ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Νίκος Γεωργιάδης: Σκαμνιά και ικριώματα

Τι είναι η καταδίκη του Νίκου Γεωργιάδη – για ασέλγεια σε ανηλίκους άνω των 15 ετών έναντι αμοιβής; Είναι μια ποινική υπόθεση που αφορά τον πρωτοδίκως καταδικασθέντα – όπως λέει η Ν.Δ.; Ή μήπως είναι ταυτόχρονα ένα μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο, όπως ισχυρίζεται το Μαξίμου; Μήπως είναι μια απόδειξη συλλογικής ενοχής ενός κόμματος και των φιλικών του ΜΜΕ, που τάχα προστατεύουν διά της σιωπής τους έναν απεχθή εγκληματία;

Αυτοί οι διαχωρισμοί –μεταξύ ποινικής αξιολόγησης, πολιτικής εκμετάλλευσης και ηθικού πανικού– μπορούν να σταθούν μόνο στη θεωρία. Στην πραγματικότητα, όλα τα επίπεδα απορροφούνται από τα ψυχικά αντανακλαστικά του αποτροπιασμού.
Αλήθεια, όμως. Τι καθιστά την υπόθεση Γεωργιάδη πολιτικό σκάνδαλο – πέρα από το γεγονός ότι ωρίμασε σε προεκλογικό χρόνο; Η επιτελική θέση του δίπλα στον Μητσοτάκη, λέει η κυβέρνηση. Ομως, στα τέλη του 2015, που ο πρώην βουλευτής επιστρατεύτηκε στην εσωκομματική αναμέτρηση, δεν εκκρεμούσε εναντίον του καμία κατηγορία. Είχε από το 2013 απαλλαγεί στη Μολδαβία. Οταν άρχισε εις βάρος του έρευνα στην Ελλάδα, του αφαιρέθηκε αμέσως η κομματική του ιδιότητα.

Ως κομματικές «πλάτες» ο ΣΥΡΙΖΑ εννοεί και την παρουσία δύο στελεχών της Ν.Δ. στη δίκη. Η μία, η βουλευτής Αννα-Μισέλ Ασημακοπούλου, κατέθεσε ως παιδική φίλη του Γεωργιάδη. Ο άλλος, ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Κυρανάκης, δεν κατέθεσε καν. Απλώς παρέστη στο ακροατήριο.

Αυτή η στάση καταγγέλλεται ως συνενοχή στο έγκλημα σε βαθμό που οι συνένοχοι, όπως γράφεται, «πρέπει να κρεμαστούν από τις γραβάτες τους». Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς πώς κατέστη εφικτή η μετάβαση στα μιντιακά ικριώματα. Οι επισπεύδοντες την κατηγορία «δικάζουν» βέβαιοι ότι κανείς δεν θα τολμήσει να μιλήσει για τις λεπτομέρειες ανακίνησης και προώθησης της υπόθεσης. Κανένας δεν θέλει να διακινδυνεύσει το ανάθεμα ότι υπερασπίζεται «έναν παιδεραστή».

Δεν θα ρισκάρει κανείς να αναρωτηθεί πώς έγινε η δίκη χωρίς καν να ακουστούν οι παθόντες – χωρίς να ελεγχθεί δικαστικώς η αξιοπιστία τους, να διασταυρωθεί η ταυτότητά τους ή καν η ηλικία τους. Δεν θα μπλέξει κανείς για να ρωτήσει πώς είναι δυνατόν να βασιστεί καταδίκη, έστω και πρωτόδικη, μόνο πάνω στις καταθέσεις του εκδότη-κατηγόρου και δύο δημοσιογράφων του.

Ολοι, με πρώτο το κόμμα του καταδικασθέντος, θα αποφύγουν το μπλέξιμο. Πώς να πείσεις ότι ζητάς απλώς δίκαιη δίκη, χωρίς να εκτεθείς στην κατηγορία ότι ζητάς αθώωση του κατηγορουμένου; Πώς να διαχωρίσεις τη δίκη, από την πολιτική της κατάχρηση;

Πρόκειται για ανίκητο στρατήγημα. Ανίκητο όχι γιατί είναι σύνθετο ή πρωτότυπο. Αλλά γιατί είναι παλιό και απλό. Σαν τον αυριανισμό.

Νίκος Μουζέλης: Η πόρτα του σαλούν

Οσοι έχουν ακόμη το κουράγιο να εκπλήσσονται, ταλαιπωρούνται από ένα παράδοξο: Πώς γίνεται, λένε, οι σοφοί του εκσυγχρονισμού, όπως ο Νίκος Μουζέλης, να στρατεύονται ως απολογητές του ΣΥΡΙΖΑ. Πώς γίνεται να μακιγιάρουν το προφίλ ενός κόμματος που μέχρι προχθές χλεύαζε τους ευρωπαϊστές σαν «μενουμευρωπαίους»; Ο απόμαχος καθηγητής του LSE έδωσε τη δική του απάντηση στα εγκαίνια του «Γέφυρα». Αντίπαλος, είπε, είναι οι δύο βαρβαρότητες: ο λαϊκισμός και ο νεοφιλελευθερισμός.

Πρόκειται για συμπύκνωση της εκλογικής επινόησης μέσω της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανακαινίσει το brand του. Αντίπαλος είναι η Ακροδεξιά, στην οποία ο επί τετραετία εταίρος του Καμμένου κατατάσσει τώρα τη Ν.Δ. Ενας μπούσουλας για να δει κανείς πόσο «ακροδεξιά» είναι η Ν.Δ. και πόσο «αριστερός» ο ΣΥΡΙΖΑ – είναι η διάκριση που καθιέρωσε εδώ και καιρό ο Economist. Δεν είναι πια καθαρή, έγραφε το περιοδικό, η παλιά διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς. Οι δυτικές δημοκρατίες μπορούν να αναοριοθετηθούν σε οπαδούς της κλειστότητας και της ανοικτότητας. Ανοιχτοί όσοι υποστηρίζουν τη μετανάστευση, την παγκοσμιοποίηση και τη διεθνή συνεργασία, τη ρευστότητα των ταυτοτήτων. Κλειστοί όσοι δεν θέλουν τους ξένους, θέλουν οικονομική κυριαρχία στο εθνικό πλαίσιο και καθαρές, παραδοσιακές αξίες.

Το σχήμα παραείναι στερεοτυπικό για να περιγράψει την πραγματικότητα. Απόδειξη, ο ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα ήταν εξαρχής ανοιχτό στη μετανάστευση, αλλά κλειστό στην οικονομία –«στα τσακίδια, Ελντοράντο»– και θεόκλειστο στην εκπαίδευση. Ηταν φιλελεύθερο στα δικαιώματα και στις ταυτότητες, αλλά οφείλει την αντιμνημονιακή του ανάδυση στο σύνθημα για «ανάκτηση κυριαρχίας» και στην εχθρότητα απέναντι στους ξένους – το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη «συντηρητική νομενκλατούρα» της Ευρώπης.

Στον αντίποδα, η Ν.Δ. οχυρώθηκε σε μια παραδοσιακή πρόσληψη της εθνικής ταυτότητας στο Μακεδονικό. Ποτέ όμως, υπό την παρούσα ηγεσία της, δεν υιοθέτησε συνθήματα για πολιτισμική απειλή από τους ξένους – που χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Καταψήφισε κάποιους από τους νόμους του ΣΥΡΙΖΑ για τα δικαιώματα. Ποτέ όμως δεν επέλεξε η ίδια να κάνει σημαία της τις ταυτοτικές ανασφάλειες.

Η Ν.Δ. είναι ένα κόμμα γενετικά ευρωπαϊκό και δυτικόστροφο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σαν την πόρτα του σαλούν: Ανοίγει και κλείνει και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Για να γιγαντωθεί, υποδαύλισε την ψεκασμένη περιχαράκωση του go back. Τώρα που, λόγω Πρεσπών, αποξένωσε αυτή την πελατεία, ζητάει να αναπληρώσει την απώλεια ως κόμμα αντιεθνικιστικό και ευρωπαϊκό.

Αυτή τη μεταμφίεση εξυπηρετεί ο Μουζέλης – και όποιος έρχεται από το βεστιάριο της απόμαχης διανόησης, σαν εφεδρικός Κουβέλης.