση. Είναι η ίδια η φύση. Μόνο η αρμονία της φύσης είναι η κανονική αρμονία. Και είναι ζωντανή. Τα χόρτα έχουνε ζωή. Τα δέντρα. Η φύση έχει τη δύναμη να στολίσει το σύμπαν και αυτή σε τιμωρεί όταν δεν τη σέβεσαι. Οι αρχαίοι μας τη γνωρίζανε και τη σεβότανε και κάνανε και καλά πράγματα. Είχα πει κάποτε σε έναν παπά: Εγώ παπά τον αγαπώ τον Χριστό πιο πολύ από σένα. Γιατί ήταν καλό κοπέλι και είπε καλά πράγματα. Και άμα τονε δω μπορεί να πάω να τόνε φιλήσω. Μα άμα φιλήσω μια φορά τον Χριστό θα φιλήσω χίλιες τον Κορνάρο. Γιατί ήταν ένα κομματάκι του. Αυτοί γνωρίζανε τον θεό επί γης και κάνανε ωραία πράγματα».

Η φύση υπάρχει στη μουσική σου; «Ε, ναι. Αυτή έχει τη μουσική, αυτή τα έχει όλα. Αρκεί να μπορούμε να τση μιλήσουμε». Και βρίσκεις χρόνο για τη φύση; «Μπορεί να είσαι εδώ και να πας όπου θες. Κλείνεις τα μάθια σου και πας εκεί που σου αρέσει. Στα τοπία σου. Ετσι κάνεις καλούς αυτοσχεδιασμούς. Ετσι γίνεται.»

Πώς είναι το χωριό σήμερα; «Παλιά ήταν άλλοι άνθρωποι. Αλλες αξίες. Τότε οι άνθρωποι ήτανε μεγαλείο. Σήμερα λείπουν οι προσωπικότητες». Αυτοί που έφυγαν, δεν άφησαν πίσω τους παρακαταθήκη; «Σε εμάς που τους προλάβαμε, ναι. Τους προλάβαμε και είμαστε τυχεροί. Ζήσαμε και την προηγούμενη εποχή. Το παλιό δεν έχει καμία σχέση με αυτό που γίνεται τώρα. Δες το έθιμο με τις μπαλοθιές. Είναι έθιμο, αλλά όχι έτσι όπως γίνεται τώρα. Τότες ήτανε να 'ρθουν οι κουμπάροι να παίξουνε πιο πέρα μια, και συγκινούσουν. Οταν έφευγε η νύφη από το σπίτι για να πάει στην εκκλησία ή όταν έβγαινε στο χορό, κάτι γινότανε, κάτι σημαντικό. Σε συγκεκριμένες στιγμές παίζανε παλιά μπαλοθιές και πήγαινε και με τη μουσική. Με σεβασμό. Οχι όπως τώρα με φιγούρες».
«Ψαραντώνη! Ο τόπος το 'χει φαίνεται / αλλιώς δεν εξηγιέται / του μερακλή το χάρισμα / στ' Ανώγεια να γεννιέται», ακούγεται από δίπλα η φωνή του -μαντιναδόρου παρεμπιπτόντως- Λευτέρη. «Στην Κρήτη να λες και ας τα αυτά», τον διορθώνει ο Ψαραντώνης. Γέλια.

«Κοπελιά, από πού είσαι;», η ερώτηση στρέφεται προς το μέρος μου. «Απ' τα Χανιά». Χαμόγελα.

Η ώρα είναι περασμένη και πρέπει να συνεχίσουμε την περιήγησή μας. «Σας περιμένομε μετά που έχουμε και καλό κρέας», μας αποχαιρετά ο Λευτέρης. «Ανε προλάβουμε θα ‘ρθούμε και θα σας το φάμε όλο», αστειεύεται ο Ψαραντώνης…

Πιστός στην παράδοση

…και με οδηγό τον ίδιο πια, μπαίνουμε στο μεγάλο οικογενειακό  αυτοκίνητο, με τη λύρα του στο πίσω κάθισμα και γεμάτο cds -δικά του και άλλων, παραδοσιακά και έθνικ- και κατευθυνόμαστε ένα χιλιόμετρο έξω από το χωριό στο ξενοδοχείο και το κέντρο που διατηρεί άλλος ένας μεγάλος Ανωγειανός λυράρης, ο Βασίλης Σκουλάς. Φίλοι και ξαδέλφια με μια δεκαετία περίπου διαφορά στην ηλικία – μεγαλύτερος ο Ψαραντώνης (σ.σ. γεννηθείς το 1942), οι δυο λυράρηδες γυρνούν στα παλιά.

«Το καλό δε γερνά ποτέ και παραμένει πάντα καλό. Ετσι και ο Αντώνης δε γερνά», οι πρώτες κουβέντες του Σκουλά. «Το σπίτι μας που πήγαμε είναι απέναντι από το δικό τους. Με τον Βασίλη μαζί μαθαίναμε. Μόνοι μας. Ακούγαμε τσ' άλλους, τους πιο μεγάλους και παίζαμε», θυμάται ο Ψαραντώνης. «Τον Νίκο έβλεπα, όσο τον πρόλαβα, και έπαιζα. Ακούς και παίρνεις και βγάζεις το δικό σου χαρακτήρα. Δε μαθαίνουνται αυτά. Απ’ το ωδείο γίνουνται όλοι ίδιοι». Σε τι ηλικία; «Τεσσάρω, πέντε, εφτά χρονώ· απ' το δημοτικό. Τότε παίζανε στ’ Ανώγεια ο Καλομοίρης, ο Μανωλάς, και άλλοι. Ο Νίκος έφυγε στο Ηράκλειο νωρίς. Τον πήρανε, παιδί ακόμα, κάποιοι χωριανοί μας και από εκεί σιγά-σιγά καθιερώθηκε. Κι εμείς μετά πήγαμε στο Ηράκλειο».

«Ητανε μόδα τότε τα ευρωπαϊκά», φέρνουν στη μνήμη και οι δυο. «Ωραίες εποχές. Το βαλς, τα τσάρλεστα, οι μποσανόβες», συνεχίζει ο Ψαραντώνης. «Τα παίζαμε γιατί τα χορεύανε. Με τη λύρα και ένα λαγούτο. Αν δεν τα παίζαμε αυτά, δεν μπορούσαμε να πάμε σε πανηγύρι. Οι καφετζήδες μας λέγανε: Παίζετε ευρωπαϊκά; Περισσότερο ευρωπαϊκά θέλανε, παρά κρητικά. Αυτά γίνονταν απ’ το '55 και μετά. Και κάπου το 1964 ανοίξανε στο Ηράκλειο πρώτα το Can Can και μετά ο Ερωτόκριτος και παίζαμε ανά εβδομάδες. Ολοι παίζαμε· κι ο Νίκος κι ο Καλομοίρης και άλλοι. Παίζανε πρώτα οι μεγαλύτεροι, και μετά εμείς οι πιο μικροί. Και κάπου εκεί ξεχαστήκανε τα ευρωπαϊκά και ξαναγυρίσαμε στην παράδοση. Και μετά φέρανε τις ντισκοτέκ. Και χορεύαν τα παιδιά και κουνιούνταν χωρίς τέχνη, και περνά κι αυτό και ήρθανε τα μπαρ. Γεμίσανε, αδειάσανε και 'δα μας φωνάζουνε όπου υπάρχει μεγάλο μπαρ να πάμε να το γεμίσουμε».

Κι η παράδοση, Ψαραντώνη; «Η παράδοση, παιδί μου, είναι πάντοτε παρούσα. Είναι η ουσία. Η μυθολογία, που λέει για τον Δία και την Κνωσό και όλες τις Κνωσούς της Ελλάδας είναι πραγματικότητα. Αυτά υπήρξαν. Η μυθολογία είναι το παραμύθι του λαού που γράφτηκε και έχει ουσία και μένει».

Κι ο Ψαραντώνης, φαίνεται πως όλα του τα χρόνια δεν παρεκκλίνει ούτε βήμα από την ουσία. Από το 1964 που ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, 45 στροφών τότε, μέχρι και σήμερα παραμένει πιστός στην ουσία της παράδοσης, έχοντας διαμορφώσει το δικό του μοναδικό ύφος· και αυτό αποδεικνύεται από το σύνολο της προσωπικής του δισκογραφίας, τις συμμετοχές και τις συνεργασίες του.

«Ο Ψαραντώνης είναι ο μόνος Ελληνας μουσικός που με έχει επηρεάσει τόσο βαθιά», μου λέει ο Γιάννης Αγγελάκας που πριν από δυο χρόνια (σ.σ. το 2007) συνεργάστηκε μαζί του στην παραγωγή του δίσκου «να ‘χεν η θάλασσα βουνά».

«Ωραίος είναι ο Αγγελάκας και καλός ποιητής», η απόκριση του Ψαραντώνη όταν η συζήτηση φτάνει στο συναπάντημά τους. Τι μουσική ακούς Ψαραντώνη; «Ολα τα ακούω. Ο,τι είναι ωραίο, το ακούω». Και χορεύεις; «Χορεύω, αλλά συνήθως παίζω και χορεύουν οι άλλοι και ζηλεύω».
Εχουμε αποχαιρετίσει τον Βασίλη Σκουλά και ανηφορίζουμε με το αυτοκίνητο στο οροπέδιο της Νίδας και το Ιδέον Αντρο. Το υψόμετρο αυξάνει, το τοπίο αγριεύει. Που και που συναντάμε μιτάτα. «Εδώ είναι των Ξυλούρηδων η περιφέρεια», λέει σε κάποια στιγμή. «Να, αυτό το πρόβατο λέγεται Ξυλούρης». Γέλια.

Στο οροπέδιο

Αφιξη στο καταπράσινο οροπέδιο. «Το οροπέδιο της σιωπής», όπως είχε πει κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκις. Το πετυχαίνουμε στην καλύτερη εποχή του· λίγο πριν παραδοθεί στον ήλιο του θέρους και την υπερβόσκηση, οπότε το πράσινο παραχωρεί τη θέση του στο καφέ και το κίτρινο. Εδώ στα 1.400 υψόμετρο, στα σκιερά σημεία υπάρχουν ακόμη χιόνια. «Στο σπήλιο πριν σκάψουνε (σ.σ. πριν ξεκινήσουν τις ανασκαφές) είχε χιόνι όλο το χρόνο και βάνανε κρέατα και ήτανε πιο νόστιμα με το χιόνι», θυμάται ο Ψαραντώνης, ενώ ετοιμάζει με ευλάβεια τη λύρα του για τη φωτογράφηση. Πόσες λύρες έχεις; «Καμιά τριανταπενταριά»… Μια η αγαπημένη; «Μια, 25 χρονώ». Και το δοξάρι, γιατί έχει κουδουνάκια; «Τα παλιά τα χρόνια έτσι ήταν».

Στέκεται απέναντι στο φακό υπομονετικά. Δεν ποζάρει. Κρατάει τη λύρα του και βγάζει μουσική. Και κάνει σκέρτσα. Την ακουμπάει στο μέτωπό του, τη σηκώνει πίσω απ’ το κεφάλι του, κλείνει τα μάτια και παίζει. «Αστεία το κάνω», λέει και χαμογελά με βλέμμα άτακτου μικρού παιδιού.

«Απ’ τα Χανιά, ε; Μου αρέσουν πολύ τα ριζίτικα που λέτε στις μαδάρες πάνω στα όρη. Αυτά τα τραγούδια είναι μεγαλείο. Εγώ τσι νύχτες πορπατώ / και τσι αυγές κοιμούμαι / και έχω τα άστρα συντροφιά / και το φεγγάρι φίλο / και τα πουλιά μού κελαηδούν / και τα πουλιά μου λένε: / "Κοιμήσου εσύ που ξαγρυπνάς"… Τι απλότητα, τι ομορφιά»!

Ο Στέλιος Σταυρακάκης διατηρεί το κοινοτικό περίπτερο στο οροπέδιο. Φίλοι από παλιά με τον Ψαραντώνη, στεκόμαστε για μια καλησπέρα και μια-δυο ιστορίες, όπως τότε σε μια αυγουστιάτικη πανσέληνο πριν από χρόνια που ο Ψαραντώνης εξαφανίστηκε για κάμποσες ώρες και ο Στέλιος ανησύχησε και άρχισε να τον ψάχνει, μέχρι που τον είδε να κατεβαίνει από τη σπηλιά περιχαρής. «Τον είχε γνωρίσει -λέει- το φεγγάρι! Ηταν τότε που είχε βγάλει το τραγούδι: Πέτρες πετώ του φεγγαριού / να γοργοβασιλέψει / μη το θαμπώσ' η αγάπη μου / και πάει να μου την κλέψει», θυμάται ο Στέλιος και γελάει ο Ψαραντώνης.

Καθόμαστε γύρω από ένα τετράγωνο τραπέζι. Πάνω του διάφορα χαρτιά και μια τράπουλα. Ο Ψαραντώνης την αρπάζει αμέσως. Του αρέσουν τα χαρτιά. Παίζει πρέφα, ρίχνει πασιέντζα, κλέβει και λίγο για να του βγει, κάνει κόλπα. Αυτό το ξέρεις; Εκείνο; Γελάει. Οπως γελάει και με τα ανέκδοτα που κυκλοφορούν γι’ αυτόν. Αν του αρέσουν, τα αναπαράγει!
«Ο Ψαραντώνης είναι αγνός, να προσέχετε εσείς οι δημοσιογράφοι», στρέφεται προς το μέρος μου ο Στέλιος όταν τον αποχαιρετούμε. Και ξέρω ήδη ότι έχει δίκιο.

«Εχει ψυχή ο Κέιβ»

Επιστροφή στο χωριό. Η μουσική έχει πια τον πρώτο λόγο. Κι ο Ψαραντώνης αλλάζει όψη. «Η λύρα είναι του θεού το όργανο», λέει. «Το νύχι (σ.σ. που πιέζει τις χορδές πάνω στα τάστα) γλιστράει, κάνει μόρια, ψιθύρους, κραυγές. Το νύχι χαϊδεύει». Η φωνή του έχει άλλο βάθος τώρα. Βγαίνει από μέσα του. «Το 1982 που πήγα στο πρώτο φεστιβάλ στη Γερμανία, είπα σε έναν που έκανε μετάφραση να φωνάξει και τους άλλους μουσικούς να συζητήσομε. Πες στον Ισπανό να παίζει και δε θα τον ενοχλώ. Και ξεκινάει ο Ισπανός με το δικό του όργανο και σιγά-σιγά μπαίνω κι εγώ με τη λύρα μου. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από αυτές τις συζητήσεις. Αρκεί η μουσική να είναι αληθινή».

Συζήτησες και με τον Νικ Κέιβ; «Αυτός με άκουσε σε μια συναυλία και μετά με κάλεσε στο φεστιβάλ του (σ.σ. στο All Tomorrow’s Parties) πρώτα στην Αγγλία (27-29 Απριλίου 2007, όπου και τον προλόγισε) και μετά στην Αυστραλία (9-10 Ιανουαρίου 2009). Μετά τον άκουσα κι εγώ. Εχει ψυχή ο Κέιβ».
Ψαραντώνη, πώς είσαι πάνω στη σκηνή; «Με συνεπαίρνει η μουσική. Κάνω αυτό που μου 'ρχεται και ο κόσμος παίζει μαζί μου. Περνούν εικόνες. Αυτό που παίζω φέρνει την εικόνα του και έπειτα του βάζω στολίδια.

Κάθε φορά άλλο ταξίδι, αλλά ίδια μελωδία και ίδια μέρη». Τον καταλαβαίνω. Τον θυμάμαι την τελευταία φορά που τον είδα πάνω στη σκηνή· το κεφάλι ψηλά, τα μάτια κλειστά, το πόδι να χτυπάει κάτω νευρικά, να δίνει ρυθμό και πλάι του η Νίκη, στα κρουστά και στη φωνή. Εχει αδυναμία στη Νίκη.
Κάνεις καινούρια πράγματα; «Δεν είναι ότι βρήκαμε κάτι και αυτό θα κάνουμε πάντα. Εχω κάνει κομμάτια που δε μοιάζουνε με άλλα, με άλλες παραδοσιακές μελωδίες, αλλά είναι κρητικά. Η μουσική δεν έχει άκρη».

Χρειάζεται όμως συμπαράσταση… «Καμία συμπαράσταση από το ελληνικό κράτος. Στα φεστιβάλ πάμε μόνοι μας. Από το 1982 που πρωτοπήγα στην Κολωνία ώς και το Γενάρη φέτος που έπαιξα στην Αυστραλία δεν έχω καμία υποστήριξη. Και τους έχω ζητήσει το Ηρώδειο πάνω από δέκα φορές και δε μου το δίνουνε. Αυτοί πια δε με ενδιαφέρουνε». Και συνεχίζει:

«Ηρθε ένα απόγευμα ένας Γερμανός μουσικός, μεγάλος και καλός μουσικός, και μου χτυπά την πόρτα και ήμουνα μοναχός μου και πάω και του ανοίγω και βαστά μια βαλίτσα με μια λύρα. “Ηρθα –λέει- να μου δείξεις μουσική και να δεις και τη λύρα. Απ' όταν σε άκουσα στη Γερμανία την έφτιαξα”. Και δεν του λέω τίποτα και πάω εκεί που έχω τα όργανα και του βάζω έναν καβαλάρι πιο χαμηλό και αρμόνισε η λύρα και την κουρντίζω και μόλις την ακούει, μου λέει: “η λύρα σου είναι αυτή;”, “όχι, η δική σου” και τρελάθηκε. Κι ύστερα μου ‘στελνε γράμματα κι ακόμα μου στέλνει· και άμα πάω προς τα 'κια έρχεται· και πήγα κι έπαιξα στην Αμερική και μια στιγμή τονε βλέπω. “Τι κάνεις επαέ;”, του λέω. “Το 'δα στο ιντερνέτ και ήρθα”. Ηρθε απ' τη Γερμανία. Αυτά είναι τα ωραία, παιδί μου. Αυτά».

Αποχαιρετισμός

Την επόμενη μέρα, ο δρόμος της επιστροφής στο Ηράκλειο περνάει από το Γάζι και το σπίτι που μένει ο Ψαραντώνης με την οικογένειά του. Μια περιποιημένη μονοκατοικία, μεγάλη και άνετη, όσο πρέπει για να στεγάσει ολόκληρη την πολυμελή οικογένεια. Μας υποδέχεται ο ίδιος (ο οποίος σημειωτέον ήρθε να μας πάρει από τον κεντρικό δρόμο, μη χαθούμε) και η σύντροφός του η κυρία Κατίνα. Από το μικρό δωματιάκι ακούγεται ήχος από λαούτο. Είναι ο Σταύρος ο μεγάλος γιος της κόρης του της Μαρίας που μελετάει. Πώς και Σταύρος; «Είχα πει εγώ να τον βγάλουμε Αντώνη, γιατί είμαστε καλά κοπέλια εμείς οι Αντώνηδες, αλλά δεν άρεσε στο συμπέθερο», λέει και γελάει. Τελικά Αντώνης βγήκε ο δεύτερος γιος της Μαρίας και ο πρώτος του Γιώργη κ.ο.κ. Και ο Ψαραντώνης είναι μια χαρά ευτυχισμένος με τα παιδιά του (τον Γιώργη, τον Λάμπη, τη Ρία, τη Μαρία και τη Νίκη) τα εγγόνια του (εφτά στο σύνολο) και την πάντοτε πιστή κυρία Κατίνα.

Με τις γυναίκες, Ψαραντώνη, τι γίνεται; «Κουβέντιαζέ το δα και τίποτ' άλλο. Οσα χρόνια κι αν εζήσομε, μαθαίνομε. Δεν έχει άκρη», αποκρίνεται και ξεκινάει την ξενάγηση στο σπίτι. Το χωλ, ο διάδρομος και το σαλόνι και η τραπεζαρία είναι γεμάτα αφίσες από συναυλίες και φεστιβάλ, ενώ στο μικρό δωματιάκι με τα όργανα βρίσκουμε περιοδικά, φωτογραφίες απ' όταν ήτανε μικρός, απ' το στρατό, με φίλους, γνωστούς και θαυμαστές και πολλά πολλά όργανα: μικρές λύρες, αλλά και μια μεγάλη, σαράκι, τσαμπούνα, λαούτα, μαντολίνα, παραδοσιακά όργανα άλλων χωρών που του τα έχουν χαρίσει συνάδελφοι – μουσικοί απ' τα φεστιβάλ που έχει συμμετάσχει, τύμπανα. «Ολα τα παίζω, μόνο χορδές να έχουνε», αποκρίνεται ο ίδιος, ενώ γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι τα τύμπανα είναι της Νίκης. Είμαστε τυχεροί και πατέρας και κόρη δέχονται να βγάλουν μαζί μια φωτογραφία. Βγαίνουμε από το δωματιάκι με τα όργανα και η ματιά πέφτει στο βραβείο απ' τον διαγωνισμό λύρα τους 1979, για το οποίο ακόμη και σήμερα ο Ψαραντώνης καμαρώνει σαν… μικρό παιδί. Διαβάζουμε: 

                                                                              Ανώγεια 1979

Το τρίτο πρόγραμμα δίνει ένα ειδικό βραβείο φέτος για μια ισχυρή και ιδιότυπη μουσική προσωπικότητα που παίζει λύρα και ονομάζεται

Αντώνης Ξυλούρης ή Ψαραντώνης

Αυτό το βραβείο είναι πάνω από κάθε άλλο και μπορεί από εδώ και στο εξής ο Ψαραντώνης να έχει τον τίτλο του πρώτου λυράρη.

Εμείς που τους ακούσαμε και πήραμε την απόφαση,

Μάνος Χατζηδάκης (κ.λπ.)

Ακούστε:

«Να 'χεν η θάλασσα βουνά», 2007, All Together Now

«Νογώ», 1998, LYRA

«Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη», 1990, Panivar

«Οι ρίζες μου», 1983, AEME