ΑΠΟΨΗ

Εγκριση αλλά και αμφισβήτηση θεραπευτικής αγωγής κατά του Αλτσχάιμερ

egkrisi-alla-kai-amfisvitisi-therapeytikis-agogis-kata-toy-altschaimer-561397693

Διαθέτουμε, άραγε, το μέσο που θα βελτιώσει την οδυνηρή καθημερινότητα εκατομμυρίων πασχόντων από Aλτσχάιμερ ή, για μία ακόμη φορά, οι ελπίδες μας θα διαψευσθούν; Aυτό το καυτό ερώτημα γέννησε η έγκριση του σκευάσματος Aducanumab της Βiogen από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), στις αρχές της εβδομάδας.

Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη, καθώς η απόφαση του FDA πυροδότησε έντονες αντιδράσεις επιστημόνων, που ανοικτά αμφισβητούν την ορθότητά της.

Aς δούμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Το σκεύασμα της Biogen, που θα κυκλοφορήσει με την εμπορική ονομασία Aduhelm, είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα (μια κατηγορία θεραπειών για την οποία έγινε τόσος λόγος τον καιρό της πανδημίας) και στοχεύει εναντίον μιας πρωτεΐνης (βήτα αμυλοειδές) που δημιουργεί στον εγκέφαλο των πασχόντων πλάκες, τη χαρακτηριστική υπογραφή της νόσου. Είναι, επίσης, η πρώτη θεραπευτική αγωγή κατά του Αλτσχάιμερ που εγκρίνεται από το 2003 και η μόνη που παρεμβαίνει στον μηχανισμό της νόσου και όχι μόνο στα συμπτώματά της.

Χορηγείται ενδοφλεβίως, σε μηνιαία βάση, προκειμένου να επιβραδύνει την έκπτωση των γνωσιακών ικανοτήτων του ασθενούς. Ενας περιορισμός είναι ότι το Aduhelm πρέπει να χορηγείται στα πρώτα στάδια της ασθένειας, σε άτομα με ήπια προβλήματα μνήμης και διανοητικών διαδικασιών.

Ο δρόμος προς την έγκρισή του από τον FDA όχι μόνο δεν ήταν στρωμένος με ρόδα, αλλά αμφισβητήθηκε από επιφανείς ειδικούς. Ακόμη και η συμβουλευτική επιτροπή του αμερικανικού οργανισμού είχε γνωμοδοτήσει εναντίον της. Ο FDA, άλλωστε, αναγνώρισε ότι τα στοιχεία που κατέθεσε η Biogen δεν απέδειξαν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου της και την κάλεσε να πραγματοποιήσει μία ακόμη κλινική μελέτη φάσης 4. Αν αυτή δεν ευοδωθεί, ο FDA θα ανακαλέσει την άδεια κυκλοφορίας. Εξηγώντας την απόφαση του οργανισμού, η επικεφαλής του Κέντρου Αξιολόγησης Φαρμάκων και Ερευνας, δρ Πατρίσια Καβατσόνι, επισήμανε ότι το Aduhelm εγκρίθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «επιταχυμένης έγκρισης» που στοχεύει «στην παροχή άμεσης πρόσβασης σε πιθανώς ευεργετικές θεραπείες για ασθενείς με σοβαρά νοσήματα, που δεν έχουν άλλη αντιμετώπιση, όταν υπάρχει η ελπίδα πως θα είναι επωφελείς, παρά τις αμφιβολίες».

Το κόστος της αγωγής θα ανέρχεται σε 56.000 δολάρια ετησίως, χωρίς να συνυπολογίζονται τα επιπλέον έξοδα για απεικονιστικές και άλλες εξετάσεις που απαιτούνται για τη διάγνωση και την παρακολούθηση. Αναμφίβολα, το Aduhelm θα αποδειχθεί «χρυσοτόκος όρνιθα» για την Biogen, η μετοχή της οποίας αμέσως μετά την έγκριση εκτινάχθηκε. Αλλωστε, το φάρμακο αναμένεται να καταγράψει τα επόμενα χρόνια πραγματικά χρυσές πωλήσεις. Στις ΗΠΑ πάσχουν από την εκφυλιστική νόσο του εγκεφάλου περισσότεροι από έξι εκατ. άνθρωποι. Παγκοσμίως οι ασθενείς ξεπερνούν τα τριάντα εκατ., αριθμός που αναμένεται να διπλασιαστεί μέχρι το 2050.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Biogen, Μιχαήλ Βουνάτσος, χαιρέτισε την έγκριση, τονίζοντας ότι η εταιρεία δεσμεύεται να μοιραστεί με την επιστημονική κοινότητα τα δεδομένα που θα συγκεντρώσει από τη χρήση του φαρμάκου σε πραγματικές συνθήκες, δηλαδή από την κυκλοφορία του στην αγορά.

Πολλοί επιστήμονες και ερευνητικά ινστιτούτα, ωστόσο, επιμένουν ότι τα οφέλη του φαρμάκου, δηλαδή η επιβράδυνση της έκπτωσης των διανοητικών δεξιοτήτων σε κάποιους ασθενείς, δεν υπερέχουν του κινδύνου των παρενεργειών του, όπως το εγκεφαλικό οίδημα και η αιμορραγία, που καταγράφηκαν στις κλινικές μελέτες.

Οπως ήταν αναμενόμενο, οι οργανώσεις πασχόντων από Αλτσχάιμερ άσκησαν πιέσεις στον FDA να εγκρίνει το νέο σκεύασμα, διότι μέχρι σήμερα κυκλοφορούν μόνο πέντε εναλλακτικά σκευάσματα με την ίδια ένδειξη. Κάποια άλλα, που βρίσκονται στο στάδιο των κλινικών δοκιμών, καταγράφουν καλύτερα αποτελέσματα από της Biogen, αλλά κανένα δεν πρόκειται να εγκριθεί πριν από την πάροδο 3-4 ετών.

Ολοι, αμφισβητίες και υπέρμαχοι της έγκρισης του νέου φαρμάκου, παραδέχονται ότι η χορήγηση του φαρμάκου πράγματι περιορίζει σημαντικά τα επίπεδα του αμυλοειδούς στον εγκέφαλο. Αυτό, όμως, δεν είναι ταυτόσημο με την επιβράδυνση της εξέλιξης της άνοιας, ούτε με την ύφεση των συμπτωμάτων της. Tα τελευταία χρόνια, αρκετά φάρμακα, παρότι μείωσαν αποτελεσματικά τις πλάκες αμυλοειδούς, απέτυχαν στην άμβλυνση των βασανιστικών εκδηλώσεων της νόσου. Γι’ αυτό, οι ειδικοί επιμένουν ότι τα στοιχεία των νέων μελετών του Aduhelm πρέπει να είναι πειστικά.

Η επιστημονική «αμφιθυμία» για το Aduhelm έχει ρίζες σε δύο κλινικές μελέτες φάσης 3 του σκευάσματος, με αντιδιαμετρικά συμπεράσματα. H πρώτη διαπίστωνε ότι το φάρμακο επιβράδυνε την έκπτωση των γνωσιακών δεξιοτήτων, ενώ η δεύτερη δεν κατέγραψε οποιοδήποτε όφελος από τη χορήγησή του.

Προκειμένου να λύσει αυτήν την παραδοξότητα, η Biogen ανακοίνωσε ότι η περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων της μελέτης έδειξε ότι η υψηλή δόση του φαρμάκου μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη των γνωσιακών συμπτωμάτων κατά τέσσερις μήνες (22%) σε περίοδο 18μήνου. Στην αρχική ανάλυση, η υψηλή δόση είχε φανεί να επιβραδύνει την εξέλιξη κατά 0,39 σε μία κλίμακα αξιολόγησης 18 βαθμών, της μνήμης, της ικανότητας επίλυσης προβλημάτων και λειτουργικότητας. Η χαμηλότερη δόση, στη μία μελέτη, και όλο το εύρος δοσολογίας στη δεύτερη δεν φάνηκαν να επιφέρουν κάποιο αποτέλεσμα.

Μία από τις ανησυχίες των επιστημόνων που επικρίνουν την έγκριση του Aduhelm είναι ότι αυτόματα θέτει τον πήχυ πολύ χαμηλά για τα μελλοντικά σκευάσματα, επιτρέποντας την εμπορική τους εκμετάλλευση προτού οι ειδικοί πεισθούν ότι τα οφέλη τους υπερέχουν των κινδύνων που εγκυμονούν.

Το Aduhelm μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλικό οίδημα και αιμορραγία, παρενέργειες που παρατηρήθηκαν στο 40% των συμμετεχόντων στη φάση 3 της κλινικής μελέτης, που έλαβαν την υψηλή δόση. Αυτά τα προβλήματα έκαναν το 6% των εθελοντών της κλινικής δοκιμής να την εγκαταλείψουν πριν από την ολοκλήρωσή της, χωρίς ωστόσο να καταγραφεί κανένας θάνατος. Οι ιατροί πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα είναι διαχειρίσιμα, εφόσον όσοι λαμβάνουν υψηλές δόσεις του σκευάσματος υποβάλλονται σε τακτικές απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου, κάτι δύσκολο όταν οι ασθενείς δεν βρίσκονται στις πλήρως ελεγχόμενες συνθήκες κλινικής δοκιμής.