ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι καταλήψεις ως ακύρωση δημοκρατίας

Οι καταλήψεις ως ακύρωση δημοκρατίας

Οι καταλήψεις στα πανεπιστήμια δεν είναι νέο φαινόμενο. Υπήρχαν το 1978 με τον νόμο 815, υπήρχαν το 1985 με το «έγκλημα» των Σταθόπουλου-Τσαμουργκέλη να επιτρέψουν την είσοδο της αστυνομίας για να μην καεί πανεπιστημιακό κτίριο και υπήρχαν και αργότερα. Η διαφορά αυτή τη φορά είναι ίσως η έντονη αντίδραση της κοινωνίας στο φαινόμενο και την προϊούσα φθορά που αυτό επιφέρει στην πανεπιστημιακή παιδεία. Οπως επίσης και η συνειδητή προσπάθεια της μεγάλης πλειοψηφίας των φοιτητών να πετύχει το αυτονόητο, δηλαδή τη συνέχιση της ακαδημαϊκής διαδικασίας κόντρα στις μειοψηφικές καταλήψεις.

Στον σχετικό δημόσιο διάλογο αυτών των ημερών κυριαρχεί το θέμα του ασύλου που αποτελεί και την τελευταία αφορμή για το νέο κύμα καταλήψεων. Εκείνο όμως στο οποίο δεν έχει δοθεί η προσοχή που θα έπρεπε είναι η διαδικασία και η ουσία των καταλήψεων. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα μεταφέρω περιγραφή φοιτήτριας από πρόσφατη συνέλευση της Νομικής.

Στις πρώτες ώρες της συνέλευσης, οπότε έχουν συγκεντρωθεί πολλοί φοιτητές, υπέρ και κατά των καταλήψεων, δεν συζητούνται τα πανεπιστημιακά θέματα. Η συζήτηση αναλώνεται σε θέματα όπως η καθαίρεση του Τραμπ, η επίσκεψη Πομπέο, η εισβολή του Ερντογάν στη Συρία και το μεταναστευτικό-προσφυγικό. Οι συζητήσεις αυτές διαρκούν τόσες ώρες όσες χρειάζεται για να αρχίσουν να κουράζονται και να αποχωρούν οι φοιτητές που είναι κατά των καταλήψεων.

Οταν έχει αποχωρήσει ικανός αριθμός από αυτούς τους φοιτητές, αρχίζει η συζήτηση των πανεπιστημιακών θεμάτων (άσυλο και ν+2) και λίγο αργότερα κλείνει η είσοδος για όσους θέλουν να έρθουν προς το τέλος της συνέλευσης για να αποτρέψουν την κατάληψη με την ψήφο τους. Διάφοροι φοιτητές που είχαν έρθει στην αρχή και έφυγαν να πιουν ένα καφέ ή να πάνε σε ένα μάθημα και να επιστρέψουν για την ψηφοφορία εμποδίζονται να εισέλθουν από άτομα κατάλληλης σωματικής διάπλασης. Οπως επίσης εμποδίζονται να εισέλθουν και φοιτητές που ξέροντας αυτή τη φαρσοκωμωδία πήγαν πρώτα στα μαθήματα και ήρθαν στο τέλος για την κρίσιμη ψηφοφορία. Τελικά, η συνέλευση με 100-150 περίπου άτομα (σε σύνολο πλέον των 3.000 φοιτητών) ψηφίζει την κατάληψη.

Η εικόνα δεν διαφέρει σε άλλες σχολές όπως π.χ. οι πολυτεχνικές ή το Φυσικό. Κάθε εβδομάδα αποφασίζεται η κατάληψη σχολών για τρεις ημέρες, ξανανοίγει η σχολή για δύο ημέρες (προφανώς για να μη χαθεί το εξάμηνο) και τανάπαλιν.

Εάν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονταν από την πλειοψηφία των φοιτητών, θα έπρεπε πράγματι να προβληματισθούμε για τα αίτια της δυσαρέσκειας. Δεν πρόκειται όμως για πλειοψηφία. Συχνά, δεν πρόκειται καν για φοιτητές της σχολής. Και δεν πρόκειται ούτε για φοιτητικά αιτήματα, αφού δεν αφορούν την πανεπιστημιακή κοινότητα αλλά την προστασία, με το πρόσχημα του ασύλου, παράνομων ενεργειών που ποικίλλουν από λαθρεμπόριο μέχρι τρομοκρατικές πράξεις.

Λένε κάποιοι καλόπιστα: τα πανεπιστήμια λειτουργούν καλά και απόδειξη αυτού το ότι χιλιάδες Ελληνες φοιτητές που αποφοιτούν, αριστεύουν σε μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Σωστό αλλά υπάρχουν τρία προβλήματα με αυτή τη γραμμή σκέψης.

Πρώτον, το πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο για όσους θα διέπρεπαν ανεξαρτήτως συνθηκών εκπαίδευσης και θα πρώτευαν και στο εξωτερικό. Είναι πρωτίστως για να εμπνέει τους μέτριων επιδόσεων φοιτητές, να αγαπήσουν την επιστήμη τους και να γίνουν επαρκείς επιστήμονες ή επαγγελματίες στο μέλλον. Κανείς από αυτή την κατηγορία φοιτητών δεν βρίσκει το πανεπιστήμιο των καταλήψεων ένα ελκυστικό πεδίο στο οποίο να στρέψει την προσοχή και τη δημιουργική προσπάθειά του. Αποτέλεσμα: εισέρχονται στην αγορά εργασίας στη χώρα μας άτομα με ελλιπή κατάρτιση και με χαμηλή διάθεση προσφοράς στην κοινωνία και στη χώρα.

Δεύτερον, εάν η μόρφωση των φοιτητών είναι ο πρώτος στόχος κάθε πανεπιστημίου, ο δεύτερος είναι η ανάπτυξη του ελεύθερου διαλόγου πάνω στα επιστημονικά διλήμματα, η αναζήτηση λύσεων για τα κοινωνικά ζητήματα και η δημιουργική ατομική και συλλογική έρευνα. Η κατάληψη καταργεί όλα αυτά τα πανεπιστημιακά δρώμενα. Οι φοιτητές στέλνονται σπίτι τους και οι καταληψίες ανταλλάσσουν τις ταυτόσημες απόψεις τους. Μία κοινωνία που έχει ανάγκη από τον διάλογο όσο ποτέ, βλέπει αυτός να καταργείται στο πιο κρίσιμο πεδίο, την εκπαίδευση.

Τρίτον, η διαιώνιση αυτών των καταστάσεων κάνει την κοινωνία να αγανακτεί για την κατασπατάληση των πόρων της, να ζητά τη λήψη δραστικών μέτρων, «να ανοίξουν κάποια κεφάλια» για να επιβληθεί ο νόμος και η τάξη. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να κατέρρευσε αλλά ο κίνδυνος ριζοσπαστικοποίησης των συντηρητικών κομματιών της κοινωνίας είναι υπαρκτός. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι η λύση είναι στη διά της βίας επιβολή της τάξης, αρχίζουν να κλονίζονται τα θεμέλια της δημοκρατίας προς όφελος ακραίων δυνάμεων.

* Ο κ. Θάνος Παπαϊωάννου είναι δρ Νομικής, πρώην γενικός γραμματέας της Βουλής (2009-2015).