ΑΠΟΨΕΙΣ

Brexit: o γολγοθάς του κοινοβουλευτισμού

O πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε την αναστολή των εργασιών της Βουλής επί πέντε εβδομάδες, με προφανή σκοπό να περιορίσει τις δυνατότητες της αντιπολίτευσης (αλλά και βουλευτών του κόμματός του) να αποτρέψουν ένα άτακτο Brexit. Αν και η αναστολή των εργασιών αυτή την περίοδο του έτους είναι συνηθισμένη, λόγω των ετήσιων συνεδρίων των κομμάτων, η διάρκειά της των πέντε εβδομάδων είναι εξαιρετικά σπάνια.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε σειρά αντιδράσεων ασυνήθιστων για τα βρετανικά δεδομένα. Ο επί σειρά ετών (και ανεξαρτήτως πρωθυπουργών) πρόεδρος της Βουλής Bercow χαρακτήρισε την απόφαση «κοινοβουλευτικά εξοργιστική». Οι αρχηγοί των Εργατικών και των Φιλελευθέρων Corbyn και Swinson ζήτησαν ακρόαση από τη βασίλισσα για να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση αυτή, που έτυχε της τυπικής έγκρισης και της ίδιας. Η αρχηγός των Συντηρητικών στη Σκωτία (η οποία αντιτίθεται σθεναρά στο Brexit) Davidson υπέβαλε την παραίτησή της. Δεκάδες βουλευτές από όλα τα κόμματα (πλην του UKIP) ετοιμάζουν ψήφισμα της Βουλής με το οποίο θα εκφράζεται σχετική διαμαρτυρία προς τη βασίλισσα. Οσοι αντιτίθενται στο άτακτο Brexit εξετάζουν όλα τα κοινοβουλευτικά εργαλεία που διαθέτουν για να το αποτρέψουν στις λίγες συνεδριάσεις που θα γίνουν έως το τέλος Οκτωβρίου ημερομηνία της εξόδου. Κάποιοι, δε, ετοιμάζουν δικαστικές προσφυγές.

Πώς ερμηνεύονται όλα αυτά; Γιατί η πατρίδα του κοινοβουλευτισμού και των συνήθως ήπιων κοινοβουλευτικών ηθών έφθασε στο σημείο αυτό; Η απάντηση είναι σύνθετη.

Κατ’ αρχάς, το πρόβλημα έγκειται στο ίδιο το Brexit. Η αποχώρηση ή όχι μιας χώρας (και δη μιας χώρας που θεωρεί τον εαυτό της μεγάλη δύναμη) από την Ε.Ε. είναι έτσι και αλλιώς ένα πολύ σημαντικό ζήτημα με τεράστιες και πολύπλευρες επιπτώσεις. Επιπλέον, οι σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ε.Ε. αποτέλεσαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες αντικείμενο έντονης λαϊκιστικής προπαγάνδας (κυρίως από τη Δεξιά) και η ακραία ευρωσκεπτικιστική προσέγγιση του ζητήματος κυριάρχησε σταδιακά στο Συντηρητικό Κόμμα και σε μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ.

Στα μάτια του μέσου Βρετανού, οι Βρυξέλλες παρουσιάζονταν ως η πηγή όλων των κακών, στην οποία χρεώνονταν οι όποιες δυσμενείς εξελίξεις και δεν πιστωνόταν καμία θετική.

Το δεύτερο πρόβλημα συνδέεται με τον θεσμό του δημοψηφίσματος. Οσα προαναφέραμε ίσως δεν θα αρκούσαν για να οδηγήσουν τη χώρα στην έξοδο από την Ε.Ε. εάν δεν αποφάσιζε –για εσωκομματικούς λόγους– ο μοιραίος πρωθυπουργός Cameron να μεταθέσει στον λαό την ευθύνη της σχετικής απόφασης, αν και ο ίδιος πίστευε στην αναγκαιότητα παραμονής στην Ε.Ε. Τα δημοψηφίσματα είναι άλλοτε περιττά και άλλοτε επικίνδυνα. Περιττά όταν η πλειοψηφία υπέρ της μιας απόψεως είναι σαφής και κανείς δεν αμφισβητεί το ποια πλευρά υπερέχει.

Επικίνδυνα όταν οι γνώμες των πολιτών διχάζονται σχεδόν ισομερώς και παράλληλα υπάρχει εδραία πεποίθηση στην κάθε πλευρά ότι αυτή έχει δίκιο και ότι η άλλη επαγγέλλεται την καταστροφή της χώρας. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένα ώριμο κοινοβουλευτικό σύστημα δεν προσφεύγει στο δημοψήφισμα που γίνεται με όρους «ναι – όχι», αλλά προσπαθεί με τον πολιτικό διάλογο να δημιουργήσει συνθέσεις και να βρει λύσεις που θα ξεφεύγουν από τη μανιχαϊστική προσέγγιση του άσπρου και του μαύρου.

Οι δύο αυτοί παράγοντες είχαν δημιουργήσει φορτισμένη πολιτική κατάσταση ήδη πριν από την άνοδο του Johnson στην εξουσία. Η παρουσία όμως της May (μιας μέτριας πολιτικού, βγαλμένης όμως από τις παραδόσεις της βρετανικής πολιτικής τάξης) στην πρωθυπουργία δεν επέτρεψε να εκτραπεί η σχέση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας σε επικίνδυνες για το πολίτευμα ατραπούς. Η ένταση ήταν τεράστια, αλλά οι θεσμοί λειτουργούσαν. Ο Johnson, όμως, δεν είναι συμβατικός πολιτικός. Εκπροσωπεί το νέο αυτό είδος πολιτικών που κυριαρχούν διεθνώς και θεωρούν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες ενοχλητική αγγαρεία, τις ανεξάρτητες αρχές υποχρεωμένες να υποτάσσονται σε αυτούς ως εκλεκτούς της πλειοψηφίας και τη διαδικασία της διακυβέρνησης μια αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη με τον λαό που, κατά παραχώρηση, απλώς ανανεώνεται κάθε τέσσερα (ή πέντε στο βρετανικό σύστημα) χρόνια. Για να γίνουν δε αρεστοί στην πλειοψηφία των ψηφοφόρων, δεν διστάζουν να απευθυνθούν στα πιο ταπεινά ένστικτα των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων απέναντι στις μειονότητες, στους μετανάστες, σε άλλα κράτη και λαούς.

Τα παγκόσμια αυτά φαινόμενα προέρχονται κυρίως –αλλά όχι αποκλειστικά– από τη Δεξιά. Εστω και αν έχουν μικρότερη επιτυχία όταν προέρχονται εξ αριστερών, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι, ενίοτε, εμφανίζονται τέτοιοι ηγέτες και στην Αριστερά, οι οποίοι επιχειρούν να στρέψουν τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα κατά άλλων κοινωνικών τάξεων ή επαγγελματικών ομάδων και να υποτάξουν τους ανεξάρτητους θεσμούς στην πολιτική πλειοψηφία.

Προς το παρόν, η Ελλάδα έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί από μακριά τα όσα συμβαίνουν στη βρετανική πολιτική σκηνή και να νιώθει ότι έχει ξεπεράσει τις νάρκες που είχαν τοποθετηθεί από πολλές πλευρές στο δικό της κοινοβουλευτικό σύστημα στα 10 χρόνια της έντασης της κρίσης. Αλλά είναι γελασμένος όποιος νομίζει ότι ο κίνδυνος έχει παρέλθει οριστικά.

* Ο κ. Θάνος Παπαϊωάννου είναι δρ Νομικής, γενικός γραμματέας της Βουλής (2009-2015). Εχει συγγράψει το βιβλίο «Πολιτική και δικαιοσύνη στη δίνη του Brexit».