ΠΡΟΣΩΠΑ

Σχετικά με τον καλλιτέχνη Mario Merz (1925-2003)

schetika-me-ton-kallitechni-mario-merz-1925-2003

Ο Mario Merz γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1925 στο Μιλάνο και μετακόμισε με την οικογένειά του στο Τορίνο όταν ήταν ακόμα παιδί. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εγκατέλειψε τις σπουδές του στην ιατρική και συμμετείχε ενεργά στον αγώνα κατά των Φασιστών. Συνελήφθη το 1945 ενώ μοίραζε φυλλάδια, και ξεκίνησε να ζωγραφίζει στην φυλακή, ζωγραφίζοντας την γενειάδα ενός συγκελίτη του σε ατέρμονες σπείρες. Μετά την απελευθέρωση, τον ενεθάρρυνε ο κριτικός Luciano Pistoi, και ο Merz αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ζωγραφική. Η πρώτη του ατομική έκθεση πραγματοποιήθηκε το 1954 στη Galleria La Bussola στο Τορίνο, όπου παρουσίασε κάποιους καμβάδες σε εξπρεσιονιστικό ύφος.

Στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα η έρευνα του Merz είχε αναπτυχθεί και εξελιχθεί σε εικαστικούς πειραματισμούς, που τον οδήγησαν σε «τρισδιάστατους πίνακες» (Mila Pistoi): κατασκευές με καμβάδες που περιείχαν objets trouvés, οργανικά ή βιομηχανικά υλικά, και τα οποία συνέβαλαν στο να αποκτήσει ο καλλιτέχνης πρωταγωνιστικό ρόλο στο κίνημα της Arte Povera. Καθημερινά αντικείμενα – καλάθια, γλάστρες, αδιάβροχα – οργανικές μάζες – στοίβες ξύλων για κάψιμο, κερήθρα, πηλός – τεχνικά υλικά – μεταλλικές ροδέλες και πλέγματα, γυαλί, νέον – αποφθέγματα (και όχι μόνον λογοτεχνικά), εμφανίζονται ως ενέργειες που απελευθέρωσε ο Merz σε ένα «σύνολο εσωτερικών προβολών στα αντικείμενα», μεταφράζοντάς τις μερικές φορές «απευθείας στα αντικείμενα» (Germano Celant), και ερμηνεύοντας ξανά με την επανατοποθέτησή τους μέσα σε ένα νέο πανοράμα φορμών και διατυπώσεων.

Το ιγκλού (1969) και το τραπέζι (1973) εμφανίσθηκαν: το ένα «διαμορφώνει ένα ιδεατό οργανικό […], σε έναν κόσμο και μικρό σπίτι» που ο καλλιτέχνης παρουσίασε ως μη κατοικήσιμο, έναν απόλυτο χώρο, που δεν μορφοποιήθηκε αλλά ήταν «μισό γάντι τοποθετημένο πάνω στο έδαφος». Το άλλο, «το πρώτο πράγμα […] για τον καθορισμό του χώρου», «ένα κομμάτι ανυψωμένης γης, σαν μία πέτρα μέσα στο τοπίο». Το ιγκλού και το τραπέζι είναι, παρά τις πρωτογενείς και αρχέτυπες δομές, ταυτόχρονα αισθητικές αλλά και κοινωνικοπολιτικές δηλώσεις ως προς την αναπαράσταση της καθοριστικής κίνησης πέρα από την εικόνα.

Το 1970 εισάγει στην τέχνη του την ακολουθία Fibonacci, στην οποία κάθε αριθμός είναι το άθροισμα των δύο προηγουμένων του (0, 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21…). Ο Merz χρησιμοποίησε την μαθηματική αλληλουχία ως έμβλημα της δυναμικής, που εκφράζει την εξέλιξη στον οργανικό κόσμο.

Η επανεμφάνιση φορμών που οδηγούν στην ελικοειδή σπείρα, όπως το τρίγωνο, ο κώνος, ο στρόβιλος, απεικονίζονται εικαστικά, και εμπεριέχονται σε μία ατέρμονη σειρά οργανικών στοιχείων όπως σαλιγκάρια, κλαδιά, φύλλα, κουκουνάρια, κέρατα, και συνδέονται με την ίδια ακολουθία Fibonacci, μία αριθμητική μεταγραφή μιας φόρμας, που, αρχίζοντας από το μηδέν, εκτείνεται επ’ άπειρο σε μία σπειροειδή εξάπλωση.

Οι μεγάλες και σημαντικές εκθέσεις της δεκαετίας του ογδόντα (Palazzo delle Esposizioni di San Marino, 1983 και Guggenheim, New York, 1989) χαρακτηρίστηκαν από μία εικονογραφική πρακτική, που απόκτησε αυξάνουσα σημασία, εξελισσόμενη σε «μακρά και γρήγορη», ένας φυσικός βιότοπος για άγρια «προϊστορικά» ζώα όπως ο ρινόκερος, ο κροκόδειλος, η τίγρης, ο βίσωνας, η κουκουβάγια, όλα εκ των οποίων είναι επίσης και φορείς σαφούς υπεροχής.

Τα πορτραίτα των ζώων είναι «θρησκευτικά αλλά και οργανικά σύμβολα» που τίθενται δίπλα και συναρμολογούνται πάνω σε αναγνωρίσιμες μορφές (το ίγκλου και το τραπέζι, και η μεταφορά τους σε καμβά) και σε αντικείμενα (νέον, μπουκάλια, αδιάβροχα, εφημερίδες, σαλιγκάρια, το σαμανιστικό δέντρο του Merz), με τον πολλαπλασιαζόμενο, σπειροειδή ρυθμό που χαρακτηρίζεται από την ακολουθία Fibonacci. Αλλά υπόκεινται, επίσης, σε μια διαδικασία μεταμορφώσεως, που κάνει τα πόδια ζώων να εξέρχονται από τον ζωγραφισμένο καμβά, ώστε αυτός να γίνεται το ζώο που απεικονίζει.

Αυτή η εντατική περίοδος, κατά την οποία ο καλλιτέχνης δημοσίευσε επίσης μία εκτενή συλλογή κειμένων (Ich will Sofort ein Buch machen/Voglio fare subito un libro, Sauerländer, Aarau-Frankfurt and Hopefulmonster, Φλωρεντία), συνεχίστηκε από μια φάση που χαρακτηρίστηκε από την επιστροφή στην ουσιαστική φύση της ύλης και της γραμμής (ατομική έκθεση στο Fundaçâo de Serralves, Πόρτο, 1999).

Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη ζωγραφική, που πρωταγωνίστησε σε μία σειρά μεγάλων εγκαταστάσεων. Ο καλλιτέχνης παρουσίασε στο Carré d’Art – Musée d’Art Contemporain, Nîmes (2000) και για πρώτη φορά στη λατινική Αμερική, με μία ατομική έκθεση στο ίδρυμα Fundación Proa, Μπουένος Άιρες (2002). Έλαβε μέρος στην πρώτη ανθολόγηση της Arte Povera στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Zero to Infinity: Arte Povera 1962-1972 (2001), που οργανώθηκε από την Tate Modern στο Λονδίνο και το Walker Art Center στην Μιννεάπολη. Στις 6 Νοεμβρίου 2002 πραγματοποιήθκαν τα εγκαίνια της μόνιμης εγκατάστασης, Igloo fontana, στη σιδηροδρομική γραμμή στην πόλη του Τορίνο. Ανάμεσα στις πολλές διακρίσεις, που έλαβε, συμπεριλαμβάνονται το Honorary Degree από το DAMS της Μπολόνια (2001) και το Praemium του Japan Art Association (2003).

Ο Mario Merz απεβίωσε την αυγή της 9ης Νοεμβρίου 2003 στο Μιλάνο.

Μετά τον θάνατό οργανώθηκαν πλήθος ατομικών εκθέσεων από τις οποίες διακρίνονται η αναδρομική έκθεση που οργανώθηκε από το Fondazione Merz, Galleria d'Arte Moderna και Castello di Rivoli στο Τορίνο (2005); η θεματική έκθεση Drawings στο Kunstmuseum Winterthur και Fondazione Merz (2007); Pageantry of painting στην Fondazione Merz (2010); What Is to Be Done? (Henry Moore Institute, Leeds, και Bildmuseet, Umeå (2011-12); Mario Merz Arnulf Rainer. (Fragmente) Arnulf Rainer Museum, Μπάντεν (2013); Pace Gallery, Λονδίνο (2014); και Mario Merz. Città Irreale, Galleria dell’Accademia, Βενετία (2015).