ΑΠΟΨΕΙΣ

Προτάσεις για βελτιώσεις σε ένα σοβαρό νομοσχέδιο

1151684

Πριν από λίγες μέρες παρουσιάστηκε το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας για την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) και τους Ειδικούς Λογαριασμούς (ΕΛΚΕ) των ΑΕΙ. Πρόκειται για πολύ σημαντικό νομοθέτημα, που προωθεί τη διαφάνεια και κινείται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της αυτονομίας και της λογοδοσίας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ επιχειρεί να συνδέσει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης με τμήμα της χρηματοδότησης των ιδρυμάτων. Στο σύντομο αυτό άρθρο, θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ορισμένα σημεία του ν/σ, όπου, κατά την άποψή μας, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης.

1. Σύμφωνα με το ν/σ, η ΕΘΑΑΕ εισηγείται στο υπουργείο Παιδείας τη στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση. Επειδή η χάραξη της στρατηγικής είναι έργο της κυβέρνησης, ο ρόλος της ΕΘΑΑΕ, ως ανεξάρτητης αρχής, θα πρέπει να είναι συμβουλευτικός. Φυσικά, στη συνέχεια θα εξειδικεύει αυτή τη στρατηγική και θα παρακολουθεί την εφαρμογή της από τα ΑΕΙ.

2. Σε αρκετά σημεία του ν/σ δημιουργείται σύγχυση μεταξύ των λειτουργιών της πιστοποίησης και της αξιολόγησης, με την πιστοποίηση να παίρνει «το πάνω χέρι». Ενώ οι διαδικασίες πιστοποίησης περιγράφονται αναλυτικά, δεν ισχύει το ίδιο για τις διαδικασίες αξιολόγησης. Η πιστοποίηση απαιτεί ένα μίνιμουμ ανταπόκρισης σε κριτήρια, ενώ αυτό που χρειαζόμαστε επιπλέον είναι η αξιολόγηση των ακαδημαϊκών μονάδων για να παρακολουθούμε πώς αυτές εξελίσσονται και βελτιώνονται, εάν οι πολιτικές που επιλέγονται και εφαρμόζονται αποδίδουν.

3. Το ν/σ προβλέπει «θεματικές» αξιολογήσεις επιμέρους δραστηριοτήτων των ΑΕΙ (π.χ. διεθνοποίηση, ισότητα των φύλων, πρόσβαση ατόμων με αναπηρία, απορρόφηση αποφοίτων στην αγορά εργασίας κ.λπ.). Ομως, απουσιάζει η συγκριτική αξιολόγηση· και μάλιστα ειδικά για ακαδημαϊκά ζητήματα (π.χ. συγκριτική αξιολόγηση ερευνητικού έργου ομοειδών τμημάτων, «λιμνάζουσας φοίτησης», κόστους ανά φοιτητή σε ομοειδή τμήματα κ.ο.κ). Κατά τη γνώμη μας, είναι αυτές ακριβώς οι συγκριτικές αξιολογήσεις (λαμβάνοντας υπόψη, συνδυαστικά, διαφορoποιητικούς παράγοντες μεταξύ ιδρυμάτων) που αναδεικνύουν τα ισχυρά και τα αδύνατα σημεία επιμέρους ιδρυμάτων ή / και των μονάδων τους και πληροφορούν το κοινό, μαθητές και φοιτητές, για την ποιότητα των τμημάτων που επιλέγουν.

4. Είναι ιδιαίτερα θετικό το ότι το ν/σ προβλέπει πως το 80% της χρηματοδότησης των ΑΕΙ θα παρέχεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων (αριθμός φοιτητών, μέσο κόστος ανά φοιτητή για διαφορετικούς τύπους προγραμμάτων σπουδών, περιφερειακότητα του ιδρύματος κ.λπ.) και όχι στη βάση αδιαφανών διαδικασιών, όπου η αδράνεια παίζει μεγάλο ρόλο. Το υπόλοιπο 20% προβλέπεται ότι θα παρέχεται εφόσον τα ιδρύματα επιτύχουν τους στόχους τους. Αυτό είναι κατ’ αρχήν σωστό. Ομως, υπάρχουν δύο θέματα: το ένα είναι πως τα κριτήρια που αναφέρει το ν/σ μπορεί να είναι «προσαρμόσιμα». Υπάρχει ο κίνδυνος, για να αποφευχθούν μεγάλες διαμαρτυρίες, οι αξιολογήσεις για την επίτευξη των στόχων να είναι ιδιαίτερα επιεικείς, φαλκιδεύοντας την ίδια την έννοια της ανταγωνιστικής διαδικασίας. Το δεύτερο ζήτημα είναι πως, για να κατανεμηθεί το 20% του προϋπολογισμού, θα πρέπει να έχει υπάρξει προγραμματική συμφωνία μεταξύ υπουργείου Παιδείας και ΑΕΙ, στην οποία θα έχουν τεθεί στόχοι. Αφού τεθούν οι στόχοι, θα πρέπει να υπάρξει αξιολόγηση, ώστε να εκτιμηθεί κατά πόσον αυτοί έχουν επιτευχθεί.

Ετσι, η ανταγωνιστική κατανομή του 20% τοποθετείται σε βάθος χρόνου. Αυτό, από τη μια μεριά είναι καλό διότι έτσι η κατανομή του 20% μπορεί να χρηματοδοτηθεί κυρίως από τις αυξήσεις στον συνολικό προϋπολογισμό της δημόσιας χρηματοδότησης των ΑΕΙ, χωρίς να κινδυνεύσουν τα ιδρύματα από το ενδεχόμενο να λειτουργήσουν από την πρώτη χρονιά εφαρμογής του νόμου με δραστικά μειωμένους προϋπολογισμούς στις παρούσες συνθήκες. Από την άλλη, όμως, αυτή η καθυστέρηση μεταθέτει χρονικά τη μεταρρυθμιστική ισχύ της ανταγωνιστικής χρηματοδότησης. Πάντως, πέρα από το ζήτημα του χρόνου, ίσως να είναι προτιμότερο η άμιλλα μεταξύ των ιδρυμάτων να βασιστεί στα αποτελέσματα των συγκριτικών αξιολογήσεων, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες (π.χ. τη βάση εισαγωγής των φοιτητών ή τον διδακτικό φόρτο των καθηγητών, που διαφέρουν από ίδρυμα σε ίδρυμα). Επιπλέον, καλό θα ήταν η σύνδεση μεταξύ χρηματοδότησης και αξιολόγησης να επεκταθεί και στον επενδυτικό προϋπολογισμό των ΑΕΙ (όχι μόνο τον τακτικό), ώστε η συστηματικά καλή απόδοση ενός ιδρύματος να συνδέεται και με τη δυνατότητα επέκτασης των δραστηριοτήτων του.

5. Τέλος, οι αλλαγές που προβλέπει το ν/σ για τη λειτουργία των ΕΛΚΕ περιορίζουν τη δραματική γραφειοκρατία του δημοσίου λογιστικού και ίσως έπρεπε να είναι πιο τολμηρές. Μήπως, όμως, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να δοκιμάσουμε τη μεταβίβαση όλων των σχετικών δραστηριοτήτων, όπως και αυτή της διαχείρισης της περιουσίας των ιδρυμάτων, σε ΝΠΙΔ με επαγγελματική διοίκηση;

Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι το ν/σ είναι ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ελπίζουμε ότι σύντομα θα συνοδευτεί και από την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου της διοίκησης των ΑΕΙ, ακολουθώντας τις βέλτιστες πρακτικές που ισχύουν σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου – πρακτικές που εισήγαγε ο νόμος Διαμαντοπούλου, αλλά πολεμήθηκαν λυσσαλέα και, τελικά, ανατράπηκαν από τους οπαδούς της αδράνειας και της οπισθοδρόμησης.

* Η κ. Βάσω Κιντή είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο κ. Πάνος Τσακλόγλου καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.