ΠΡΟΣΩΠΑ

Κένεθ Μπράνα: τόσο ζοφερός, τόσο ωραίος «Μάκβεθ»

Κένεθ Μπράνα: τόσο ζοφερός, τόσο ωραίος «Μάκβεθ»

Η παράσταση θα προβληθεί στο Μέγαρο Μουσικής.

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Οι οδηγίες στο e-mail έφτασαν μόλις μία ημέρα πριν από την
ημερομηνία της πρόσκλησης και ήταν ακριβείς: «Το σημείο συνάντησης
είναι οι Μύλοι του Μάρεϊ, στην οδό Μάρεϊ, στην περιοχή Ancoats
(σ.σ. επισυναπτόταν σχετικός χάρτης). Πρέπει να έχετε παραλάβει το
εισιτήριό σας ώς τις 7.10 μ.μ.».

Μάντσεστερ, Σάββατο 6 Ιουλίου. Η περιπέτεια του «Μάκβεθ» μόλις
άρχιζε, με μυστικότητα που τροφοδοτούσε την αναμονή και την
περιέργεια. Το σαιξπηρικό έργο σε συνσκηνοθεσία Κένεθ Μπράνα – Ρομπ
Ασφορντ, με τον ίδιο τον Μπράνα να ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο, ήταν
ένα από τα μεγάλα γεγονότα του φετινού Διεθνούς Φεστιβάλ του
Μάντσεστερ (4 – 21 Ιουλίου). Οι θέσεις είχαν εξαντληθεί μήνες πριν
για όλες τις ημέρες. Φτάσαμε μία ώρα νωρίτερα στο «ραντεβού» και η
ουρά μετρούσε ήδη πάνω από 100 άτομα. Η χωρητικότητα της «αίθουσας»
(δεν ξέραμε ακόμη ποια θα είναι) δεν υπερέβαινε τους 500 θεατές.
Στις 7.30 ακριβώς, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, με επικεφαλής
κάποιον εθελοντή του φεστιβάλ, αφήναμε πίσω το εντυπωσιακό
βιομηχανικό κτίριο –το Ancoats είναι ιστορική, χαρακτηριστική της
βιομηχανικής περιόδου γειτονιά του Μάντσεστερ– για μια αγγλικανική
εκκλησία του 19ου αιώνα. Ο Αγιος Πέτρος, κλειστός για 50 χρόνια,
άνοιξε για να υποδεχθεί την παγκόσμια πρεμιέρα του Κένεθ Μπράνα, ο
οποίος επέστρεφε και πάλι στον Σαίξπηρ ύστερα από 10 χρόνια (2002,
«Ριχάρδος Γ΄»).

«Επέστρεφε» δεν είναι η σωστή λέξη για τον Βρετανό ηθοποιό, γιατί,
όπως σημειώνει και ο ίδιος στο πρόγραμμα του «Μάκβεθ», «ο Σαίξπηρ
είναι διαρκώς παρών στη ζωή του». «Δεν περνάει ούτε μέρα που να μην
αιφνιδιάζεσαι από τη μοναδική αφηγηματική δύναμη της θεατρικής
τέχνης του, που να μη νιώθεις “κατειλημμένος” από το βάθος και την
πολυπλοκότητα της γραφής του», υπογραμμίζει. Από την πρώτη στιγμή
αντιλαμβάνεσαι ότι ο Μπράνα αποδίδει το σαιξπηρικό κείμενο όπως
αναπνέει. Με την ίδια φυσικότητα. Αναβλύζει από μέσα του, σαν να
αποτελεί στοιχείο της ύπαρξής του.

Το έργο διαδραματίζεται σε έναν στενόμακρο διάδρομο, γεμάτο λάσπη
και χώμα. Το στρατόπεδο – πεδίο μάχης και το παλάτι έχουν το ίδιο
έδαφος. Στις δύο πλευρές (απέναντι η μία στην άλλη) έχουν
τοποθετηθεί, αμφιθεατρικά, οι πάγκοι για τους θεατές. Στο βάθος,
στην Αγία Τράπεζα, δεκάδες μικρά κεριά αναμμένα, ένας τεράστιος
σταυρός κρέμεται από την οροφή. Από τους φεγγίτες περνάει το
εξωτερικό φως. Το σκηνικό αναδίδει ζόφο και βία. Μια γεύση αίματος
και θανάτου. Πριν καν συντελεστεί ο πρώτος φόνος. Μια αδιόρατη
καταχνιά, μια υποκίτρινη υγρή ομίχλη που διαποτίζει το σώμα,
καλύπτει τον χώρο.

Με την αστραπή της έναρξης εμφανίζονται οι τρεις «αλλόκοτες
αδελφές» (αποδίδονται και ως στρίγγλες, μάγισσες, ξωτικά). Βαμμένες
σαν φαντάσματα, μιλάνε μπερδεμένα όπως τα παιδιά, με στριγγές
φωνές, ακατάστατα, χοροπηδώντας σε ένα απειλητικό παιχνίδι. Η πρώτη
σκηνή δίνει τη θέση της στο σάλπισμα της μάχης και στην πρώτη
συμπλοκή. Η βροχή που αρχίζει να πέφτει, μετατρέπει σε παχύρρευστη
υγρή λάσπη το έδαφος πάνω στο οποίο κυλιούνται τα σώματα των
στρατιωτών, ματώνουν· σε λίγη ώρα γεμίζει ο τόπος πτώματα. «Τόσο
άσκημη κι ωραία μέρα δεν ξαναείδα», λέει ο Μάκβεθ και ένα από τα
πιο σκοτεινά, πυκνά και αιματηρά έργα του Σαίξπηρ γεμάτο φόνους,
αποκεφαλισμούς, πάθος για εξουσία και μεγαλείο που καταλήγει σε
τρόμο, αγωνία και φρίκη, αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά μας, σε
απόσταση ανάσας. Το αίμα διαρκώς νωπό, το ζεύγος του Μάκβεθ και της
Λαίδης Μάκβεθ (Αλεξ Κίνγκστον) σκορπίζει τον θάνατο, η ζωή του
γεμίζει φαντάσματα νεκρών.

Η ερμηνεία του Μπράνα, από τη φρενίτιδα της τυφλής, χωρίς όρια
επιθυμίας για εξουσία, στο μούδιασμα των τύψεων. Στο βάσανο της
ενοχής που καίει τα πάντα. Ο θρόνος φωτίζεται άδειος μέσα στις
σκιές από τα κεριά. Ο Μάκβεθ κάθεται, μαζεύει το σώμα του, ζαρώνει,
συρρικνώνεται, τυλίγεται με τον βασιλικό μανδύα. Ο στρατηγός που
«έχει ξεχάσει σχεδόν τη γεύση του φόβου», βλέπει τη «μαύρη ώρα να
πλησιάζει». Η διαδρομή, συντριπτική. Και η Λαίδη Μάκβεθ πριν
κλείσει για πάντα τα μάτια της, τρελαίνεται. Τρίβει με μανία τα
χέρια της για να ξεπλύνει το αίμα, που δεν φεύγει, προσπαθεί να
καλύψει τη μυρωδιά του, που τη νιώθει παντού γύρω της. «Ο,τι έγινε
δεν ξεγίνεται», είναι οι τελευταίες λέξεις της.

Ο «Μάκβεθ» που παρακολουθήσαμε στο Μάντσεστερ ήταν μια αλησμόνητη
θεατρική εμπειρία. Μια παράσταση κλειστοφοβική και κατανυκτική, που
περνάει από τον ανησυχητικό θρίαμβο στην αμείλικτη τιμωρία, από τη
μέθη στη συντριβή. Ο εφιάλτης είναι εξαρχής παρών.