ΑΠΟΨΕΙΣ

Η συμφωνία των Πρεσπών και η νέα κυβέρνηση

Το δημοψήφισμα-κυβίστηση του 2015 ανέδειξε την ιδεοληπτική ψευδαίσθηση του αμεσοδημοκρατικού ελέγχου των κυβερνητικών πράξεων σε ένα περιβάλλον κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δυστυχώς, κάποιοι πιστεύουν πως ένα νέο δημοψήφισμα θα μπορούσε να μας απαλλάξει από τις τοξικές συνέπειες της συμφωνίας των Πρεσπών. Ωστόσο, από τη στιγμή που η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ, δεσμεύει με βάση τον θεμελιώδη κανόνα pacta sunt servanda (οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται), ανεξάρτητα από την εναλλαγή κυβερνήσεων, και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διεθνούς έννομης τάξης. Συνεπώς, κανένα δημοψήφισμα, ούτε και άλλη πράξη εσωτερικού δικαίου μπορεί να την ανατρέψει νομότυπα, ενώ παράλληλα διακινδυνεύουμε να εκπέσουμε στο ίδιο επίπεδο δικαιοπολιτικής ανυποληψίας με την Τουρκία, που ζητεί την «επικαιροποίηση» της Συνθήκης της Λωζάννης.

Επίσης, υποστηρίζεται ότι η συμφωνία πάσχει από νομικά ελαττώματα και άρα μπορούμε να επιδιώξουμε την ακυρότητά της, ώστε να αποδεσμευθούμε από αυτή. Υπενθυμίζουμε ότι η ακύρωση μιας διεθνούς συνθήκης είναι εφικτή όταν συντρέχουν αναρμοδιότητα του οργάνου που συνομολόγησε τη συμφωνία, πλάνη, απάτη, δωροδοκία ή άσκηση βίας (ακόμη και ψυχολογικής) εις βάρος κρατικού αντιπροσώπου, εξαναγκασμός ενός κράτους με απειλή χρήσης ένοπλης βίας ή χρήση ένοπλης βίας, και σύγκρουση της συμφωνίας με κανόνα jus cogens. Με βάση όσα γνωρίζουμε για τη διαδικασία συνομολόγησης της συμφωνίας, τίποτε απολύτως από τα παραπάνω δεν συνέβη ώστε να βρεθεί ένα νομικό ελάττωμα για να θεμελιώσουμε λόγο ακυρότητας.

Επιπλέον, οι διεθνείς συμφωνίες συνήθως προβλέπουν στο κείμενό τους τη δυνατότητα καταγγελίας τους. Οταν δεν το κάνουν, όπως η συμφωνία των Πρεσπών, τότε είτε δεν υπάρχει δικαίωμα καταγγελίας και επομένως ο μοναδικός τρόπος λύσης είναι ο συναινετικός τερματισμός της συνθήκης μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών είτε υπάρχει δικαίωμα αναιτιολόγητης μονομερούς καταγγελίας και α) πρέπει να διαγνωστεί πως η βούληση των κρατών για τη δυνατότητα της καταγγελίας ήταν στις προθέσεις τους ή β) να συναχθεί κάτι τέτοιο από τη φύση της διεθνούς συνθήκης (π.χ. συνθήκες πολιτικού περιεχομένου, συμμαχίας, εμπορίου κ.ο.κ.).

Σχετικά με την πρώτη περίπτωση, παρατηρούμε ότι οι συντάκτες της συμφωνίας ήθελαν να αποκλείσουν τη δυνατότητα καταγγελίας, αφού σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 9 η συμφωνία έχει αόριστη ισχύ και αμετάκλητο χαρακτήρα.

Αναφορικά με τη δεύτερη περίπτωση, φαίνεται πως τα δύο μέρη επιδίωξαν να εξαλείψουν τον πολιτικό χαρακτήρα της συμφωνίας, που θα επέτρεπε τη μονομερή αναιτιολόγητη καταγγελία της, και γι’ αυτό επέλεξαν να της προσδώσουν αόριστη ισχύ και αμετάκλητο χαρακτήρα, στοιχεία που δεν διέπουν τις πολιτικές συμφωνίες.

Περαιτέρω, σε άλλες τρεις περιπτώσεις υπάρχει δικαίωμα αιτιολογημένης μονομερούς καταγγελίας μιας σύμβασης. Πρώτον, απαιτείται η θεμελιώδης μεταβολή των περιστάσεων στις οποίες στηρίχθηκε η συναίνεση της Ελλάδας κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας. Φυσικά, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, αλλά και κανένα διεθνές δικαστήριο δεν έχει αποδεχθεί την επίκληση αυτής της ρήτρας. Η δεύτερη περίπτωση αφορά την επιγενόμενη αδυναμία εκτέλεσης μιας συμφωνίας, εξαιτίας της εξαφάνισης του υλικού αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας, κάτι που επίσης προδήλως δεν υφίσταται. Τέλος, υπάρχει η περίπτωση της λήξης ή αναστολής μιας διεθνούς συνθήκης που οφείλεται σε ουσιώδη παραβίασή της. Η νόμιμη καταγγελία της συμφωνίας για ουσιώδη παραβίασή της προϋποθέτει τη συνολική ανατροπή της με πράξεις και παραλείψεις που παραβιάζουν τον πυρήνα των ρυθμίσεών της. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως θα μπορούσε να συμβεί μελλοντικά, με άλλη κυβέρνηση τύπου «Γκρούεφσκι» στα Σκόπια και επιστροφή σε διμερείς σχέσεις έντασης και προκλήσεων.

Τέλος, σημειώνεται ότι οποιαδήποτε νομική πλημμέλεια της άλλης πλευράς σχετικά με την αλληλουχία της διαδικασίας που περιγράφεται στο άρθρο 1 παρ. 4 της συμφωνίας, τελικά θεραπεύτηκε, εφόσον η ελληνική κυβέρνηση συνέχισε και ολοκλήρωσε τη διαδικασία σύναψής της χωρίς να εγείρει ενστάσεις.

Πλέον, η νέα κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί ψύχραιμα και προσεκτικά μια επαχθέστατη συμφωνία και να περιορίσει στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας την πολυεπίπεδη ζημιά που ήδη προκάλεσε και θα συνεχίσει να προκαλεί. Στο πλαίσιο αυτό, οι πρωτοβουλίες που θα αναληφθούν δεν πρέπει να τροφοδοτήσουν τον διαιρετικό λαϊκισμό και τις πολιτικές σοφιστείες στο εσωτερικό, ούτε και να διαρρήξουν τις θεσμικές και συμμαχικές συμπράξεις μας, ειδικά ενόψει των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

* Eπίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Νομικής Σχολής AΠΘ