ΠΡΟΣΩΠΑ

Το παλιό ερώτημα επιστρέφει: τι ηγέτες θέλουμε;

to-palio-erotima-epistrefei-ti-igetes-theloyme-2105310

Λέγεται ότι ο Τόνι Μπλερ όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία της Βρετανίας το 1997, σε ηλικία μόλις 44 ετών, κάλεσε μια μέρα διάφορους ειδικούς των διεθνών σχέσεων και τους είπε: «Γνωρίζω ελάχιστα για τον υπόλοιπο κόσμο εκτός νησιού, αγνοώ ακόμη και τα βασικά για την ηπειρωτική Ευρώπη. Θέλω να μου τα μάθετε»! Σημειωτέον, δεν στερούνταν παιδείας και μόρφωσης, καθώς ήταν απόφοιτος της Οξφόρδης. Ο Μπλερ, παρότι δεν είναι σήμερα (για διαφόρους λόγους) ιδιαίτερα δημοφιλής, δεν παύει να αποτελεί περίπτωση επιτυχημένου πολιτικού ηγέτη. Εφερε το (Νέο) Εργατικό Κόμμα στην εξουσία έπειτα από 18 χρόνια στην αντιπολίτευση, συνέβαλε σε μια σημαντική ανανέωση της αριστερής ατζέντας και ταύτισε τη δεκαετή θητεία του με μια περίοδο μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης της χώρας του.

Ποιο ήταν το μυστικό του; Κατ’ επέκταση, πώς φτιάχνεται άραγε ο μεγάλος πολιτικός ηγέτης; Από ποια υλικά, υπό ποιες προϋποθέσεις; Το ερώτημα δεν έχει σταματήσει ποτέ να απασχολεί τις κοινωνίες από την αρχαιότητα και μετά, και προφανώς κάθε εποχή έχει δώσει διαφορετικές απαντήσεις. Η δική μας ξεκίνησε ανάποδα, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα. Συμφώνησε τι δεν ήθελε. Δεν ήθελε «μεγάλους» αλλά «ανθρώπινους» ηγέτες. Οχι κάτι καλύτερο από την ίδια, αλλά την αντανάκλασή της. Με άλλα λόγια, κάτι που να μην τη φοβίζει, ούτε όμως και να την εμπνέει, κάτι στα μέτρα της. Η υιοθέτηση του προτύπου στην ελληνική περίπτωση είχε ξεκινήσει από τον Καραμανλή τον νεότερο και μετά. Παρότι φορέας ενός βαρύνοντος επωνύμου, το δικό του προφίλ ήταν εκείνο ενός οικείου πατέρα με κατανόηση για τις σκανδαλιές των παιδιών του. Ο Γιώργος Ανδρ. Παπανδρέου, επίσης από μεγάλο «τζάκι», δεν διαφοροποιήθηκε από αυτό το μοντέλο. Λιτός στον βίο και προσηνής, θαύμαζε που ο παλιός πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλοφ Πάλμε πήγαινε ο ίδιος για τα ψώνια του στο σούπερ μάρκετ.

Το αδιέξοδο

Κι ωστόσο η κρίση ανέδειξε τα αδιέξοδα αυτού του προτύπου. Οι ανάγκες της σύγχρονης και τόσο περίπλοκης διακυβέρνησης απαιτούν αποδεδειγμένα πολύ πιο σύνθετες δεξιότητες και χαρακτηριστικά από τον ηγέτη: γνώση τεχνικών ζητημάτων (νομικών, οικονομικών, τεχνολογικών) κι έναν αέρα κοσμοπολιτισμού, ώστε να κατανοεί τα ευρύτερα διακυβεύματα του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου πλανήτη μας, μέρος του οποίου είναι πλέον η κάθε χώρα, μικρή ή μεγάλη.

Το πρόσφατο ταξίδι του σημερινού Ελληνα πρωθυπουργού στη Νέα Υόρκη ήταν πολύ ενδεικτικό των αδυναμιών του. Κακώς εστιάστηκε το πρόβλημα στα ελλιπή αγγλικά του. Το ζήτημα ήταν τα φτωχά ελληνικά του, δηλαδή ο αβαθής προβληματισμός πάνω στα μεγάλα ζητήματα της εποχής. Η βιογραφία του Αλέξη Τσίπρα εξηγεί πολλές από αυτές τις αδυναμίες. Γόνος σχετικά ευκατάστατης οικογένειας, με ανέμελα παιδικά χρόνια και απόφοιτος του Πολυτεχνείου, όλα αυτά αποτελούν θεωρητικά μια πολύ καλή βάση για να χτίσει κανείς το μέλλον του. Ο Τόνι Μπλερ ήταν τυπικό παιδί της μικροαστικής τάξης, ο Ματέο Ρέντσι γιος ενός μικρεμπόρου της ιταλικής επαρχίας, για να μη μιλήσουμε καν για τον Μπαράκ Ομπάμα, που κανονικά η μοίρα του ως φτωχού Αφροαμερικανού ήταν για οδοκαθαριστής. Κανείς τους, συνεπώς, δεν ξεκίνησε από καλύτερη αφετηρία. Ποια ήταν τα κανάλια μέσα από τα οποία διαπλάστηκε ο 40άρης Αλ. Τσίπρας; Δύο κατά βάση: η κινηματική Αριστερά του 21ου αιώνα και το μιντιακό σύστημα. Κανένα από τα δύο, όμως, δεν μοιάζει να αρκεί για να πορευτεί ένας ηγέτης σήμερα στο απαιτητικό κοσμοσύστημά μας. Η κινηματική Αριστερά γεννήθηκε ακριβώς ως αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση, ως αντι-παγκοσμιοποίηση. Αντιμετώπισε αντιδραστικά τις νέες προκλήσεις και δεν μπόρεσε να διαβλέψει τις πολλές ευκαιρίες που άνοιγε ο νέος κόσμος για τις μικρότερες χώρες. Ούτε φυσικά και τα τηλεοπτικά μίντια είναι καλός σύμβουλος για την κατανόηση των σύνθετων διακυβευμάτων μας. Ως νεαρός και τηλεγενής, ο Αλ. Τσίπρας αγκαλιάστηκε αμέσως στο ξεκίνημά του, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, από τα διψασμένα για νέα «προϊόντα» ΜΜΕ μας. Ο ίδιος ανταποκρίθηκε, βέβαια, με ενθουσιασμό. Και τα πήγε πολύ καλά, ομολογουμένως. Αλλά ο λόγος των ηλεκτρονικών ΜΜΕ είναι μεν καλός για να περνάει κανείς κωδικοποιημένα το μήνυμά του, όμως όταν μετατραπεί σε κυρίαρχο τρόπο ανάλυσης της πραγματικότητας, οδηγεί πάντα σε πνευματική φτώχεια. Με την ατάκα, το σύνθημα και τις γενικολογίες ουδείς μπόρεσε ποτέ να κυβερνήσει καράβι σε φουρτούνα.

Πόσο μάλλον, αν δεν είχε ξαναοδηγήσει ποτέ του τίποτα.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».