ΠΡΟΣΩΠΑ

500 λέξεις με τον Κώστα Γκιμοσούλη

500-lexeis-me-ton-kosta-gkimosoyli-2068129

Ο Κωστής Γκιμοσούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Οπως μας έγραψε: «Η Αθήνα είναι το χωριό μου και την αγαπώ όλο και περισσότερο. Η Αθήνα είναι πολλές Αθήνες πια. Την αγαπώ με τ’ άσχημά της, τα μίζερά της, αλλά και τα όμορφά της. Για να καταλάβεις ότι είναι η ωραιότερη πόλη του κόσμου πρέπει ν’ απομακρυνθείς λίγο από αυτήν. Εχω γράψει ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα και παραμύθια. Εχω μια αδυναμία στα βιβλία “τουρλού”, δηλαδή που περιέχουν ποιήματα, πεζά και σχέδια, όπως το τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο “Τα παράξενα που δεν ξεχνάμε” (εκδ. Καστανιώτη). Δεν ξέρω να χορεύω μάμπο, αλλά θα μάθω. Οσοι χορεύουν παραμένουν πάντοτε παιδιά».

Ποια βιβλία έχεις αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σου;

Το κρεβάτι δεν είναι για διάβασμα. Είναι για ύπνο, όνειρα και τεντώματα. Συνήθως διαβάζω σε τραπέζια, καθισμένος σε πέτρες και σε κορμούς δέντρων. Αυτή τη φορά έχω μπροστά μου τα βιβλία τεσσάρων νεκρών. Οσοι γράφουν δεν πεθαίνουν, είναι παρόντες. Τον «Θησαυρό του χρόνου» του Μένη Κουμανταρέα, τα ποιήματα του Γιάννη Κοντού, τα «Οντα και μη όντα» του Αργύρη Χιόνη, την «Κυρία με το σκυλάκι» του Τσέχωφ. Μπορεί να τα διαβάσω το καθένα ξεχωριστά, ή παράλληλα. Από παιδί ήθελα να γίνω αόρατος και τα βιβλία μου το ’μαθαν αυτό. Παίρνω πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μου, δηλαδή καθόλου.

Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα ήθελες να είσαι και γιατί;

Ο Κόρτο Μαλτέζε του Ούγκο Πρατ, για να κάνω περιπετειώδη ταξίδια, ο Κόμης Μοντεχρήστο του Δουμά, για να δραπετεύω συνεχώς, και ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι, για να γίνομαι ένα καθρεφτάκι για τους άλλους.

Με ποιον συγγραφέα θα ήθελες να δειπνήσεις;

Με τον Νίκο Καββαδία. Μου δίνει την εντύπωση ιδιαίτερου και ευσυγκίνητου ανθρώπου. Στο τέλος να μεθύσουμε και οι δύο κι εγώ να του χαϊδεύω το κεφάλι.

Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σε έκανε να θυμώσεις;

Δεν με κάνουν να θυμώνω τα βιβλία. Καταλαβαίνω ποιο δεν μπορώ να διαβάσω. Το κλείνω τότε και βγαίνω μια βόλτα.

Και το τελευταίο που σε συγκίνησε;

Ενα κείμενο του Πεσόα από το «Βιβλίο της ανησυχίας».

Πώς ξεκίνησε ο πειραματισμός σου με τρόπους γραφής και έκφρασης;

Ξεκίνησα να γράφω γιατί κάτι ήθελα να πω, δεν ξέρω ακριβώς τι. Επίσης, ξεκίνησα να γράφω γιατί έβλεπα ότι όσο έγραφα οι άλλοι με άφηναν ήσυχο.

Εχεις υπηρετήσει, σχεδόν ισότιμα, και την ποίηση και την πεζογραφία. Επιλέγεις περισσότερο κάποιο από τα δύο;

Το τελικό αποτέλεσμα και των δύο, όταν είναι καλά, είναι η ποίηση, δηλαδή έχουν ρυθμό, μουσική, υγρασία και κάτι να μας πουν πέρα από τις λέξεις.

Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχεις διαβάσει και ντρέπεσαι γι’ αυτό;

Mερικά βιβλία σε αφήνουν να μπεις μέσα την κατάλληλη στιγμή και άλλα όχι. Δύο βιβλία που έχω άχτι να μπω μέσα τους και δεν το έχω καταφέρει ακόμη είναι ο «Οδυσσέας» του Τζόις και ο «Ανθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Μούζιλ.

Εχεις φβ, τουίτερ; Πόσο σε απασχολεί καθημερινά;

Είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο. Ακούω μουσική και επικοινωνώ. Αλλες φορές αφήνω τον υπολογιστή κλειστό κι έχω μια δημιουργική σιωπή. Στα «Παράξενα που δεν ξεχνάμε» λέει κάπου, στις «Κοφτές ανάσες»: Το Διαδίκτυο έχει γίνει/ η καθημερινή σου στύση./ Για να γίνει κι οργασμός/ εξαρτάται από τη χρήση.

Ο έρωτας ή η καθημερινότητα τροφοδοτούν περισσότερο την έμπνευσή σου;

Και τα δύο μ’ αρέσουν. Μπορούν μάλιστα και να συμπλέκονται. Ο πιο μάγκας ζει τον έρωτα μέσα στην καθημερινότητά του.