ΑΠΟΨΕΙΣ

«…σαν τον λίβα που καίει τα (συνταγματικά) σπαρτά!»

«Εγώ με τις κοροϊδίες μου κλόνισα μέσα στην ψυχή
των πολιτών κάθε μπιστοσύνη στους νόμους!»
Κ. Βάρναλη: «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη»

Τώρα που η χώρα οδηγείται σε γενικές εκλογές στις 7 Ιουλίου, εκλογές που ουσιαστικά επέβαλε στον κ. Τσίπρα ο ελληνικός λαός με το μέγεθος της αποδοκιμασίας που επεφύλαξε στον ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές αλλά και στις αυτοδιοικητικές εκλογές, αξίζει να επισημάνουμε και πάλι την εχθρική συμπεριφορά του έναντι του Συντάγματος. Του Συντάγματος που και τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ απομακρύνεται από την κυβέρνηση επιμένει να καταπατά και να παραβιάζει, και να γιατί: Από τη στιγμή που με την αναθεώρηση του 1986 δεν διαλύεται η Βουλή λόγω «προφανούς δυσαρμονίας» της σύνθεσής της με το λαϊκό αίσθημα, η Βουλή βασικά διαλύεται και πάμε σε εκλογές είτε λόγω παραίτησης της κυβέρνησης είτε προς αντιμετώπιση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Η επίκληση του εθνικού θέματος ομολογουμένως έχει γίνει στο παρελθόν καταχρηστικά, το ίδιο όμως ετοιμάζεται να γίνει και τώρα από αυτούς που προγραμματικά ψευδολογούσαν πως θα είναι «κάθε λέξη του Συντάγματος». Αξίζει να σημειωθεί πως η Ν.Δ. στην πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος είχε προτείνει την κατάργηση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής με πρόταση της κυβέρνησης για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Επιδιώκαμε έτσι την καθιέρωση σταθερού εκλογικού κύκλου με δραστικό περιορισμό των λόγων πρόωρης διάλυσης της Βουλής για την άντληση ευκαιριακών πολιτικών ωφελημάτων, ώστε η οικονομία και η κοινωνία να πάψουν να λειτουργούν σε ένα καθεστώς διαρκούς πολιτικής εκκρεμότητας. Αποτέλεσμα: Η πρόταση αυτή απερρίφθη, πρωτοστατούντος του ΣΥΡΙΖΑ, από 172 βουλευτές. Καταχρώμενος προφανώς αυτή την πρόβλεψη ετοιμάζεται να προκηρύξει ο ΣΥΡΙΖΑ εκλογές, αντί να εφαρμόσει συνδυαστικά τα άρθρα 37 και 38 Συντ., που προβλέπουν εκλογές λόγω παραίτησης της κυβέρνησης και την ανάθεση σε πρόεδρο ανωτάτου δικαστηρίου του σχηματισμού κυβέρνησης για τη διενέργειά τους (βλ. άρθρο 37 παρ. 3 εδ. γ΄ Συντ.). Και αυτή είναι η συνταγματικά ορθή διαδικασία, γιατί η κυβέρνηση παραιτείται όχι για να ζητήσει ανανέωση εντολής για χειρισμό εθνικού θέματος που ανεφύη, αλλά γιατί έχασε τη λαϊκή νομιμοποίησή της, όπως παραδέχθηκε volens nolens ο πελαγωμένος κ. Τσίπρας το βράδυ των ευρωεκλογών.

Και δεν έφθανε αυτό, αλλά η κυβέρνηση καταστρατηγεί επιπλέον το Σύνταγμα με τη βουλιμία της να ορίσει ανώτατους δικαστές, ενώ αυτό προβλέπεται στο Σύνταγμα κατά παρέκκλιση της διάκρισης των εξουσιών, λόγω της ανάγκης να αποκτήσει έμμεσα η δικαστική εξουσία λαϊκή νομιμοποίηση από την εκτελεστική εξουσία, που τη διαθέτει. Οταν όμως ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδέχεται πως πάμε σε εκλογές γιατί «δεν μπορεί να αγνοήσει» την κατά 9,5% συντριπτική απόσταση από τη Ν.Δ., τότε ποια λαϊκή νομιμοποίηση μπορεί να μεταγγίσει η παρούσα κυβέρνηση στη δικαστική εξουσία; Αυτή που έχασε πανηγυρικά; Αρα, αυτή η επιλογή δεν είναι μόνο ηθικά και πολιτικά απαράδεκτη, είναι και επιπλέον συνταγματικά δυσσεβής και ανεπίτρεπτη, είναι ευθέως αντισυνταγματική και παράνομη! Και ως παράνομη συμπαρασύρει τη νομιμότητα των αποφάσεων που θα εκδοθούν από τα ανώτατα δικαστήρια. Υπενθυμίζω πως η Ν.Δ. πρότεινε την αναθεώρηση του άρθρου 90 Συντ., ώστε οι προαγωγές στις θέσεις των ανωτάτων δικαστών να γίνονται όχι από την κυβέρνηση, αλλά από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών. Η πρόταση αυτή, πρωτοστατούντος του ΣΥΡΙΖΑ, καταψηφίστηκε από 174 βουλευτές. Και τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ απομακρύνεται από την κυβέρνηση και εξακολουθεί να παραβιάζει το Σύνταγμα, αξίζει να θυμίσω πως εξαιτίας του στην πρόσφατη διαδικασία αναθεώρησης απορρίφθηκαν όλες οι προτάσεις οι σχετιζόμενες με την παιδεία, το περιβάλλον, τη δικαιοσύνη, την ανάπτυξη, τη φορολογία, τη δημοσιονομική ισορροπία, λες και όλα αυτά είναι και συνταγματικά καλώς καμωμένα. Γι’ αυτό και η αμέσως επόμενη υπό τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη κυβέρνηση Ν.Δ. έχει πολλές και δύσκολες αποκαταστάσεις να επιτύχει, με κορυφαία και αυτή της συνταγματικής τάξης, που διασαλεύεται μέχρι τελευταίας στιγμής. Κατά τον αείμνηστο Κ. Τσάτσο, η πολιτική επιδιώκει την εκπλήρωση του ύπατου σκοπού της Ιστορίας, ενός σκοπού απολύτου κύρους (Κ. Τσάτσος, «Πολιτική», Αθ. 1975, σελ. 11). Προφανώς έχουμε ξεστρατίσει αφάνταστα από αυτό, αλλά είναι καιρός να το ατενίσουμε και πάλι.

* Ο κ. Κώστας Τασούλας είναι βουλευτής Ιωαννίνων, γενικός εισηγητής της Ν.Δ. για τη συνταγματική αναθεώρηση.