ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Κυριάκος Μητσοτάκης: 18η Φεβρουαρίου 2015

Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες εκείνες όπου σε ένα μήνα μπορούν να αλλάξουν όλα. Αλλά σε εκατό χρόνια δεν έχει αλλάξει τίποτε. Αυτό που καμιά φορά φαίνεται σαν απότομη ανατροπή είναι μόνο κύμα επιφανείας. Στον βυθό όλα μένουν ίδια.

Είναι εύκολο να μετρήσει κανείς τι έχει αλλάξει μέσα στους έξι μήνες που μεσολάβησαν από τις εκλογές. Λιγότερο εύκολο είναι να προσδιορίσει τι δεν άλλαξε. Το στυλ διακυβέρνησης του Μητσοτάκη είναι η διαρκής κίνηση. Πίσω από την πρωθυπουργική πρόσοψη εξακολουθεί ενίοτε να εργάζεται η στασιμότητα.

Αν θέλεις να δεις καλύτερα τι δεν άλλαξε σε έξι μήνες, πήγαινε πέντε χρόνια πίσω. Δεκάτη ογδόη Φεβρουαρίου του 2015. «Πάει αυτός. Τελείωσε», έλεγαν για τον Κυριάκο Μητσοτάκη ακόμη και άνθρωποι που σήμερα βρίσκονται δίπλα του. Είχε μόλις φτάσει στα δημοσιογραφικά γραφεία η δήλωσή του για την επικείμενη προεδρική εκλογή.

Αξίζει κανείς να θυμηθεί το πολιτικό σκεπτικό εκείνης της δήλωσης, που αντί για το τέλος, σήμανε τη γέννηση ενός αυτόνομου πολιτικού brand. Ενός brand που έχει έκτοτε επικρατήσει σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις –εσωκομματικές, ευρωπαϊκές, τοπικές, εθνικές– στις οποίες δοκιμάστηκε.

Το σκεπτικό είχε τρεις άξονες: Οχι «στις σειρήνες του πελατειακού κράτους». Οχι στην «ανεπάρκεια» μιας αδρανούς πολιτείας που δεν μπορεί να εγγυηθεί ούτε τα στοιχειώδη δικαιώματα των πολιτών – όπως το απαθώς πυρπολούμενο κράτος του 2008. Οχι στον επαρχιωτισμό που υποσκάπτει την ισότιμη θέση της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη – που την κρατάει μονίμως στον παραλυτικό μιζεραμπιλισμό του αδικημένου θύματος· που υπερασπίζεται την ευρωπαϊκή της μοίρα μόνο ως αρχαιόθεν κληρονομικό δικαίωμα.

Εντάξει, η Ιστορία δεν γράφεται με «αν». Αξίζει όμως κανείς να αναρωτηθεί πού θα βρίσκονταν σήμερα ο ίδιος και η χώρα, αν ο Μητσοτάκης είχε τότε πνίξει τη φωνή της συνείδησής του και είχε στοιχισθεί συμβατικά με το κομματικό status quo. Τι θα είχε γίνει, αν είχε αφήσει ήσυχο το status quo να διεκδικήσει τη διαιώνισή του;

Η επιλογή εκείνη δεν έχει δικαιωθεί μόνο εκλογικά. Εχει δικαιωθεί και εξ αντιδιαστολής, από τον τρόπο που πολιτεύθηκαν οι θιγόμενοι παράγοντες, επιχειρώντας συσπειρώσεις που υπερέβαιναν τις κομματικές, αλλά και τις θεσμικές, γραμμές.

Η επιλογή εκείνη δικαιώθηκε, αλλά ιστορικά δεν έχει τελεσιδικήσει. Οι πελατειακές και οπισθοδρομικές ροπές στο κόμμα του Μητσοτάκη –οι δυνάμεις της χρεοκοπημένης Ελλάδας-– είναι ακόμη ενεργές. Η επιτυχία της πρωθυπουργίας του θα κριθεί από τη στάση του απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις. Από το αν θα πάρει πάλι «αντικαθεστωτικές» αποφάσεις. Ή αν θα ολισθήσει στην άκρη του καναπέ.

Κωνσταντίνος Ζέρβας: Μνημεία και μνήματα

Το επιχείρημα ακούγεται λογικό. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης λέει ότι προεκλογικά δεν έκρυψε την άποψή του για την κατασκευή του σταθμού «Βενιζέλου» με απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων. Συνεπώς η λύση, που επικύρωσε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, διαθέτει και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Το επιχείρημα ακούγεται στέρεο, αλλά δεν είναι. Σε ένα αξιόπιστο κράτος, τα επιστημονικά και τεχνικά θέματα δεν πρέπει να λύνονται στην κάλπη. Πρέπει να επαφίενται στους ειδήμονες που υπηρετούν στις αρμόδιες αρχές.

Εδώ το σύμπλεγμα προκαλεί ίλιγγο: Η δημόσια επιχείρηση –«Αττικό Μετρό»– αποφασίζει ανάλογα με την κυβέρνηση που διορίζει τη διοίκησή της. Οι αρχαιολόγοι του ΚΑΣ λαμβάνουν άλλη απόφαση, όταν αλλάζει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου. Η έννοια του δημοσίου συμφέροντος ρευστοποιείται. Αυτή η κραυγαλέα ασυνέχεια προκαλεί και την παραλυτική καχυποψία, που βλέπει πάντα από κάθε απόφαση πολιτική ή άλλη ιδιοτέλεια.

Ακόμη κι αν οι υπηρεσίες ήταν αδιάβροχες στην πολιτική επιρροή –ακόμη κι αν μπορούσαν να αποφασίσουν μόνο με επιστημονικά κριτήρια– η τελική κρίση θα ήταν πάλι ζήτημα πολιτικής επιλογής. Στην περίπτωση του μετρό της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος Ζέρβας περιέγραψε το δίλημμα με ενάργεια: Πώς θα έχουμε ανάπτυξη χωρίς συγκοινωνίες; Γιατί πρέπει να διακινδυνεύσουμε το έργο και τη χρηματοδότησή του; Γιατί (αυτό δεν το λέει ο Ζέρβας) το παρελθόν της πόλης πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι του μέλλοντός της;

Ο αντίλογος –εκφερόμενος τις τελευταίες ημέρες με ριπές εσχατολογικού λυρισμού– λέει ότι η ασέβεια προς τα μνημεία ισοδυναμεί με βανδαλισμό και πολιτισμική καταστροφή. Κάποια κατάρα θα ξυπνήσει, αν θυμώσουν τα μάρμαρα.

Οι δραματικοί τόνοι θα ήταν δικαιολογημένοι, αν όντως μεθοδευόταν η καταστροφή των ευρημάτων. Αν δεν υπήρχε σχέδιο για την αποκατάστασή τους κατά 92%.

Οταν έχουν πια μιλήσει οι ειδικοί, όταν έχουν αποφανθεί οι μηχανικοί και οι αρχαιολόγοι, απομένει ένα υπαρξιακό ερώτημα, που πρέπει μάλλον να το θέσει η κοινωνία –και η ελίτ, που πρωτοστατεί στη διαμαρτυρία– στον εαυτό της: Ψάχνουμε πώς θα βελτιώσουμε την κοινή μας ζωή· πώς θα ενώσουμε την αστική περιφέρεια με το κέντρο, δυναμώνοντας τους αρμούς της πόλης· ή ψάχνουμε την ταυτότητά μας στο χώμα;

Μνήμη δεν είναι μόνο τα μνημεία που στέκονται. Είναι και τα μνήματα που αποσπάστηκαν διά παντός. Μνήμη της Θεσσαλονίκης είναι και το χώμα κάτω από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Ολόκληρη η πόλη, που τώρα διχάζεται, χτίστηκε πάνω σε μπαζωμένη μνήμη.