ΑΠΟΨΗ

Μοντέλο Διοίκησης Πανεπιστημίων και διασύνδεση με παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις

Απαιτείται ενεργοποίηση δυνάμεων εντός κι εκτός των Πανεπιστημίων για τη βέλτιστη λειτουργία τους

montelo-dioikisis-panepistimion-kai-diasyndesi-me-paragogikes-kai-koinonikes-dynameis-561186574

Των Σ. Γκρίτζαλη, Γ. Δουκίδη και Σ. Κουμπιά*

Τα δημόσια Πανεπιστήμια της χώρας μπορούν να αποτελέσουν αναντικατάστατες δομές απελευθέρωσης της αναπτυξιακής δυναμικής του τριγώνου της γνώσης «εκπαίδευση – έρευνα – καινοτομία» και ταυτόχρονα ακύρωσης του νοσηρού εθνικού τριγώνου της κρίσης «ανύπαρκτο παραγωγικό μοντέλο – ελλείμματα – χρέη», πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι λειτουργούν εξωστρεφώς, διεθνοποιημένα, σε περιβάλλον αξιοκρατίας, με σταθερό προσανατολισμό στην αναβάθμιση της ακαδημαϊκής αριστείας.

Κατά τα προηγούμενα χρόνια δεν υιοθετήθηκαν, τελικά, μακροπρόθεσμες οραματικές δράσεις που θα έδειχναν ενδιαφέρον διαρθρωτικό και διαρκές για τα Πανεπιστήμια, ως εκ τούτου δεν μπόρεσε εν τοις πράγμασι να γίνει εφικτή η αξιόπιστη υλοποίηση μιας βιώσιμης ολοκληρωμένης πρότασης για συνεκτική αναπτυξιακή στρατηγική για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Η στρατηγική αυτή θα μπορούσε να υποστηρίξει τη συναρμογή θεωρίας και εφαρμογής, διασφαλίζοντας ότι οι ερευνητικές εκροές εφαρμοσμένου χαρακτήρα από τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Κέντρα θα μετασχηματίζονται σε αναπτυξιακές λύσεις με εξωστρεφή προσανατολισμό, σε συνεργασία με τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις του τόπου, εθνικές, περιφερειακές, τοπικές. Αντ’ αυτής, κανοναρχούσε μία προσέγγιση ατεκμηρίωτων, αποσπασματικών και προαποφασισμένων πρωτοβουλιών χαμηλής πολιτικής που έχουν οδηγήσει σε μία ακαδημαϊκή πραγματικότητα που χρήζει άμεσα διορθωτικών παρεμβάσεων. Κυρίως, μάλιστα, διότι ο μεμονωμένος στρατηγικός σχεδιασμός κάθε Πανεπιστημίου έχει αυτοτελή προσανατολισμό και δεν έχει ενταχθεί λυσιτελώς σε κάποια ευρύτερη ολοκληρωμένη αναπτυξιακή κατεύθυνση για την άρση των αδιεξόδων της χώρας, την υιοθέτηση αλλαγής παραδείγματος και την υποστήριξη ενός σταδιακού παραγωγικού μετασχηματισμού της οικονομίας για την κοινωνική πρόοδο.

Και όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι τα προβλήματα της απασχολησιμότητας των αποφοίτων, υπό την οπτική των εκροών, είναι πολύ σημαντικά για το ίδιο το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας και τους ανθρώπους της, σε ποικίλες κατευθύνσεις. Σε πρόσφατες μελέτες, ενδεικτικά, τονίζεται ότι υπάρχουν σημαντικά προβλήματα «κάθετης αναντιστοιχίας δεξιοτήτων» αφού 1 στους 3 πτυχιούχους εργάζεται σε θέσεις που δεν απαιτούν κατοχή πτυχίου, αλλά και προβλήματα «οριζόντιας αναντιστοιχίας δεξιοτήτων» αφού 1 στους 3 πτυχιούχους εργαζόμενους απασχολείται σε θέσεις μη συναφούς γνωστικού αντικειμένου με τις σπουδές του. Τη στιγμή, μάλιστα, που σε 60 και πλέον Πανεπιστημιακά Τμήματα, το 2019 αποτυπωνόταν κατάσταση σύμφωνα με την οποία αποφοιτά μόνον το ήμισυ των εισαχθέντων την ίδια χρονιά.

Για την επίτευξη περισσότερο αποτελεσματικής διασύνδεσης των Πανεπιστημίων με τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, για την ενίσχυση της εξωστρέφειας και τη διεθνοποίηση της δράσης τους, για λειτουργία με όρους ποιότητας, για ακαδημαϊκή και ερευνητική περαιτέρω αναβάθμιση, για αναζήτηση εξωτερικών πόρων, απαιτείται τόσο η ενεργοποίηση επιπλέον δυνάμεων που σήμερα βρίσκονται εκτός των Πανεπιστημίων, όσο και η αναδιοργάνωση του τρόπου διοίκησης και λειτουργίας των Πανεπιστημίων, σταθερά στη συνταγματική επιταγή για πλήρη αυτοδιοίκηση, ώστε πάντοτε τα Πανεπιστήμια να αποφασίζουν με δικά τους εκλεγμένα όργανα για δικές τους επιλογές και δράσεις ανάλογα με τις παραδόσεις, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες τους.

Στην παρούσα φάση, μετά τη συλλογικά αποκτηθείσα εμπειρία από τη λειτουργία των Πανεπιστημίων κατά την τελευταία δύσκολη δεκαετία και σε μία εξελικτική διαμόρφωση του πλαισίου άσκησης διοίκησης, θεωρούμε ότι μπορεί να εισαχθεί στα Πανεπιστήμια ένα συλλογικό μοντέλο διοίκησης, επιτυχώς αξιοποιούμενο με ποικίλες εκφάνσεις από σειρά ακαδημαϊκά προηγμένες χώρες επί μακρόν, κατάλληλα προσαρμοσμένο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας μας. Στο πλαίσιο του μοντέλου αυτού, οι αρμοδιότητες κατανέμονται σε τρία όργανα: στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου, στη Σύγκλητο, στον Πρύτανη. Τα τρία όργανα, εντολοδόχοι από την ακαδημαϊκή κοινότητα για σχεδιασμό, προγραμματισμό, δράση, συνεργασία στους τομείς των αρμοδιοτήτων τους, διαφάνεια, αποτελεσματικότητα, λογοδοσία, αναγνωρίζοντας ότι οι συγκλίσεις και η συνέργεια περιέχουν υψηλό αξιακό φορτίο, συνυπάρχουν και βηματίζουν από κοινού, με διαφορετικό ρόλο, στην υπηρεσία της ανάπτυξης των Πανεπιστημίων και του τόπου.

Από τη σύνθεση των αρμοδιοτήτων των οργάνων υπηρετείται η εισαγωγή θεσμικών αντίβαρων για την αντιμετώπιση διοικητικών στρεβλώσεων που καταγράφονται σε ποικίλες περιπτώσεις, ενώ τονίζεται ο διαφορετικός και συμπληρωματικός ρόλος των οργάνων και η ισόρροπη σχέση ανάμεσα στα ακαδημαϊκά και τα διοικητικά όργανα. Ταυτόχρονα, διασφαλίζονται με απόλυτο τρόπο οι συνταγματικές προβλέψεις για το αυτοδιοίκητο και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις σημαντικής βελτίωσης της διασύνδεσης των Πανεπιστημίων με τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές υγιείς παραγωγικές και κοινωνικές δυνάμεις.

Της Συγκλήτου θα προεδρεύει ο Πρύτανης, ο οποίος, διαθέτοντας σημαντική διδακτική εμπειρία, ευρεία ερευνητική δραστηριοποίηση με διεθνή απήχηση, ικανή διοικητική εμπειρία, θα εκλέγεται από την ακαδημαϊκή κοινότητα την οποία θα διοικεί και στην οποία θα λογοδοτεί. Αυτό απαιτούν οι διεθνώς αναγνωρισμένες πρακτικές ακόμη και σε περιβάλλοντα εταιρικής διακυβέρνησης, όσο και αν αυτά έχουν τον δικό τους διαφορετικό προσανατολισμό. Ο Πρύτανης, μεταξύ άλλων αρμοδιοτήτων, προΐσταται του Πανεπιστημίου, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού, μεριμνά για την άρτια συνεργασία των οργάνων, των διδασκόντων και των φοιτητών, εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών, εκπροσωπεί το Ίδρυμα. Ο Πρύτανης μπορεί να επικουρείται, κατά την υλοποίηση των διοικητικών καθηκόντων του, από αυστηρά επιλεγμένο εκτελεστικό διοικητικό στέλεχος, με υψηλά τυπικά προσόντα και σημαντική διοικητική εμπειρία.

Οι αρμοδιότητες της Συγκλήτου θα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: τη χάραξη της στρατηγικής πολιτικής, τον στρατηγικό σχεδιασμό και την αποτύπωση των βασικών δεικτών επιδόσεων (KPIs Key Performance Indicators) για την παρακολούθηση της καθημερινής υλοποίησής του, τη χάραξη της ερευνητικής και εκπαιδευτικής πολιτικής, την ίδρυση/κατάργηση ακαδημαϊκών δομών και διατμηματικών και διαπανεπιστημιακών προγραμμάτων σπουδών και ξενόγλωσσων αντίστοιχων και των τριών κύκλων, την κατανομή των διαθέσιμων πόρων από κάθε πηγή σε δραστηριότητες εκπαιδευτικές, ερευνητικές και λοιπές, τον Εσωτερικό Κανονισμό και τον Οργανισμό του Ιδρύματος, την κατανομή θέσεων μελών ΔΕΠ, την εποπτεία λειτουργίας του ΕΛΚΕ και του ΚΕΔΙΒΙΜ κ.ά. Κατά τα συνήθη, μέρος των αρμοδιοτήτων της Συγκλήτου θα ασκείται από το λειτουργικά ευέλικτο Πρυτανικό Συμβούλιο. 

Το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου θα στελεχώνεται με ισχυρή παρουσία εξωτερικών μελών, σταθερά στο πλαίσιο των συνταγματικών προβλέψεων, επιλεγμένων από τα εκλεγμένα από την ακαδημαϊκή κοινότητα εσωτερικά μέλη. Τα εξωτερικά μέλη θα χαρακτηρίζονται από τεκμηριωμένα σημαντική προσφορά στην κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου, στον πολιτισμό, στα γράμματα, στις τέχνες, στις επιστήμες και από ισχυρή βούληση να υποστηρίξουν την αναπτυξιακή προσπάθεια του Πανεπιστημίου, τη διεθνοποίηση, την αναζήτηση επιπλέον πόρων, την εξωστρέφεια. Λόγω της επιθυμητής περαιτέρω διεθνοποίησης, στα εξωτερικά μέλη μπορούν να περιλαμβάνονται και επιλεγμένοι διεθνώς αναγνωρισμένοι Έλληνες ακαδημαϊκοί του εξωτερικού με συνεργασίες με την τοπική πανεπιστημιακή κοινότητα. Ταυτόχρονα, η θέση ως εξωτερικό μέλος του Συμβουλίου δεν μπορεί να θεωρείται συλλήβδην και αυτοδικαίως ως ο επερχόμενος τομέας δραστηριοποίησης για πρώην Πρυτάνεις ή ομότιμους Καθηγητές άλλων Πανεπιστημίων.

Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου, ξεκάθαρες και χωρίς προσανατολισμό στην καθημερινή διοίκηση του Πανεπιστημίου, θα πρέπει να είναι στρατηγικές, εξειδικευμένες ελεγκτικές, εποπτείας, ποιότητας και εξωστρέφειας. Αναλυτικότερα μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων: η αναζήτηση πόρων και νέων πηγών χρηματοδότησης για την ανάπτυξη δράσεων του Πανεπιστημίου, η μέριμνα για την ενίσχυση της εξωστρέφειας, η εισήγηση προς τη Σύγκλητο για ανάληψη πρωτοβουλιών ενίσχυσης της σύνδεσης του Πανεπιστημίου με την κοινωνία και την οικονομία, αλλά και η παροχή σύμφωνης γνώμης προς τη Σύγκλητο σε μείζονος σημασίας ιδρυματικές δράσεις, όπως τη χάραξη της στρατηγικής πολιτικής και τον στρατηγικό σχεδιασμό, τον Εσωτερικό Κανονισμό και τον Οργανισμό. Επιπλέον, στις αρμοδιότητες θα περιλαμβάνεται η εισήγηση αναπτυξιακών κατευθύνσεων για το Πανεπιστήμιο, η εποπτεία της ΜΟΔΙΠ και η συνεργασία με την ΕΘΑΑΕ, ο έλεγχος και η εποπτεία δομών αξιοποίησης και διαχείρισης της περιουσίας του Πανεπιστημίου μη ενταγμένων στο δημόσιο λογιστικό κ.ά.

Η ως άνω λειτουργία των τριών εσωτερικά εκλεγμένων οργάνων θα πρέπει να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ύπαρξης θεσμικών αντίβαρων. Με τον τρόπο αυτό, θα διασφαλιστεί έτι περαιτέρω η αναγκαία εμπιστοσύνη για την άμεση νομοθέτηση άρσης σειράς εκφράσεων ασφυκτικού γραφειοκρατικού διοικητικού εναγκαλισμού της κεντρικής διοίκησης προς τα Πανεπιστήμια και κατ’ αποτέλεσμα θα επιτευχθεί σημαντική περαιτέρω ενίσχυση της αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων και της εξυπηρέτησης της συνταγματικής αποστολής τους, δια της εκχώρησης σε αυτά αρμοδιοτήτων που μέχρι σήμερα – αναιτίως – εντάσσονται στην ευθύνη Υπουργείων.

Αντίθετα, θεωρούμε ως ευρισκόμενη σε εντελώς αρνητική κατεύθυνση κάθε σκέψη για επιλογή και δυνατότητα παύσης του Πρύτανη και των Κοσμητόρων από το Συμβούλιο, για επιλογή και δυνατότητα παύσης ως Πρύτανη ενός από τα ήδη εκλεγμένα εσωτερικά μέλη του Συμβουλίου, για συμμετοχή στο εκλεκτορικό σώμα των εσωτερικών μελών του Συμβουλίου μόνο των Καθηγητών και των Αναπληρωτών Καθηγητών. Οι δυσαρεστημένοι σε κάποια Πανεπιστήμια από το ισχύον σύστημα εκλογής Πρυτάνεων, συχνά περιγράφουν πραγματικά προβλήματα και υπαρκτές γνωστές παθογένειες. Όμως είναι φενάκη η θεώρηση ότι τα προβλήματα αυτά αντιμετωπίζονται με την τοποθέτηση διορισμένου Πρύτανη και διορισμένων Κοσμητόρων, αφού σχετική επιλογή δεν θα φέρει το απαιτούμενο ακαδημαϊκό και αξιακό έρεισμα, συνιστώσα sine qua non.

Το πολιτικό σύστημα, διαχρονικά, προσπάθησε να μας κληροδοτήσει την κουλτούρα ενός συστήματος όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα και ο ηττημένος τίποτα», μία κουλτούρα όπου οι συγκλίσεις και οι συναινέσεις δεν αποτελούν μέρος της, σε αντίθεση με στείρες εμμονές και άγονες αντιθέσεις που αποτελούσαν σταθερό δομικό του στοιχείο. Σε προοδευτικά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, θεωρούμε ότι οι προσανατολισμοί προς εσωτερικές συγκλίσεις και η αναζήτηση συνεργατικών λύσεων πρέπει να κατισχύουν αναφορών περί καθαρότητας του μοναδικού ορθού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, η σταθερή λειτουργία του Πανεπιστημίου προϋποθέτει καλλιέργεια κουλτούρας ώριμων συγκλίσεων, αλλά και συνειδητά επιλεγμένων έλλογων συμβιβασμών στο εσωτερικό, όποτε και όσο κριθεί ακαδημαϊκά σκόπιμο ενώπιον κάποιας ευρύτερης ακαδημαϊκής ωφέλειας.

Αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική διαπίστωση και ώριμο καταστάλαγμα μακράς εμπειρίας η άποψη ότι η βελτίωση της αναπτυξιακής πορείας των Πανεπιστημίων δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική, αν πηγάζει από αυταρχική εξωγενή επιβολή λύσεων. Ταυτόχρονα, όμως, επί μακρόν ατελέσφορες συζητήσεις και ιδεολογικές αιτιάσεις ή εμμονές μπορούν να μας εγκλωβίσουν στη δυστοπία ενός ακαδημαϊκού μικρόκοσμου σε στασιμότητα. Κυρίως, μάλιστα, όταν ζητούμενο παραμένει εμφατικά ο έτι περαιτέρω εξωστρεφής αναπτυξιακός αναπροσανατολισμός των Πανεπιστημίων, σταθερά υποστηριζόμενος οικονομικά από μια πραγματικά συνεπή Πολιτεία στο πλαίσιο θεσμοθετημένων τετραετών προγραμματικών συμφωνιών. Και όλα αυτά, σε έναν κόσμο που αλλάζει δραματικά με πρωτοφανείς ρυθμούς καταργώντας συνήθεις συνταγές πολιτικής ή ακαδημαϊκής λειτουργίας, άλλοτε υγιείς άλλοτε κίβδηλες. 

Μόνη λύση για την αναπτυξιακή απελευθέρωση και εξωστρέφεια των Πανεπιστημίων, καθώς και την περαιτέρω καλλιέργεια του ρόλου τους ως δομών δημιουργίας κοινωνικού κεφαλαίου ως ευρέως προσβάσιμου δημόσιου αγαθού, αποτελεί η καθαρή επιχειρηματολογία, η αποτύπωση καλών πρακτικών από τη διεθνή εμπειρία, η ειλικρινής διαβούλευση, η αποτελεσματική συναίνεση, η συλλογική ενεργοποίηση των σύγχρονων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων και στην κοινωνία, η ενεργός συμμετοχή και η δημοκρατική ευθύνη των μελών, για την αναζήτηση προοδευτικών μεταρρυθμιστικών νομοθετικών πρωτοβουλιών. «Η μοίρα μας, παρόλα αυτά, βρίσκεται στα χέρια μας». Αλλιώς, η ενοχλητική αλήθεια είναι ότι δεν θα υπάρχει ανάσα για το μέλλον…

* Ο Στέφανος Γκρίτζαλης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς και τέως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ο Γεώργιος Δουκίδης είναι Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και τέως Μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης. Ο Σταύρος Κουμπιάς είναι Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών και πρώην Πρύτανης.