ΣΤΙΛ

Θέμις Μπαζάκα: The Queen

05228

Έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι θεωρεί τις συνεντεύξεις χαμένο χρόνο. Με το που μπαίνει στο μικρό καφέ όπου έχουμε δώσει ραντεβού, εκδηλώνω αμέσως την αγωνία μου: Τι θα κάνατε αν δεν έπρεπε να είστε εδώ μαζί μου; «Με έβγαλες από μια βόλτα, είναι η μοναδική μέρα της εβδομάδας που δεν έχω πρόβα, και αποφάσισα να επωφεληθώ από τον ήλιο», απαντά η Θέμις Μπαζάκα. «Πήγα, λοιπόν, μέχρι τον Εθνικό Κήπο και μουρμούραγα τα λόγια μου». Μιλάει για το ρόλο της Βασίλισσας Μαργαρίτας στο ιστορικό δράμα Ριχάρδος Γ΄ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά. «Δεν έχω ξαναπαίξει Σαίξπηρ και ομολογώ ότι με δυσκόλεψε, γιατί ο λόγος είναι έμμετρος». Αναφέρει πως η Βασίλισσα Μαργαρίτα παρουσιάζεται στο έργο σαν οπτασία. «Μια πολεμίστρια δίπλα σε έναν δειλό βασιλιά. Εκθρονισμένη, εμφανίζεται στη σκηνή και καταριέται τον Ριχάρδο να αποκτήσει συνείδηση. Οι κατάρες της παρασύρουν μαζί κι όλους όσοι αφάνισαν τη δική της οικογένεια και την καταδίκασαν να ζει εξόριστη στη Γαλλία. Είναι σαν να προαναγγέλλει την έκβαση της ιστορίας, το πώς θα καταλήξουν όλοι. Αποχωρεί, όταν πια έχει επέλθει το 99% της καταστροφής». Όπως τα περισσότερα κλασικά κείμενα, το έργο είναι επίκαιρο, αφού τα θέματα που θίγει –οι ίντριγκες που προηγούνται της αναρρίχησης στην εξουσία, η μοναξιά και η ματαιότητα της κορυφής– χαρακτήριζαν πάντα τη δράση των ανθρώπων. Κι ωστόσο, το ενδιαφέρον, όπως σημειώνει η ίδια, είναι ότι η πλοκή υφαίνεται με μια ποιητική γλώσσα: «Είναι τόσο παρήγορο αυτό, αν σκεφτείς πως η καθημερινότητά μας περιορίζεται σε 50 – 60 λέξεις».

Τονίζει πως ο Χουβαρδάς αναδεικνύει τις ιδέες του κειμένου με έναν σύγχρονο τρόπο, όχι ακαδημαϊκά. «Δεν αφήνει τα πράγματα να γίνονται δραματικά, αντιμετωπίζει το έργο με χιούμορ και σαρκασμό. Υπάρχει μια ελαφριά ειρωνεία απέναντι σε αυτά τα πρόσωπα, όλο το έργο έχει στηθεί σαν ένας εφιάλτης…» Για εκείνη δεν έχει σημασία αν ο ρόλος  είναι μικρός ή μεγάλος. «Στην υποκριτική δεν υπάρχει το “έχω μόνο μία φράση ή μία σκηνή”. Η κατανόηση και η κατάκτηση ενός φανταστικού χαρακτήρα είναι πάντα μια οδυνηρή διαδικασία για τον ηθοποιό και αυτό ποτέ σχεδόν δεν καθορίζεται από την έκταση της πρόζας». Ομολογεί πως υπάρχουν κάποιοι ρόλοι που τη συγκινούν ακόμα, ενώ είναι ελάχιστοι εκείνοι που δεν θυμάται. «Ίσως κάποιοι τους οποίους αγαπώ ιδιαίτερα να συνδέονται και με τη συνθήκη που δούλεψα», διευκρινίζει. Ένας από αυτούς είναι η Αμάντα από το Γυάλινο Κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς, την οποία ερμήνευσε πέρυσι, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, και θα «συναντήσει» ξανά το Μάρτιο, στο Θέατρο Εμπορικόν. «Δεν πίστευα ποτέ ότι μου ταίριαζε η Αμάντα. Υπήρχαν πράγματα που με απασχόλησαν σε αυτόν το ρόλο, σκηνές που με προβλημάτισαν για το πώς θα τις ερμηνεύσω. Αυτά τα διλήμματα, άλλωστε, είναι που σε οδηγούν σε περιοχές απρόβλεπτες». Η τραγική ηρωίδα στο αριστούργημα του Ουίλιαμς είναι μια γυναίκα μόνη στην περίοδο του Κραχ, η οποία προσπαθεί να επιβιώσει και να συντηρήσει μια οικογένεια. «Δεν τη δικαιολογώ, καταλαβαίνω όμως γιατί έχει εμμονές με την υλική επιτυχία των παιδιών της. Θα μπορούσε να είναι πιο τρυφερή και “ανοιχτή” μάνα. Όμως, ούσα και εγώ μητέρα, κατανοώ πώς είναι να βιώνεις καθημερινές συγκρούσεις με τον εαυτό σου. Το παιδί σου και οι ανάγκες του, φυσικά, προηγούνται. Πάντα. Όσο εκείνο αποκτά τον έλεγχο της ζωής του, εσύ ανακουφίζεσαι, αλλά παραμένεις εκεί. Ο πατέρας μου, 85 χρονών, ακόμα βγάζει να μου δώσει χρήματα. Μου φέρνει δάκρυα στα μάτια αυτό».

themis-mpazaka-the-queen0

Μάλλινο ζιβάγκο  και φούστα  MAX MARA, MaxMara Boutique. Γόβες CHRISTIAN LOUBOUTIN,  Enny Monaco. Καλσόν, CALZEDONIA.

Η Θέμις Μπαζάκα στράφηκε στο θέατρο όταν οι αξιόλογες προτάσεις από τον κινηματογράφο και τη μικρή οθόνη αραίωσαν. «Όλη τη δεκαετία του ’80 μέχρι και το τέλος του ’90 ήταν λίγες οι εμφανίσεις μου στο θέατρο, έκανα πολύ σινεμά και τηλεόραση. Δεν ήταν μόνο ότι μου άρεσε η σχέση μου με την κάμερα. Το γύρισμα μιας ταινίας έχει ένα lifestyle, κάθε μέρα είσαι κάπου αλλού, δεν ξέρεις τι πρόκειται να έρθει και πώς. Το σινεμά έχει ένα πέπλο περιπέτειας που με γοητεύει. Ωστόσο, μεγάλωσα και η γκάμα των ρόλων που μπορούν να μου απευθύνουν στενεύει. Έχει σχέση και με το τι σινεμά θέλεις να κάνεις…» Προσθέτει ότι και η τηλεόραση εδώ και χρόνια δεν την αφορά. «Φτήνυναν τα σενάρια και οι σειρές, δεν είχα πια καμία επιθυμία να δοκιμαστώ σε αυτόν τον τομέα, κι έτσι έπεσα με τα μούτρα στο θέατρο. Αυτό με έκανε πιστεύω καλύτερη ηθοποιό και στο σινεμά. Στο σανίδι υπάρχει το πλεονέκτημα της πρόβας. Έχεις τρεις μήνες να χτίσεις έναν χαρακτήρα, η τεχνική σου αναπτύσσεται, νιώθεις πιο στιβαρός. Επίσης, αποκλείεται να ερμηνεύσεις τέτοιους ρόλους στο πλατό. Με το θέατρο διευρύνεις τους ορίζοντές σου. Κι ενώ τα λέω όλα αυτά, θα ήταν κρίμα να μην ομολογήσω ότι κάθε φορά που μου στέλνουν ένα σενάριο η καρδιά μου χτυπάει πιο γρήγορα».

Παραδέχεται πως, αν είχε την οικονομική δυνατότητα, θα εξασφάλιζε μεγαλύτερες αποστάσεις ανάμεσα στις δουλειές που αναλαμβάνει. «Η δική μας δουλειά γίνεται όταν δεν “παίζεις”. Τότε μαζεύεις πληροφορίες, ταξιδεύεις, εμπνέεσαι, παρατηρείς. Τότε χάνει ο χρόνος τα όριά του και αποκτά πραγματική σημασία. Έρχονται και κάθονται μέσα σου τα πράγματα». Ωστόσο, η ζωή της –όπως όλων– έχει περιοριστεί τρομακτικά. «Δεν κυνήγησα ποτέ τα χρήματα, όπως δεν ανοίχτηκα και ποτέ. Έχω έναν τρόμο για τα δάνεια, για τα χρέη, δεν έχω πιστωτική κάρτα, δεν δεσμεύτηκα ποτέ με δόσεις. Ο φόβος είναι αυτός που με κράτησε, και το ότι είχα φέρει ένα παιδί στον κόσμο. Αν δεν έκανα την κόρη μου, δεν ξέρω πώς θα εξελισσόμουν, ήμουν ανήσυχη φύση. Ένα παιδί, όμως, σε προσγειώνει, σου αλλάζει τα δεδομένα: Πρέπει να είσαι υγιής, να έχεις χρήματα, να είσαι σοβαρός, να δίνεις κάθε στιγμή ό,τι καλύτερο έχεις». Τη ρωτώ τι είναι αυτό που θαυμάζει στην κόρη της. «Το πνεύμα της. Έχει καθαρή σκέψη, καλλιτεχνική. Ο τρόπος που κοιτάζει τα πράγματα με ξαφνιάζει. Είναι όμως πιο κλειστή, επεξεργάζεται πολύ την κάθε της κίνηση. Θα ήθελα να είναι πιο αποφασιστική, γιατί αυτό που εκείνη σκέφτεται είναι πιο τολμηρό από αυτό που κάνω εγώ».

Έχει παρασυρθεί η ίδια σε λάθη από το έντονο ταμπεραμέντο της; «Στη δουλειά μου αγαπώ τα παράταιρα, αυτά που δεν μοιάζουν τέλεια ζυγισμένα. Μου αρέσει κάτι να είναι πιο ρευστό, με ελκύει. Άλλωστε, εξαρτάται πώς θα το δεις. Τι θα πει λάθος και σωστό; Υπάρχει μια ηθική που σε καθορίζει, αλλά από εκεί και πέρα τι είναι πραγματικά λάθος;»

Η μόνη υπερβολή που έχει επιτρέψει στον εαυτό της είναι τα ρούχα. Αγαπημένοι της σχεδιαστές ο Dries van Noten, η Ιsabel Marant, ο Marc Jacobs. «Μου αρέσει το στυλ, όχι η μόδα, αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Φυσικά, δεν έχει κανένα νόημα πια τι μου αρέσει. Δεν αγοράζω πλέον πράγματα, πολλά τα έδωσα, άλλα τα πούλησα… Τώρα ζω λίγο με “στολές”, τζιν και πουλόβερ. Έχουν μείνει βέβαια και 2-3 κομμάτια που φοράω και ξαναφοράω. Ωστόσο, εξακολουθώ να δίνω έμφαση στην ποιότητα και την απλότητα. Μου φαίνεται πιο ωραία μια γυναίκα με t-shirt, τζιν και αθλητικά, παρά με όλα αυτά τα φτηνά κοσμήματα, τις τρέσες στα μαλλιά και τα άθλια παπούτσια. Με πειράζει η εικόνα ενός κακοντυμένου ανθρώπου και μιας απεριποίητης, εγκαταλειμμένης πόλης. Η ομορφιά είναι απαραίτητη, σε ξεκουράζει, σε ανανεώνει». •

―Ριχάρδος Γ’ , Εθνικό Θέατρο-Κεντρική Σκηνή, έως 14/02/2016,  www.n-t.gr ―Γυάλινος Κόσμος, Θέατρο Εμπορικόν, από 01/03/2016

Photographer Βαγγέλης Κύρης

Επιμέλεια Μυρτώ Κριτσωτάκη

Make Up & Hair: Δήμητρα Αλτανή @D-Tales

Βοηθός Φωτογράφου: Anatoli Georgiev

H ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ATHENSWAS (ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ 5, ΑΘΉΝΑ, WWW.ATHENSWAS.GR). ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΉ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ.