ΑΠΟΨΕΙΣ

Ας μιλήσουμε για τους «αθέατους»

Τα πρόσωπα με τα οποία ασχολήθηκε η Ανιές Βαρντά δεν θα γίνουν πρωτοσέλιδο. Ανθρωποι ηττημένοι και αδύναμοι, όχι ακριβώς φτωχοί, στο όριο της κοινωνίας και του περιθωρίου. Ενός ιδιότυπου περιθωρίου. Δεν είναι ανήμποροι, δεν πάσχουν από κάποια μορφή αναπηρίας, δεν είναι οργισμένοι με την πολιτική εξουσία. Την αγνοούν, όπως και εκείνη εξάλλου τους αγνοεί. Δεν είναι ούτε ακριβώς δυσαρεστημένοι αλλά ούτε και ευχαριστημένοι. Δεν ανήκουν στους φανατικούς διαμαρτυρόμενους για οποιοδήποτε θέμα, δεν παθιάζονται και, ενδεχομένως, ελάχιστα ενημερώνονται για τα τρέχοντα. Ο,τι αποκαλούμε επικαιρότητα πολύ περιορισμένα –έως καθόλου– τους απασχολεί. Μπορεί να καταγράφονται στο «δεν ξέρω/δεν απαντώ» των δημοσκοπήσεων αλλά μπορεί και να περνούν αθέατοι, κάτω από τα ραντάρ των ποσοστών και των μετρήσεων. Είναι απλώς μόνοι και λησμονημένοι.

Αυτό, περίπου, ήταν το περιεχόμενο του εξαιρετικού ντοκιμαντέρ της Γαλλίδας σκηνοθέτιδος, που πέθανε χθες σε ηλικία 90 χρόνων. Προβλήθηκε πέρυσι –ναι, το γύρισε στα 89 της–, είχε τίτλο «Πρόσωπα & ιστορίες» («Faces Places») και το συνυπέγραφε με τον 34χρονο Γάλλο φωτογράφο και street artist, JR. Μαζί, οι δυο τους, ταξίδεψαν στη γαλλική επαρχία με ένα βαν, στο οποίο υπήρχε ενσωματωμένη μηχανή εκτύπωσης. Σταματούσαν σε μικρές πόλεις, συναντούσαν ανθρώπους από την εργατική τάξη, αγρότες και βιομηχανικούς εργάτες, πρώην ανθρακωρύχους, ανθρώπους καθημερινούς, μετατρέποντας τα φωτογραφικά πορτρέτα τους σε τεράστιες τοιχογραφίες, τις οποίες τοποθετούσαν σε μεγάλες επιφάνειες: προσόψεις σπιτιών, τοίχους εργοστασίων κ.ο.κ.

Ενας πληθυσμός που βρίσκεται μακριά από ό,τι αποκαλούμε δημοσιότητα. Δύο «άγνωστοι» τον επισκέφθηκαν και ενδιαφέρθηκαν για τη ζωή του. Γι’ αυτό που είναι και αντιπροσωπεύει.

«Στις ταινίες μου πάντα ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να δουν εις βάθος. Δεν θέλω να δείξω πράγματα, αλλά να τους δώσω την επιθυμία να δουν», έλεγε η Βαρντά.

Πόσο άραγε «επιθυμούν να δουν» και τι, κυρίως, «βλέπουν» σήμερα οι πολιτικοί; Το ερώτημα μπορεί να είναι διαχρονικό, αλλά οι επικείμενες εκλογές το επαναφέρουν ισχυροποιημένο. Οι συνθήκες «ακραίας πόλωσης» περιορίζουν μοιραία το κοινωνικό τοπίο στους «μεν» και στους «δε». Κάθε κόμμα προσπαθεί να εστιάσει σε αυτούς που θεωρεί εν δυνάμει ψηφοφόρους του, διευρύνοντας, όσο μπορεί, την εκλογική βάση του. Η πόλωση, όμως, θα εξαιρέσει παρά θα συμπεριλάβει. Μοιραία, οι «αθέατοι» θα πολλαπλασιαστούν.