ΑΠΟΨΕΙΣ

Kατάργηση του κακώς εννοούμενου πανεπιστημιακού ασύλου

Τη Δευτέρα 8 Ιουλίου του 2013 το πρωί, τα μέλη του Συμβουλίου Ιδρύματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, σώματος που είχε συγκροτηθεί από τον νόμο Διαμαντοπούλου, συνεδρίαζαν παρουσία του τότε πρύτανη κ. Πελεγρίνη, στην αίθουσα του Συμβουλίου στα Προπύλαια. Με την έναρξη της συνεδρίασης, ομάδα φοιτητών και αγνώστων επιχείρησε να παραβιάσει με λοστούς την είσοδο της αίθουσας προξενώντας εκτεταμένες φθορές. Το Συμβούλιο, που ήταν το ανώτατο όργανο του ιδρύματος, αποφάσισε να καλέσει την Αστυνομία.

Καθώς η Αστυνομία καθυστερούσε, τα μέλη του Συμβουλίου επιχείρησαν να αποχωρήσουν από άλλη έξοδο, που όμως οδηγούσε σε χώρο αποκλεισμένο με κάγκελα, στον οποίο βρισκόταν ήδη η εν λόγω ομάδα. Η ομάδα αυτή, που δεν διέθετε καμία απολύτως νομιμοποίηση, απαγόρευε την έξοδο και περιέλουε με ύβρεις («λαμόγια», «γερμανοτσολιάδες», «ξεφτιλισμένοι», «σιχαμένοι», «χούντα») και απειλές όχι μόνο τους Ελληνες καθηγητές που ήταν μέλη του Συμβουλίου, αλλά και τους διακεκριμένους καθηγητές του ΜΙΤ, του Princeton, του Harvard, που είχαν έρθει να βοηθήσουν τα ελληνικά πανεπιστήμια, ακόμη και τον Jack Davis, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Cincinnati, τον οποίο τίμησε η ελληνική πολιτεία για τις σπουδαίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του στην Πύλο.

Μαζί με την Αστυνομία έφθασαν στον χώρο βουλευτές και στελέχη τού τότε ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των οποίων οι κ. Λαφαζάνης και Τσακαλώτος, όχι για να συμπαρασταθούν στους υπό ομηρία καθηγητές, αλλά στους δεσμοφύλακές τους. Η ομηρία έληξε όταν οι φοιτητές, υπό τον φόβο της σύλληψης, φυγαδεύτηκαν, άγνωστο πώς, στο εσωτερικό του κτιρίου.

Η μεν κλήση της Αστυνομίας από μέλη του Συμβουλίου κατέστη δυνατή λόγω του ισχύοντος τότε νόμου Διαμαντοπούλου, που επέτρεπε στον οποιονδήποτε να ζητήσει την προστασία του νόμου εντός των ΑΕΙ, η δε ανταπόκριση της Αστυνομίας οφειλόταν στην πολιτική στήριξη που είχε από τον τότε αρμόδιο υπουργό Ν. Δένδια. Αν ίσχυαν οι προηγούμενοι νόμοι για το άσυλο, ή ο τωρινός νόμος Γαβρόγλου, δεν θα μπορούσαν τα μέλη του Συμβουλίου να καλέσουν την Αστυνομία. Θα έπρεπε να προηγηθεί απόφαση Πρυτανικού Συμβουλίου (με ομοφωνία ή πλειοψηφία), το οποίο θα έπρεπε να συγκληθεί (επταμελές στον νόμο Γαβρόγλου) και στο οποίο θα έπρεπε να προΐσταται ο πρύτανης. Ο πρύτανης, όμως, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, μετά το πέρας της ομηρίας, είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους: «Εγώ, όταν με πήρε ο διευθυντής από την Αστυνομία, είπα “δεν καλώ καμία αστυνομία”» (Αυγή, 9/7/2013). Δηλαδή, αν δεν είχε κληθεί και εμφανιστεί η Αστυνομία, τα μέλη του Συμβουλίου θα είχαν παραμείνει στο έλεος αυτών των ασύδοτων ομάδων κρούσης εξευτελιζόμενα, χωρίς να μπορούν να ζητήσουν τη συνδρομή των αρχών για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους.

Ενόψει των αλλαγών που έχουν αναγγελθεί για το άσυλο, λένε ορισμένοι ότι η λεγόμενη «κατάργηση του ασύλου» που προέβλεπε ο ν. Διαμαντοπούλου δεν βελτίωσε την κατάσταση στα πανεπιστήμια, αφού εξακολουθούσαμε να έχουμε περιστατικά βίας. Αλλά δεν φταίει ο νόμος γι’ αυτό. Πρώτον, το παράδειγμα δείχνει ότι υπήρξαν περιπτώσεις (όχι μόνο η συγκεκριμένη) που ο νόμος επέτρεψε σε μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας να προστατεύσουν την αξιοπρέπειά τους. Δεύτερον, ο νόμος εφαρμόστηκε στην ουσία για ελάχιστο διάστημα, στην πιο δραματική περίοδο των τελευταίων ετών, όταν οι αγανακτισμένοι χρησιμοποιούσαν τα κεντρικά πανεπιστήμια ως ορμητήρια και καταφύγια, βρίσκοντας συμμάχους σε πανεπιστημιακές ηγεσίες που αρνούνταν να εφαρμόσουν τον νόμο. Η μελέτη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για τα περιστατικά ανομίας στα ΑΕΙ το διάστημα 2011-2018 δείχνει ότι οι χρονιές 2012 και 2014 είχαν τα περισσότερα συμβάντα. Είναι ενδιαφέρον ότι από το 2015 τα κρούσματα μειώνονται. Τρίτον, οι πρυτανικές αρχές προτιμούσαν να ακολουθούν μια πολιτική κατευνασμού και κουκουλώματος για να μην εκτεθούν τα ιδρύματα, αλλά και επειδή φοβούνταν τις αντιδράσεις. Για τον φόβο των αντιδράσεων διστάζει και η Αστυνομία να δράσει ακόμη και όταν το επιτρέπει ο νόμος, ακόμη και όταν καλείται από τις πανεπιστημιακές αρχές.

Η κατάργηση του κακώς εννοούμενου ασύλου, δηλαδή εκείνων των προβλέψεων που επιτρέπουν να γίνονται τα πανεπιστήμια άσυλα ανομίας, είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα για την εφαρμογή των νόμων χωρίς υπεκφυγές. Χρειάζεται ανάληψη ευθύνης από τους πανεπιστημιακούς και πολιτική βούληση από την πολιτεία για να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα που έπονται (υπηρεσίες ασφαλείας στα πανεπιστήμια, πρωτόκολλα συνεργασίας με την Αστυνομία κ.λπ.). Το πρόβλημα που συζητούμε είναι ανύπαρκτο σε όλο τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα.

Αναγκαζόμαστε να επαναλαμβάνουμε τα αυτονόητα για να αντικρούσουμε προσχήματα τα οποία προβάλλονται προκειμένου να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει. Τα σύγχρονα μαζικά πανεπιστήμια με τους χιλιάδες φοιτητές, ακαδημαϊκό προσωπικό και εργαζομένους δεν είναι κλειστά φρούρια, ώστε να παρομοιάζονται με ιδιωτικές κατοικίες στις οποίες προστατεύεται το άσυλο της ιδιωτικής ζωής. Είναι σε διαρκή επικοινωνία με την ευρύτερη κοινότητα και την κοινωνία, στους χώρους τους κυκλοφορούν καθημερινά πολλοί μη ακαδημαϊκοί (γι’ αυτό είναι ατελέσφορο μέτρο η κάρτα εισόδου). Οι καθηγητές και οι φοιτητές δεν είναι ιδιοκτήτες των δημόσιων πανεπιστημίων. Είναι θεματοφύλακες του θεσμού και πρέπει να αρθούν στο ύψος της αποστολής τους, ώστε να εξασφαλίσουν, από κοινού με την πολιτεία, το ακαδημαϊκό περιβάλλον που απαιτείται για τη διδασκαλία και την έρευνα: ένα περιβάλλον ελευθερίας, δημιουργίας, συνεργασίας, μελέτης, χωρίς προσβλητικούς και επικίνδυνους περισπασμούς.

* Η κ. Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ.