ΑΠΟΨΕΙΣ

Αξιοποίηση ευεργετών της διασποράς

Διανύουμε μια περίοδο για την ευεργεσία της διασποράς στην Ελλάδα συγκρίσιμη με τον 19ο αιώνα και τις απαρχές του 20ού. Η περίοδος αυτή ξεκινάει με την κρίση, αλλά θα ξεπεράσει τα χρονικά της όρια.

Αυτό είναι το συμπέρασμα της μελέτης του Greek Diaspora Project του South East European Studies at Oxford (SEESOX) με τίτλο «Η διασπορική και διεθνική ευεργεσία στην Ελλάδα (Diaspora and Transnational Philanthropy in Greece). O όρος «διασπορική και διεθνική ευεργεσία» συμπεριλαμβάνει φιλανθρωπικά ιδρύματα του διεθνικού ελληνικού κεφαλαίου, κυρίως αλλά όχι μόνο του εφοπλισμού, όσο και τις δωρεές και την εθελοντική συνεισφορά φυσικών προσώπων και ιδρυμάτων Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό. Οσον αφορά τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, η μελέτη εστίασε στα παρακάτω: Καπετάν Βασίλη και Κάρμεν Κωνσταντακοπούλου, Α.Κ. Λασκαρίδη, Ιωάννη Σ. Λάτση, Α.Γ. Λεβέντη, Μαρία Τσάκος, Σταύρος Νιάρχος, Ωνάση και το Hellenic Initiative.  

Ποιοι είναι οι λόγοι της άνθησης της διασπορικής και διεθνικής ευεργεσίας;  Από τη μια μεριά η δημοσιονομική κρίση της χώρας, που έχει μειώσει τις δημόσιες μεταβιβάσεις σε δημόσιους οργανισμούς αλλά και σε ιδιωτικούς, μη κερδοσκοπικούς, κατά διψήφια ποσοστά.  Από την άλλη, η σώρευση πλούτου από τη διασπορά και το διεθνικό ελληνικό κεφάλαιο εκτός Ελλάδος, δηλαδή σε μεγαλύτερη κλίμακα από ό,τι θα μπορούσε να παρέχει η μικρή ελληνική οικονομία.

Ποιοι είναι οι οργανισμοί που έχουν αποκτήσει προνομιακή πρόσβαση στους πόρους αυτούς; Μια σημαντική ομάδα είναι εκπαιδευτικοί και ερευνητικοί φορείς αγγλοσαξονικής προέλευσης. Αναφέρουμε το Κολλέγιο Ανατόλια, την Αμερικανική Γεωργική Σχολή, το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδος, την Αμερικανική και τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή. Αυτοί οι φορείς συνδυάζουν υψηλή ποιότητα διακυβέρνησης, μέλη Δ.Σ. από τη διασπορά, εξειδικευμένα στελέχη στον προσπορισμό δωρεών και αποστολές υψηλού κύρους.

Μια άλλη ομάδα αποτελείται από διεθνούς κύρους ΜΚΟ όπως η Action Aid Hellas και η WWF Greece, οι προτεραιότητες των οποίων είναι δημοφιλείς σε άτομα και φιλανθρωπικά ιδρύματα της διασποράς. Μια τρίτη ομάδα αποτελείται από ελληνικά ιδρύματα-κιβωτούς της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως τα Μουσεία Μπενάκη και Κυκλαδικής Τέχνης, που είτε ιστορικά είτε κατά την περίοδο της κρίσης προσανατολίστηκαν στον προσπορισμό δωρεών από τη διασπορά.

Αποδέκτες των δωρεών ήταν όμως και φορείς του Δημοσίου, σε περιπτώσεις όπου δημόσιοι αξιωματούχοι, όπως γιατροί, αρχαιολόγοι και αιρετοί ηγέτες (δήμαρχοι) ήταν σε θέση να πείσουν τη διεθνική και διασπορική ευεργεσία για τη σπουδαιότητα του έργου τους και την ικανότητά τους να το φέρουν εις πέρας.  

Η διάδραση της διασπορικής και διεθνικής ευεργεσίας και αυτών των συνομοταξιών δωρεοδόχων δεν αναγνωρίζει διαχωριστικές γραμμές. Μιλούμε για δωρεές που κατευθύνονται τόσο στον ιδιωτικό, μη κερδοσκοπικό, όσο και στον δημόσιο τομέα, με κριτήριο την ικανότητα του δωρεοδόχου να μεγιστοποιήσει, κατά την κρίση του ευεργέτη, το αποτέλεσμα της δωρεάς. Η διασπορική και διεθνική ευεργεσία προωθεί στον δημόσιο χώρο έννοιες όπως η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα, η καινοτομία και ο πλουραλισμός –  είτε αυτές εξυπηρετούνται από δημόσιους είτε από ιδιωτικούς δωρεοδόχους. 

Η ικανότητα προσπορισμού δωρεών διαφοροποιείται λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών του ιδιωτικού, μη κερδοσκοπικού, όσο και του δημόσιου τομέα. Αλλά και εντός του δημόσιου τομέα παρατηρείται υψηλός βαθμός διαφοροποίησης.

Δήμαρχοι όπως των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, με πολυετείς θητείες και με γνώση της ευεργεσίας, συνάπτουν στρατηγικές συμμαχίες με τη διασπορική και διεθνική ευεργεσία. Αντίθετα, δημόσια πανεπιστήμια όπως το Καποδιστριακό και το Αριστοτέλειο, λόγω της επισφάλειας (βλ. βανδαλισμοί) και της εχθρότητας απέναντι σε μη δημόσιες πηγές χρηματοδότησης, που χαρακτηρίζουν τα ΑΕΙ, δυσκολεύονται να αποκτήσουν μια τέτοια προνομιακή σχέση.    

Η μελέτη συμπεριλαμβάνει δώδεκα προτάσεις πολιτικής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τρεις.

Πρώτον, τα διασπορικά και διεθνικά φιλανθρωπικά ιδρύματα να συγκροτήσουν μια ένωση ούτως ώστε να μπορούν να προωθούν την ατζέντα τους στον δημόσιο βίο, όπως πιθανόν την αναβάθμιση της διακυβέρνησης των οργανώσεων του Δημοσίου που μπορεί να είναι οι σημαντικότεροι δωρεοδόχοι τους (δηλ. πανεπιστήμια, νοσοκομεία, μουσεία).

Δεύτερον, η ελληνική κυβέρνηση να υιοθετήσει το βρετανικό παράδειγμα ιδρύοντας ένα Charities Commission, δηλαδή ένα εποπτικό όργανο για όλες τις μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες στη χώρα, αφαιρώντας την αρμοδιότητα της εποπτείας των κληροδοτημάτων από το υπουργείο Οικονομικών, που στερείται μιας  προωθημένης αντίληψης για τον μη κερδοσκοπικό τομέα.

Τρίτον, τα διασπορικά και διεθνικά φιλανθρωπικά ιδρύματα να καταστήσουν προτεραιότητα τη χρηματοδότηση της λειτουργίας του προσπορισμού χορηγιών των ΑΕΙ (fund raising function) διότι έτσι τα ιδρύματα θα εντοπίσουν τους απόφοιτους τους, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που είναι σε θέση να τα υποστηρίξουν. Ενα επιπλέον έμμεσο όφελος θα είναι ότι η έννοια της ευεργεσίας θα διαχυθεί στα μεσοανώτερα στρώματα της χώρας.

* Ο κ. Αντώνης Καμάρας είναι ερευνητής στο Greek Diaspora Project του SEESOX.