ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Ίντερνετ: Έφτασε η ώρα της χρέωσης του περιεχομένου;


Ίντερνετ: Έφτασε η ώρα της χρέωσης του περιεχομένου;

internet-eftase-i-ora-tis-chreosis-toy-periechomenoy0
Την ώρα που τα διαφημιστικά τους έσοδα
συρρικνώνονται, οι εκδότες των εφημερίδων πέρασαν αρκετό χρόνο σε
συζητήσεις για το ενδεχόμενο χρέωσης όλου ή μέρους του περιεχομένου
τους στο Ίντερνετ.

Όπως φαίνεται η συζήτηση θα μετουσιωθεί σε πράξεις το ερχόμενο
φθινόπωρο, με πολλές μεγάλες εφημερίδες να αναμένεται να ξεκινήσουν
χρεώσεις στις ιστοσελίδες τους. Αρχικά, σκοπεύουν να ελέγξουν τη
διάθεση των καταναλωτών να πληρώσουν για πληροφορίες που παρείχαν
δωρεάν τα τελευταία 15 χρόνια. Αυτό συνέβαινε κυρίως επειδή οι
περισσότεροι εκδότες μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες των
ιστοσελίδων τους από τα έσοδα των εντύπων. Η μείωση στις
κυκλοφορίες και στις τιμές των διαφημίσεων στο Διαδίκτυο ανέτρεψαν
άρδην αυτή την κατάσταση.

Πρόσφατη μελέτη του Αμερικανικού Ινστιτούτου Τύπου βρήκε ότι 58%
των εφημερίδων που συμμετείχαν σε αυτή σκέφτονται σοβαρά το
ενδεχόμενο χρέωσης του περιεχομένου στο web. Από αυτές, 22%
σκέφτεται να ξεκινήσει μια τέτοια πολιτική πριν το τέλος του έτους.
Η μετάβαση αυτή προβλέπεται να πραγματοποιηθεί μάλλον με μικρά
βήματα παρά με δραστικές εν μία νυκτί κινήσεις κλειδώνοντας όλο το
online περιεχόμενο τους. Οι εκδότες τηρούν ιδιαίτερα προσεκτική
στάση καθώς ακόμη δεν έχουν καταλήξει στο σχέδιο online πληρωμών
που θα μπορέσει να φέρει αρκετά έσοδα χωρίς να αποξενώσει τους
αναγνώστες.

Για παράδειγμα, η εφημερίδα Pittsburgh Post-Gazette, κυκλοφορίας
206.500 φύλλων σε εβδομαδιαία βάση, πρόσφατα εγκαινίασε μία
ιστοσελίδα που περιλαμβάνει κάλυψη και σχολιασμό αθλητικών
ειδήσεων, πολιτικής και ψυχαγωγίας που δεν περιλαμβάνονται στην
έντυπη ή τη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας. Το κόστος πρόσβασης
σε αυτή την ιστοσελίδα ορίστηκε στα 36 δολάρια ετησίως, ή 3,99
δολάρια το μήνα.

Άλλες εφημερίδες που συζητούν την προοπτική συνδρομής
εμφανίζονται επιφυλακτικές. Η Newsday του Λόνγκ Άιλαντ στη Νέα
Υόρκη δεν έχει εφαρμόσει το συνδρομητικό της πρόγραμμα, παρά τις
ανακοινώσεις για μια τέτοια ενέργεια μέσα στο καλοκαίρι που πέρασε.
Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι εκδότες
είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί το κατά πόσο και τι
ποσό είναι διατεθειμένοι οι χρήστες να πληρώνουν για αυτό το
περιεχόμενο. Όπως φαίνεται, τόσο οι μηχανές αναζήτησης αλλά και
κοινωνικά δίκτυα όπως το Twitter και το Facebook εξασφαλίζουν την
πρόσβαση σε άφθονο δωρεάν περιεχόμενο για τους χρήστες.

Από την άλλη, η ελεύθερη πρόσβαση δεν έχει αποδώσει για τις
περισσότερες εφημερίδες. Ακόμη και πριν την κρίση και τη μείωση της
κυκλοφορίας, οι διαφημίσεις στο Διαδίκτυο αντιστοιχούσαν σε ένα
μικρό μόνο ποσοστό των εσόδων των εντύπων εκδόσεων. Η ανισότητα
αυτή έκανε τους εκδότες να συνειδητοποιήσουν ότι χρειάζονται
περισσότερους τρόπους δημιουργίας εσόδων στο Ίντερνετ, με λίγους να
έχουν βρει τον τρόπο.

«Η αξία του περιεχομένου πρέπει να αυξηθεί», σχολίασε
χαρακτηριστικά σε παλαιότερη ομιλία του ο Τόμ Κέρλι, διευθύνων
σύμβουλος του Associated Press. «Ψάχνουμε τρόπους για να το
πετύχουμε».

Και ενώ οι εφημερίδες αναζητούν τον τρόπο και τα οικονομικά μιας
τέτοιας κίνησης, ο ανταγωνισμός έχει φουντώσει για τα καλά σε ότι
αφορά την τεχνολογική πλατφόρμα στην οποία θα στηριχθεί το
εγχείρημα. Τέσσερις από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες, οι
Google, Microsoft, IBM και Oracle, έχουν εκφράσει το έντονο
ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη ενός συστήματος online πληρωμών
για τους εκδότες. Ενώ, περισσότερες από 1.000 εφημερίδες και
περιοδικά έχουν υπογράψει μη δεσμευτικό έγγραφο συμμετοχής στο
σύστημα πληρωμών που αναπτύσσει το Journalism Online LLC.

Στόχος του Journalism Online είναι η δημιουργία ενός «μπουκέτου»
πληροφόρησης, με τους καταναλωτές να πληρώνουν για τις ιστορίες που
θέλουν να διαβάσουν από τις ιστοσελίδες των εφημερίδων που
συμμετέχουν στο πρόγραμμα, χωρίς όμως να δίνουν τα προσωπικά τους
στοιχεία σε αυτές. Το περιεχόμενο θα διανέμεται τόσο στο Ίντερνετ
και σε συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης, ενώ ο οργανισμός θα παίρνει
προμήθεια 20% από τα συνολικά έσοδα.



Ρούπερτ Μέρντοχ, από τους ένθερμους υποστηρικτές χρέωσης του
περιεχομένου στο Ίντερνετ


Αν και δεν σκοπεύει να συμμετέχει στο παραπάνω εγχείρημα, η News
Corporation του Αυστραλού μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης, Ρούπερτ
Μέρντοχ, είναι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές των online
πληρωμών. Η εταιρεία διαθέτει ήδη το πιο επιτυχημένο σύστημα
συνδρομών στη Wall Street Journal, με περισσότερους από ένα
εκατομμύριο συνδρομητές που πληρώνουν για πρόσβαση στην ιστοσελίδα.
Η ετήσια χρέωση κυμαίνεται από 103 δολάρια για πρόσβαση μόνο στο
online περιεχόμενο, μέχρι 140 δολάρια για ένα πακέτο που
περιλαμβάνει και την έντυπη έκδοση. Ο Μέρντοχ ελπίζει κάνει το
σύστημα αποδοτικό και για τα υπόλοιπα έντυπα, περιλαμβανομένων των
New York Post και Times του Λονδίνου, χωρίς ωστόσο να έχει
παρουσιάσει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο.

Οι New York Times εξετάζουν και αυτοί την προοπτική χρέωσης του
περιεχομένου της ιστοσελίδας τους, με περισσότερες λεπτομέρειες να
αναμένονται στις επόμενες εβδομάδες. Μάλιστα η εφημερίδα έχει
δοκιμάσει στο παρελθόν το συνδρομητικό μοντέλο, που εγκαταλείφθηκε
όμως μετά από δύο χρόνια εφαρμογής, το 2007.

Σήμερα, οι έντυπες εκδόσεις των εφημερίδων αντιμετωπίζουν τέτοια
προβλήματα που κάνουν τους εκδότες πρόθυμους να εφαρμόσουν κάποιο
πρόγραμμα συνδρομών στο Διαδίκτυο, ακόμη κι αν πρόκειται για σχεδόν
συμβολικό ποσό σε μηνιαία βάση. Κύριο ερώτημα προς αυτή την εξέλιξη
είναι το ποιος θα είναι ο πρώτος που θα προχωρήσει σε μια τέτοια
κίνηση. «Πολλοί εκδότες θα ήθελαν να δουν πρώτα κάποια χειροπιαστά
στοιχεία από άλλες προσπάθειες, προτού οι ίδιοι εφαρμόσουν
συνδρομητικά μοντέλα», σχολίασε ο Ράντι Μπένετ, αντιπρόεδρος της
Newspaper Association of America.

Στο χειρότερο σενάριο, η επιβολή συνδρομών θα μειώσει τόσο την
επισκεψιμότητα στις ιστοσελίδες των εφημερίδων που θα χάσουν
περισσότερα από τις διαφημίσεις σε σχέση με τα νέα έσοδα. Το
αντίθετο σενάριο, θέλει τις εφημερίδες που χρεώνουν το onlione
περιεχόμενο τους να δημιουργούν επαρκή έσοδα, παραμένοντας
ελκυστικές τα διαφημιστικά κανάλια. Σε μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα
εκδοχή, η χρέωση του online περιεχομένου μπορεί να κάνει τους
αναγνώστες πρόθυμους να πληρώσουν για έντυπο περιεχόμενο που δεν
παρέχεται στο Ίντερνετ.

Εξίσου σημαντικό είναι και το ζήτημα διατήρησης της αξίας της
έντυπης έκδοσης για όσους αποφασίσουν να χρεώσουν το περιεχόμενο
της ιστοσελίδας τους. Ο λόγος είναι ότι οι εφημερίδες εξακολουθούν
να βγάζουν τα περισσότερα χρήματα από τις έντυπες διαφημίσεις, με
μεγάλη μάλιστα διαφορά σε σχέση με τις διαδικτυακές.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που δεν έχουν καμία πρόθεση να
ξεκινήσουν να χρεώνουν για πρόσβαση στις ιστοσελίδες τους, έχοντας
καταλήξει στο ότι οι online πληρωμές θα είναι μπούμερανγκ για
όποιον τις εφαρμόσει. Μελέτη του Αμερικανικού Ινστιτούτου Τύπου
βρήκε ότι 44% των ερωτηθέντων δε συμφωνεί καθόλου με την εφαρμογή
χρεώσεων και ότι τελικά, το μόνο που θα κάνουν όσοι τις εφαρμόσουν
θα είναι να βλάψουν το προΐόν τους.


www.kathimerini.gr
με πληροφορίες από Associated Press