ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της εμφυλιολογίας

sel-41-ph1-nea

«Συγγνώμη, πού τον είδατε;». Αυτή πρέπει να είναι η απάντηση κάθε εχέφρονος πολίτη στις υστερικές φωνές για τον «ακήρυχτο χαμηλό εμφύλιο» ο οποίος είναι σήμερα δήθεν σε εξέλιξη στην ελληνική κοινωνία. Είναι γεγονός ότι ο δημόσιος διάλογος συχνά ρέπει προς την εμφυλιολογία: δηλαδή μιλάει για έναν εμφύλιο ωσάν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Οσο πιο πολύ τον επικαλούμαστε, και κάνουμε φυσικά ό,τι μπορούμε για να υπάρξει, τόσο πιο πιθανό είναι να τον βιώσουμε κάποια στιγμή.

Αλλά όχι, σήμερα η κοινωνία δεν ζει κανενός είδους εμφύλιο. Στο πολιτικό πεδίο ενδεχομένως κάποτε να ξεπερνιούνται τα όρια της πολιτισμένης πολιτικής αντιπαράθεσης από γνωστούς φορείς της τοξικότητας και του Twitter. Εκεί όντως ορισμένοι επιμένουν να βλέπουν την άλλη πλευρά ως εχθρούς, όχι ως πολιτικούς αντιπάλους.

Επίσης, είναι γεγονός ότι διάφορες βίαιες αντιεξουσιαστικές ομάδες, που έχουν πληθύνει τα τελευταία χρόνια, εργάζονται εντατικά στην κατεύθυνση της έντασης. Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση. Αλλά αν μπορούσαν να μετακινηθούν τα φώτα της επικαιρότητας από τη φασαρία λίγων εκατοντάδων φαντασμένων ατόμων στην πραγματικότητα των υπολοίπων εκατομμυρίων πολιτών, θα αντιλαμβανόμασταν ότι ουδείς έχει τέτοιες επιδιώξεις ούτε ποτέ σκέφτεται με τέτοιους όρους.

Για να είμαστε ακριβείς, η εμφυλιολογία (δηλαδή ο λόγος περί ενός υποτιθέμενου εμφυλίου, όχι ο ίδιος ο εμφύλιος) είναι κατά βάση επινόηση των διανοουμένων, των δημοσιολογούντων και των λογοτεχνών μας. Ανασύροντας κι επενδύοντας μονίμως σε ένα τραγικό ιστορικό παρελθόν, ένας διανοούμενος ή λογοτέχνης μπορεί να στήσει ένα σκηνικό δράματος, πόνου και τραύματος που θα κάνει ευκολότερα τη φωνή του να ακουστεί στο τώρα. Πάντα δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή σε μια ιστορία αίματος και καταστροφής, παρά σε μια ιστορία χωρίς δραματικές κορυφώσεις. Ετσι, βλέπει σήμερα κανείς το παράδοξο νέοι άνθρωποι, που η μόνη επαφή που είχαν με εκείνο το παρελθόν είναι οι διηγήσεις των παππούδων τους, να κλαίνε και να οδύρονται ακόμη με παλιές τραγωδίες που πέρασαν ανεπιστρεπτί. Αγνωστο τι τους οδηγεί να αναπαράγουν αυτό το παλιό τραύμα, πέραν τους δικού τους ίσως ταλαιπωρημένου ψυχισμού.

Aν κοιτάζαμε με μεγαλύτερη ψυχραιμία το παρελθόν, μακριά από τις μετέπειτα εκατέρωθεν ιδεολογικοποιήσεις, θα βλέπαμε ότι ακόμη και τότε, τη φορτισμένη μετεμφυλιακή περίοδο, ο εμφύλιος διχασμός συνεχίστηκε –όσο συνεχίστηκε– ερήμην του μεγαλύτερου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Ο διχασμός αφορούσε κυρίως και αναπαραγόταν από το τοξικό ταγκό των αμετανόητων κομμουνιστοφάγων που ήλεγχαν το κράτος κι έβλεπαν τη Μακρόνησο σαν νέο Παρθενώνα, με τους αδιάλλακτους κομμουνιστές που είχαν εναποθέσει το όπλο παρά πόδα ελπίζοντας σε νέους γύρους αιματοκυλίσματος. Ανάμεσα στους πρώτους και τους δεύτερους που ήταν εξόριστοι ή κυνηγημένοι, απλωνόταν ένας ωκεανός πολιτών οι οποίοι φρόντισαν ενστικτωδώς να υπερβούν σχετικά γρήγορα τα εμφύλια πάθη και να αφοσιωθούν κυρίως στη ζωή και στις πιεστικές προτεραιότητές της.

Δεν ήταν μόνο θέμα ωριμότητας αλλά και ανάγκης. Διότι πέραν των πολιτικών συγκρούσεων στο υψηλό επίπεδο, από κάτω συνέβαινε μια συγκλονιστική μεταμόρφωση της χώρας: ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού μετακινούνταν από την ύπαιθρο στις πόλεις (είτε της Ελλάδας είτε του εξωτερικού ως μετανάστες), την ίδια ώρα που η οικονομία μετασχηματιζόταν. Η κατεστραμμένη και φτωχή Ελλάδα του 1949 δεν είχε καμία σχέση με την αστικοποιημένη και ταχέως αναπτυσσόμενη Ελλάδα του 1967. Ολα αυτά δεν θα μπορούσαν ποτέ να είχαν συμβεί αν μια κοινωνία δεν κατάφερνε να αφήσει πίσω της το δραματικό παρελθόν της και να κοιτάξει το ελπιδοφόρο μέλλον της.

Είμαστε συχνά πολύ επικριτικοί με τις παραδοξότητες και τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας, αλλά πρέπει να της αναγνωρίσουμε αυτήν την τέχνη της αποτελεσματικής διαχείρισης των εντάσεων. Είναι μια τέχνη επιβίωσης. Το είδαμε και μέσα στην πρόσφατη κρίση: οικογένειες, όπου ο πατέρας ψήφιζε ΠΑΣΟΚ, ο γιος Ν.Δ. και η κόρη ΣΥΡΙΖΑ, να υπερβαίνουν τις διαφορές τους με κανένα χαριτωμένο καβγαδάκι στο κυριακάτικο τραπέζι, αλλά κατά τα άλλα χωρίς σοβαρές συνέπειες στις μεταξύ τους σχέσεις.

Ετσι, το πολιτισμικό σχίσμα, που είναι πράγματι βαθύ σήμερα, ανάμεσα σε μια αντιστασιακή και μια εκσυγχρονιστική Ελλάδα, δεν πρόκειται να οδηγήσει ποτέ σε εμφύλιο. Είμαστε όλοι ασφυκτικά εξαρτημένοι (συναισθηματικά, οικονομικά κ.λπ.) ο ένας από τον άλλο για να φθάσουμε σε οριστική ρήξη. Αν κάτι αφορά σήμερα η διάχυτη ένταση που βιώνουμε, είναι το εσωτερικό της ελληνικής οικογένειας που βρίσκεται όντως σε μετάλλαξη, αλλά όχι ταξικές ή άλλες συγκρούσεις στην κοινωνία.

Στο κοινωνικό επίπεδο, εκείνο που διακυβεύεται είναι το ζήτημα της ανάπτυξης, και αυτό οδηγεί σε ανταγωνισμούς και σημαντικές διαφωνίες, καμία σχέση όμως με εμφυλίους. Καλούμαστε να επιλέξουμε αν είμαστε υπέρ ενός μοντέλου επιδομάτων και του «κράτους πατερούλη» ή του ανοίγματος της οικονομίας και του εκσυγχρονισμού του κράτους και της εκπαίδευσης ώστε να προλάβουμε την 4η βιομηχανική επανάσταση. Αλλά –ας σοβαρευτούμε– για τίποτε από αυτά δεν πρόκειται κανείς να θυσιάσει τη ζωή του.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.