ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτικής ορθότητας εγκώμιο

politikis-orthotitas-egkomio-2339818

Στην εποχή της γενικευμένης επικοινωνίας, τίποτε δεν ξεχνιέται. Αν είσαι δημόσιο πρόσωπο, ιδιαίτερα πολιτικός, από τη στιγμή που οπτικοακουστικό υλικό, κείμενα ή φωτογραφίες σου είναι κάπου διαθέσιμα, σε συνοδεύουν για πάντα. Η δημόσια επικοινωνιακή σφαίρα, σε συνθήκες ψηφιακής διασύνδεσης και κοινωνικής δικτύωσης, συνιστά ένα αέναο παρόν: μετατρεπόμενα σε μιντιακά γεγονότα, περιστατικά του παρελθόντος διαστέλλουν την τρέχουσα επικαιρότητα.

Διευρύνεται έτσι το εύρος της λογοδοσίας. Ο κυβερνήτης δεν λογοδοτεί πλέον μόνο για τα κυβερνητικά πεπραγμένα του αλλά και για αξιοσημείωτες ιδιωτικές επιλογές του – πρόσφατες ή παλαιές. Μετά τη δημοσιοποίηση του σχετικού βίντεο, ο κ. Τσίπρας λ.χ. έπρεπε να εξηγήσει πώς ένας «αριστερός» πρωθυπουργός κάνει πολυτελείς διακοπές σε κότερο εφοπλιστή.

Η μιντιακή δημοσιότητα δεν έχει μόνο πλεονεκτήματα για έναν πολιτικό – π.χ. να εμφανίζεται ως καλός οικογενειάρχης. Εχει και μειονεκτήματα: τα άπλυτά του βγαίνουν εύκολα στη φόρα (π.χ. μοιχεία, παράνομες ιδιωτικές πράξεις, απρεπής συμπεριφορά, σεξουαλική παρενόχληση). Σε συνθήκες γενικευμένης επικοινωνίας, οι προβολείς στρέφονται στο πρόσωπο του λήπτη αποφάσεων, όχι μόνο στις αποφάσεις του. Πώς λογοδοτεί ένας πολιτικός για τυχόν επίμεμπτες ιδιωτικές συμπεριφορές του;

«Οφειλα να γνωρίζω…»

Δείτε την περίπτωση του Καναδού πρωθυπουργού Τζάστιν Τριντό. Αποκαλύφθηκε πρόσφατα ότι, το 2001, όταν ήταν 29 ετών και εργαζόταν ως δάσκαλος σε ιδιωτικό σχολείο στο Βανκούβερ, μετείχε σε σχολική γιορτή με θέμα τις «Αραβικές νύχτες». Είχε βάψει μαύρο το πρόσωπο, τον λαιμό και τα χέρια του για να παραστήσει τον Αλαντίν. Η μεταμφίεση αυτή θεωρείται ρατσιστική. Ο πρωθυπουργός ζήτησε συγγνώμη. «Οφειλα να γνωρίζω καλύτερα», είπε. «Θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τα βάθη της καρδιάς μου. Ηταν μια ανόητη πράξη». Μερικοί αρθρογράφοι θεώρησαν ότι, με τη συγγνώμη, ο Τριντό ενέδωσε στην «αστυνομία του ορθού ήθους» και συνήγαγαν, ευρύτερα, ότι τέτοια ενδοτικότητα υπονομεύει τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού (Τ. Θεοδωρόπουλος, «Κ», 22/9/2019). Ισχυρίζομαι ότι σφάλλουν.

Η πρακτική του blackface (προσωπομαύρισμα) καθιερώθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα στην Αμερική και διαδόθηκε και στον Καναδά. Ηταν μέρος κωμικών παραστάσεων, στις οποίες λευκοί ηθοποιοί έβαφαν μαύρο το πρόσωπό τους παριστάνοντας τους μαύρους. Οι παραστάσεις αποτελούνταν από σκετς, χορό και μουσική, έχοντας κύριο αντικείμενο σάτιρας τους Αφροαμερικανούς. Ηταν εξαιρετικά δημοφιλείς μεταξύ των λευκών.

Φυσικά, καμία αναπαράσταση του Αλλου δεν λαμβάνει χώρα στο κενό – φτιάχνεται με τα υλικά που παρέχουν οι εκάστοτε κυρίαρχες αντιλήψεις. Μέχρι το 1865, η δουλεία στις ΗΠΑ ήταν νόμιμη. Εκτοτε, ο ρατσισμός παρέμεινε διάχυτος, ενώ οι μαύροι υφίσταντο πληθώρα διακρίσεων μέχρι τη δεκαετία του 1960. Σε τέτοιο κοινωνικό φόντο, το προσωπομαύρισμα, ως αναπαράσταση του μαύρου ανθρώπου, προσέλαβε χαρακτήρα φυλετικού εξευτελισμού: στις παραστάσεις, οι μαύροι συνήθως αναπαρίσταντο ως τεμπέληδες, πονηροί, υπερσεξουαλικοί κ.λπ.· ήταν αντικείμενο σάτιρας και χλεύης, τονίζοντας την ανωτερότητα των λευκών. Ο Φρέντρικ Ντάγκλας, πρώην σκλάβος, ηγέτης του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας, εκπληκτικός ρήτορας, αποκάλεσε τους blackface performers «αποβράσματα της λευκής κοινωνίας που μας έκλεψαν το χρώμα που τους στέρησε η φύση για να βγάλουν λεφτά και να κολακέψουν τα διεφθαρμένα γούστα των λευκών συμπολιτών τους». Από τα μέσα του 20ού αιώνα, το προσωπομαύρισμα υποχώρησε αισθητά και, τελικά, απαξιώθηκε. Σήμερα, στη Βόρεια Αμερική θεωρείται ευρύτατα μια απαράδεκτη πρακτική. Η συγγνώμη του Τριντό πρέπει να ιδωθεί σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο – του Καναδά ως χώρας πολυπολιτισμικής, φυλετικά ευαίσθητης, μα και φορτωμένης με τη δική της ιστορία ρατσισμού.

Το «ορθό ήθος» που χλευάζει ο κ. Θεοδωρόπουλος –δηλαδή, το ήθος της φιλελεύθερης δημοκρατίας– επιβάλλει να μην απαξιώνουμε τους άλλους, λεκτικά ή συμβολικά. Τον μαύρο δεν τον αποκαλούμε «αράπη», τον γκέι δεν τον λέμε «αδερφή», τον πολιτικό αντίπαλο δεν τον λέμε «νυφούλα» (Καμμένος), τον Σόιμπλε δεν τον αποκαλούμε «σακάτη» (Λαζόπουλος), τον Γουέι Γουέι δεν τον χαρακτηρίζουμε «πιθηκόμορφο» (Θεοδωρόπουλος). Πολιτική ορθότητα; Βεβαίως.

Οσο πιο συμπεριληπτική (inclusive) είναι μια πολιτική κοινότητα, όσο δηλαδή περισσότερο επιδιώκει τη μείωση του αποκλεισμού, τόσο πιο εκλεπτυσμένη είναι η γλώσσα επικοινωνίας της. Οσο πιο πολύ σεβόμαστε τον Αλλο, τόσο πιο πολύ προσέχουμε πώς εκφραζόμαστε δημοσίως. Δεν θέλουμε να προσβάλλουμε, όχι τόσο για λόγους «αστικής ευγένειας», όπως το θέλει η έκφραση του συρμού, όσο για λόγους πολιτικής ορθότητας: μετέχουμε ισότιμα στη δημόσια σφαίρα· το δημοκρατικό ήθος είναι εγγενώς διαλογικό, ταυτοχρόνως αντιπαραθετικό και φιλάλληλο.

Δεν υπάρχει λήθη

Κι όταν ένα δημόσιο πρόσωπο κάνει λάθος; Οφείλει να επανορθώσει, ζητώντας συγγνώμη. Ακόμα και για κάτι που συνέβη πριν από 18 χρόνια; Βεβαίως. Στο αέναο παρόν δεν υπάρχει λήθη – το «λόγον διδόναι» ενός πολιτικού ηγέτη είναι διαρκές. Πρέπει να εντάξει το όποιο ατόπημά του σε ένα αφηγηματικό σχήμα λογοδοσίας – και προς τον εαυτό του και προς τους άλλους. Αυτό έκανε ο Τριντό. Μίλησε για τα «προνόμια» που είχε στη ζωή του (οικονομική άνεση, γόνος πολιτικής δυναστείας), τα οποία τον έκαναν, όπως είπε, να μην αντιλαμβάνεται τα «τυφλά σημεία» του – την ανεπαρκή ευαισθησία, σε νεαρή ηλικία, στις φυλετικές προκαταλήψεις που βίωσαν αρκετοί μη προνομιούχοι συμπολίτες του, ακόμα και στην πιο συμπεριληπτική χώρα στον κόσμο, τον Καναδά.

Η συγγνώμη εκφράζει προσωπικό ήθος και συλλογική νοοτροπία. Ο Τριντό δεν είχε άλλη επιλογή – αυτό επέβαλλε το πολιτισμικό κεκτημένο της χώρας του. Στην Ελλάδα, τα ήθη είναι, ως συνήθως, λίγο διαφορετικά. Ο υπουργός Μεταφορών Καραμανλής ουδέποτε ζήτησε πραγματικά συγγνώμη για τη λέξη «αποβράσματα» που χρησιμοποίησε για τους λαθρεπιβάτες. Ο Λαζόπουλος προσποιήθηκε ότι ζήτησε συγγνώμη από τους ΑμεΑ. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος δεν έκανε ούτε αυτό. Οταν επικρίθηκε από αναγνώστρια της «Καθημερινής» για τον χαρακτηρισμό «πιθηκόμορφος», απάντησε ότι επρόκειτο για «νατουραλιστική περιγραφή»! Αναρωτιέμαι: αν κάποιος τον αποκαλέσει δημοσίως «αλογομούρη», «ποντικόφατσα» ή χρησιμοποιήσει άλλης ζωομορφικής επινόησης λέξη, θα το εκλάβει ως «νατουραλιστική περιγραφή» ή ως προσβολή;

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.