ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κατάσκοπος που γύρισε από την Αργεντινή

o-kataskopos-poy-gyrise-apo-tin-argentini-2307787

​Ράφι Εϊτάν, ο δαιμόνιος Ισραηλινός αρχικατάσκοπος, έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο σε ηλικία 93 ετών. Ηταν, μεταξύ άλλων, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της ομάδας που συνέλαβε τον Αδόλφο Αϊχμαν στην Αργεντινή.

Με την επιβεβαίωση του θανάτου του, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου δήλωσε ότι ο Εϊτάν «ήταν μεταξύ των ηρώων των υπηρεσιών πληροφοριών του κράτους του Ισραήλ». Ο διοπτροφόρος υπερήλικας με τα αραιά μαλλιά ήταν ένας θρύλος στη χώρα του, καθώς το όνομά του είχε συνδεθεί με μεγάλο αριθμό διεθνών επιτευγμάτων στους τομείς της κατασκοπείας, της καταπολέμησης της τρομοκρατίας ή απλά της εκδίκησης.

Επαιξε σημαντικό ρόλο στο χειρουργικό στρατιωτικό πλήγμα κατά του πυρηνικού αντιδραστήρα Οσιράκ στο Ιράκ το 1981, αλλά και στην κλοπή στα μέσα της δεκαετίας του ’60 τουλάχιστον 50 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου από πυρηνικό εργοστάσιο στα περίχωρα του Πίτσμπουργκ, που ενίσχυσε το ατομικό πρόγραμμα του Ισραήλ.

Είχε επίσης ζωτική εμπλοκή στις δολοφονίες των Παλαιστινίων κομάντος που συμμετείχαν στη σφαγή Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972.

«Ως θέμα αρχής, όταν βρίσκεσαι σε πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, λειτουργείς χωρίς αρχές», έλεγε στην εφημερίδα Ha’aretz το 2010. «Απλά πολεμάς».

Κανένα ανδραγάθημά του, ωστόσο, δεν προσείλκυσε μεγαλύτερη προσοχή από την απαγωγή του Αϊχμαν, του αξιωματούχου των SS που οργάνωσε την «Τελική Λύση» – τον μαζικό εκτοπισμό Εβραίων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης με σκοπό τον αφανισμό τους.

Η Μοσάντ, η ισραηλινή ομόλογος της CIA, είχε μάθει από έναν Γερμανό εισαγγελέα ότι μία νεαρή Γερμανίδα που ζούσε στο Μπουένος Αϊρες διατηρούσε φιλικές σχέσεις με έναν νεαρό άνδρα ονόματι Νίκολας Αϊχμαν, ο οποίος ζούσε με την οικογένειά του σε ένα προάστιο της πόλης. Ο πατέρας του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ρικάρντο Κλέμεντ. Παρακολουθώντας τον «Κλέμεντ», ο Εϊτάν και η ομάδα του διαπίστωσαν ότι επέστρεφε καθημερινά στο σπίτι του από τη δουλειά με λεωφορείο. Στις 11 Μαΐου του 1960, τα μέλη της ομάδας της Μοσάντ, υποδυόμενοι ότι επισκεύαζαν το αυτοκίνητό τους, τον έπιασαν καθώς έβγαινε από το λεωφορείο.

«Τον άρπαξα από τον λαιμό με τόση δύναμη που έβλεπα τα μάτια του να γουρλώνουν», θυμόταν ο Εϊτάν. «Λίγο πιο σφιχτά και θα τον είχα στραγγαλίσει».

Οδήγησαν ώς ένα κρησφύγετο, όπου ο Αϊχμαν κρατήθηκε για επτά μέρες. Κατά την αιχμαλωσία του εκεί, παραδέχθηκε την πραγματική του ταυτότητα.

«Δεν θέλαμε να δείξουμε στον Αϊχμαν πόση αγωνία είχαμε όλοι», θα έλεγε ο Εϊτάν σε μελλοντική συνέντευξη. «Αυτό θα του έδινε ελπίδα, και η ελπίδα κάνει έναν απελπισμένο άνθρωπο επικίνδυνο. Ηταν ανάγκη να νιώσει εξίσου αβοήθητος όσο οι συμπατριώτες μου όταν τους έστελνε με τα τρένα στα στρατόπεδα του θανάτου».

Η ομάδα έντυσε τον Αϊχμαν με τη στολή ενός αεροσυνοδού της El Al, τον ανάγκασε να πιει ένα μπουκάλι ουίσκι και τον συνόδευσε σε ένα αεροπλάνο που έφευγε για το Ισραήλ. Ενας πραγματικός αεροσυνοδός της El Al έμεινε στο Μπουένος Αϊρες για να μην υπάρξει ασυμφωνία στη λίστα του πληρώματος. Η ομάδα γνώριζε επίσης το μέρος στην Αργεντινή όπου κρυβόταν ο σατανικός ιατρός των ναζί Γιόζεφ Μένγκελε. Ο Εϊτάν, όμως, είχε αποτρέψει οποιαδήποτε απόπειρα αρπαγής του, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο την αποστολή απαγωγής του Αϊχμαν.

Η απαγωγή καταδικάστηκε στην Αργεντινή ως παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου. Εγινε όμως δεκτή με βαθιά ικανοποίηση και αίσθημα δικαίωσης από δεκάδες χιλιάδες άτομα που επιβίωσαν του Ολοκαυτώματος. Ο Αϊχμαν δικάστηκε στην Ιερουσαλήμ, σε μία δίκη που ανέδειξε εκ νέου τη συστηματική πολιτική γενοκτονίας της ναζιστικής Γερμανίας. Κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού το 1962.

Στο βιβλίο του, «Gideon’s Spies: The Secret History of the Mossad» (1995), ο Βρετανός συγγραφέας και ερευνητής δημοσιογράφος Γκόρντον Τόμας έγραψε ότι ο Εϊτάν μίλησε στον Αϊχμαν στην αίθουσα της εκτέλεσης. «Ο Αϊχμαν με κοίταξε και είπε. “θα έρθει ο καιρός σου να με ακολουθήσεις, Εβραίε”», είχε πει ο Ισραηλινός κατάσκοπος στον Τόμας. «Και του απάντησα: “Αλλά όχι σήμερα, Αδόλφε, όχι σήμερα”».

Ο Ραφαέλ Εϊτάν γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1926 στην Παλαιστίνη, στην περίοδο της Βρετανικής Εντολής. Οι γονείς είχαν μεταναστεύσει τρία χρόνια νωρίτερα από τη Ρωσία και έμεναν σε έναν μικρό οικισμό κοντά στο Τελ Αβίβ. Πριν καν γίνει έφηβος, ο Ράφι εντάχθηκε στη Χαγκανά, την οργάνωση-πρόδρομο του ισραηλινού στρατού, για να υπερασπιστεί τον οικισμό έναντι αραβικών επιθέσεων. Στη συνέχεια στρατολογήθηκε από την Παλμάχ, την ελίτ μονάδα της Χαγκανά.

Διακρίθηκε σερνόμενος μέσα σε υπονόμους για να ανατινάξει τις εγκαταστάσεις ραντάρ των Βρετανών στο όρος Καρμέλ. Εξαιτίας της επιχείρησης αυτής απέκτησε το προσωνύμιο «Ράφι ο Βρωμερός», ώστε να τον ξεχωρίζουν από τον άλλο Ραφαέλ Εϊτάν, ο οποίος θα εξελισσόταν σε αρχηγό των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Ο Εϊτάν έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στη φυγάδευση Εβραίων προσφύγων από τις χώρες υπό ναζιστική κατοχή προς την Παλαιστίνη.

Αφού τραυματίστηκε δύο φορές στον ισραηλινό πόλεμο της ανεξαρτησίας το 1948, μετατέθηκε στην υπηρεσία πληροφοριών. Ετσι ξεκίνησε η καριέρα του ως κατάσκοπος – αν και βρήκε τον χρόνο να λάβει πτυχίο από το London School of Economics.

Στις επόμενες δεκαετίες υπηρέτησε ως διευθυντής επιχειρήσεων της Σιν Μπετ (του ισραηλινού FBI) και ως αναπληρωτής διευθυντής επιχειρήσεων της Μοσάντ. Το 1965, υποδυόμενος χημικό επιστήμονα της ισραηλινής κυβέρνησης, επισκέφθηκε ένα εργοστάσιο πυρηνικών καυσίμων στο Απόλο της Πενσιλβάνια. Αργότερα ανακαλύφθηκε ότι μεγάλη ποσότητα εμπλουτισμένου ουρανίου είχε εξαφανιστεί. Ορισμένοι Αμερικανοί αναλυτές συμπέραναν ότι δεν ήταν ακριβώς σύμπτωση το γεγονός ότι η επίσκεψη του Εϊτάν συνέπεσε με την κλοπή. Το 1985, ο Πόλαρντ, ένας αναλυτής του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ ο ρόλος του οποίου ήταν η παρακολούθηση εμπιστευτικού υλικού για τη δράση τρομοκρατών διεθνώς, συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπείας για το Ισραήλ και της υπεξαγωγής εκατοντάδων εγγράφων. Ομολόγησε και καταδικάστηκε σε ισόβια. To 2015, έπειτα από 30 χρόνια, αποφυλακίστηκε υπό όρους.

Στον απόηχο της υπόθεσης Πόλαρντ, ο Εϊτάν απομακρύνθηκε από τη θέση του στη Μοσάντ και διορίστηκε επικεφαλής της κρατικής εταιρείας Israel Chemicals, θέση στην οποία παρέμεινε ώς το 1993.

Φέρεται να είχε τρία παιδιά και πολλά εγγόνια με τη σύζυγό του, Μίριαμ. Περαιτέρω λεπτομέρειες δεν ήταν άμεσα διαθέσιμες.