ΑΠΟΨΕΙΣ

Η τελευταία μπλόφα της Βρετανίας;

Οι παραλληλισμοί μεταξύ του χάους του βρετανικού Brexit και των κρίσιμων μηνών του 2015 και του Grexit έχουν αναλυθεί ευρέως. Ευτυχώς ο Αλέξης Τσίπρας δεν άκουσε τον Γιάν(ν)η Βαρουφάκη και απέτρεψε μια τεράστια οικονομική καταστροφή. Βέβαια, για να το πετύχει αυτό αναγκάστηκε να αγνοήσει επίσης και το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος. Αυτή την περίοδο διαβάζω τη λεπτομερή περιγραφή των τεκταινόμενων του 2015 στο βιβλίο «Η τελευταία μπλόφα», της Βικτώριας Δενδρινού και της Ελένης Βαρβιτσιώτη. Θα μπορούσε ίσως και ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον.

Οπως και ο Βαρουφάκης, ο Μπόρις προτίθεται να σηματοδοτήσει πως δεν θα υποχωρήσει από τις απαιτήσεις του για μια καλύτερη συμφωνία. Πρέπει να κάνει αυτή την απειλή πειστική προκειμένου να έχει μία ευκαιρία να αλλάξει τη στάση των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ε.Ε. Ομως, παράλληλα, ρισκάρει να διαπράξει το ίδιο λάθος με τον Βαρουφάκη, μη αντιλαμβανόμενος τους λόγους που οδήγησαν την Ε.Ε. σε μια τέτοια θέση και τους περιορισμούς της ως προς έναν πιθανό συμβιβασμό. Τα 27 κράτη-μέλη δεν μπορούν να απεμπολήσουν τον μηχανισμό του ιρλανδικού «backstop» που βρίσκεται εντός της συμφωνίας αποχώρησης που υπέγραψε η Τερέζα Μέι χωρίς να ρισκάρουν τη συνοχή της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Και, όπως και με την Ελλάδα, η Ε.Ε. πιστεύει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα βρεθεί σε πολύ χειρότερη μοίρα συγκριτικά με αυτήν σε περίπτωση μη συμφωνίας.

Για να υπάρξει έστω και μία πιθανότητα οι Βρετανοί να επιλέξουν το λιγότερο επαχθές Brexit –μία συμφωνία παρόμοια με αυτή που έχει η Νορβηγία με την Ε.Ε.– ή ακόμη και να σταματήσουν την έξοδό τους, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να κρατήσουν σθεναρή στάση και να μην προσφέρουν στον Μπόρις νέα συμφωνία. Σε περίπτωση που η Μέρκελ και ο Μακρόν τού προσφέρουν ένα τέτοιο πολιτικό δώρο, αυτό θα αποτελέσει καίριο πλήγμα για τους αντιπάλους του Βρετανού πρωθυπουργού. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να διδαχθούν από την παρατεταμένη ελληνική κρίση: όταν η Ευρώπη υπονομεύει τους εγχώριους συμμάχους της, τότε η Ευρώπη χάνει.

Πίσω στη Βρετανία, ο Μπόρις προσπαθεί να διαλύσει τους αντιπάλους του. Παρά τα περιβόητα πλεονεκτήματα του άγραφου βρετανικού συντάγματος, μια βασική αρχή του είναι οι ισχυρές εξουσίες που δίνει στον πρωθυπουργό. Ετσι όταν, αυτή την εβδομάδα, ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει από τη βασίλισσα να αναστείλει τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, με το ισχνό πρόσχημα ότι θέλει να σηματοδοτήσει μια χρονική αλλαγή μεταξύ της δικής του κυβέρνησης και της προηγούμενης, η βασίλισσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να δεχθεί αυτό το αίτημα. Ως αποτέλεσμα αυτής της κίνησης, οι δυνατότητες του Κοινοβουλίου να καθυστερήσει ή και να σταματήσει τα σχέδια της κυβέρνησης για το Brexit περιορίστηκαν σημαντικά. Πολλοί βουλευτές θεωρούν ότι είναι ο θεσμικός ρόλος τους να αποφασίσουν τι σημαίνει η απόφαση να «φύγουν από την Ε.Ε.». Αντίθετα, δεν θεωρούν ότι είναι αρμοδιότητα του πρωθυπουργού να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα ενός δημοψηφίσματος που έλαβε χώρα πριν από τρία χρόνια.

Αυτή τη στιγμή απομένουν δύο εμπόδια στον Μπόρις. Πρώτον, υπάρχει η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής εναντίον της απόφασης της κυβέρνησης να «κλείσει» το Κοινοβούλιο σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή. Για παράδειγμα, ο Τσώρτσιλ πήγαινε συχνά στο Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια των γερμανικών βομβαρδισμών. Παρ’ όλ’ αυτά, για να αποφασίσει το δικαστήριο την επαναλειτουργία του Κοινοβουλίου, θα πρέπει να δεχθεί, για πρώτη φορά στα χρονικά, ότι το αίτημα του πρωθυπουργού ήταν «αντισυνταγματικό». Μεγαλύτερο εμπόδιο μπορεί να αποδειχθεί το Κοινοβούλιο, το οποίο συνέρχεται την Τρίτη. Οι βουλευτές μπορούν να ψηφίσουν έτσι ώστε να υποχρεώσουν την κυβέρνηση να ζητήσει παράταση της καταληκτικής προθεσμίας της 31ης Οκτωβρίου ή και να τη δεσμεύσουν προκειμένου να μην αποχωρήσει από την Ενωση χωρίς συμφωνία. Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο το Κοινοβούλιο να ψηφίσει πρόταση μομφής εναντίον της κυβέρνησης και να την αναγκάσει να παραιτηθεί.

Καθώς μπαίνουμε στο τελικό στάδιο, ο Μπόρις –όπως και ο Βαρουφάκης– μπορεί να μην επιβιώσει αρκετά για να δει την τελική έκβαση. Αν όμως τα καταφέρει φαίνεται προετοιμασμένος να οδηγήσει το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός Ευρώπης άνευ συμφωνίας. Αυτό θα σημάνει την απουσία οποιουδήποτε νομικού και ρυθμιστικού πλαισίου στους τομείς του εμπορίου, των υπηρεσιών και της μετανάστευσης διαμέσου του αγγλικού καναλιού. Είναι πολύ πιθανό η Βρετανία και η Ε.Ε. να υιοθετήσουν περιορισμένες λύσεις έκτακτης ανάγκης, αλλά σε κάθε περίπτωση θα επικρατήσει κλίμα αβεβαιότητας, καινοφανών προβλημάτων, μέχρι και χάος σε ορισμένους τομείς – δηλαδή συνθήκες μακριά από οποιαδήποτε οικονομική λογική.

Ακόμη και αυτές οι εξελίξεις ίσως δεν οδηγήσουν τον Μπόρις εκτός κυβέρνησης. Τα ΜΜΕ αναφέρουν ότι είναι μέρος της στρατηγικής του να προκαλέσει πρόωρες εκλογές προτού οι πλήρεις συνέπειες ενός σκληρού Brexit γίνουν αισθητές. Στη συνέχεια θα παρουσιάσει εαυτόν ως τον ηγέτη που πραγματοποίησε το Brexit ενάντια στο Κοινοβούλιο – ένα τέλειο δείγμα ανεξέλεγκτου λαϊκισμού.

To Brexit συνεχίζει να εκπλήσσει. Η εξισορρόπηση των εξουσιών εντός του βρετανικού συστήματος δεν είναι τόσο ισχυρή όσο συχνά θρυλείται στο εξωτερικό. Παράλληλα, οι αντιλήψεις σχετικά με τον βρετανικό πραγματισμό είναι μάλλον ξεπερασμένες. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι δέσμιο των ακραίων οπαδών του Brexit, οι οποίοι έχουν επικρατήσει εντός του Συντηρητικού Κόμματος. Η «μητέρα των Κοινοβουλίων» αντιμετωπίζει ένα βιαστή. Τα μεγάλα ΜΜΕ διατηρούν έναν ευρωσκεπτικιστικό λαϊκισμό που είναι σοκαριστικός. Οι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται μπροστά σε ένα φοβερό δίλημμα: να παραμείνουν πιστοί σε μια «τρελή» στρατηγική ή σε ένα ανώτερο εθνικό συμφέρον; Το όλο σύστημα είναι υπό κατάρρευση. Αυτός είναι ο κόσμος της «μπλόφας».

Μέσα σε αυτό το χάος, είναι ανόητο να μιλάει κανείς για τα πλεονεκτήματα του Brexit. Η έξοδος χωρίς συμφωνία δεν κλείνει το θέμα. Απλώς κάνει το επόμενο στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη μελλοντική σχέση Ε.Ε. – Βρετανίας πιο πικρό και οδυνηρό. Η εγχώρια ιστορία του Brexit είναι ένα αφήγημα επαναλαμβανόμενης πολιτικής μυωπίας.

* Ο κ. Κέβιν Φέδερστοουν είναι καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών στην έδρα «Ελευθέριος Βενιζέλος» και διευθυντής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου στο LSE.