ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ευτυχία του αναγνώστη

Μου αρέσουν τα βιβλία, με περιτριγυρίζουν, διαβάζω, γράφω, θα ήθελα να ζω από αυτά. Θα έλεγα ότι είμαι μια πολύ καλή αναγνώστρια και μια μετρίως καλή συγγραφέας. Κάποιος διαβάζει αυτά που του αρέσουν – ωστόσο γράφει όχι αυτά που θα ήθελε να γράψει, αλλά αυτά που είναι ικανός να γράψει (Μπόρχες, «Η Τέχνη του Στίχου»). Εάν με ρωτούσε κάποιος «τι ξέρεις να κάνεις καλά;» θα απαντούσα «να διαβάζω» και αν με ρωτούσε «και τι άλλο;» θα αποκρινόμουν «τίποτα». Η συγγραφή θεωρείται τέχνη αλλά όχι η ανάγνωση. Μεγάλο λάθος: αυτό που συμβαίνει μεταξύ ενός συγγραφέα και ενός αναγνώστη είναι ύψιστη τέχνη.

Η ανάγνωση δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ, μου έχει δώσει μεγάλες χαρές, αποκλειστικά χαρές. Με έχει βοηθήσει να αντιληφθώ τον κόσμο και τον μηχανισμό της λειτουργίας του, έχω  συναναστραφεί εκκεντρικούς και ιδιόρρυθμους πρωταγωνιστές που δεν θα μου δινόταν η ευκαιρία να τους γνωρίσω, έχω μπει στο μυαλό τους και έχουν μπει στην καρδιά μου, έχω συνομιλήσει, έχω γελάσει, έχω ανταλλάξει απόψεις, έχω ζηλέψει γιατί ποτέ δεν θα καταφέρω να γράψω σαν κι αυτούς.

Τα βιβλία, από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου ώς τον Χάινριχ Μπελ, με έχουν σώσει από δύσκολες καταστάσεις. Θα έρθουν μετά βεβαιότητας κι άλλες σκοτεινές στιγμές και πάλι θα χρειαστώ τη συνδρομή ενός ακόμα καλού συγγραφέα.

Διαφωνώ ότι η λογοτεχνία πνέει τα λοίσθια – δεν υπάρχει καλύτερη εποχή για τη λογοτεχνία. Οι συγγραφείς εκδίδονται πλέον νωρίς, καθώς όλοι οι εκδότες αποζητούν και επενδύουν στη φρεσκάδα ενός νέου. Δεν έχουν βρει τη συγγραφική τους φωνή θα μου πείτε, αλλά ακριβώς επειδή δεν έχουν βρει τη φωνή τους τα κείμενα είναι ελκυστικά και γόνιμα. Οικειοποιούνται και ενσωματώνουν τεχνικές από τον κινηματογράφο, την ποίηση, το δοκίμιο, χρησιμοποιούν ακόμα και στεγνή καταγραφή της καθημερινότητας. Αυτό δεν είναι λογοτεχνία, είναι ο αντίλογος. Οι μόνες υποχρεώσεις όμως που έχει ένας συγγραφέας απέναντι στον αναγνώστη είναι να τον κάνει να γυρνάει τις σελίδες και να σέβεται τον χρόνο του: οικονομία και σύμπτυξη για ροή και ρυθμό. 

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει εδώ στη συνεισφορά των γυναικών: εμείς είμαστε αυτές που συντηρούμε τους εκδοτικούς οίκους (κατά 80%), εμείς συμμετέχουμε σε λέσχες ανάγνωσης, εμείς βοηθούμε τα παιδιά στην ανάγνωση στο σχολείο και στο σπίτι.

Η σημαντικότερη αλλαγή στον 21o αιώνα είναι ότι οι συγγραφείς δεν ζουν από τα βιβλία τους, δεν υπάρχει συγγραφική καριέρα και δεν αντιμετωπίζονται σαν αστέρες της ροκ (με ελάχιστες εξαιρέσεις). Αυτό είναι επίπονο, αλλά αφήνει περιθώριο για πειραματισμούς. Οι συγγραφείς του σήμερα μπορούν, αυτοσχεδιάζοντας, να βρίσκουν κάθε φορά τον πιο αυθεντικό δρόμο.

Τα καλά νέα είναι ότι το βιβλίο –στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στο παγκάκι ή στη παραλία– λειτουργεί ως μαγνήτης γνωριμίας: έχει την ίδια ακριβώς επίδραση με το παιδί και το κατοικίδιο. Η ανάγνωση ενός βιβλίου σε δημόσιο χώρο είναι σαν να κρύβεσαι ενώ είσαι παρών. Συμβαίνει το εξής αντιφατικό: για πολλούς είναι πρόκληση, εκλαμβάνεται ως έμμεση παραδοχή – «έχω μοναξιές, μίλα μου». Το έχω τσεκάρει γιατί ποτέ κανείς δεν μου έχει πιάσει την κουβέντα σε καφέ ενόσω κοιτώ τον υπολογιστή ή το κινητό μου.

Πρέπει να σας εξομολογηθώ κάτι προσωπικό που προάγει την πλοκή. Είμαι μανιακή με τον υπόγειο του Λονδίνου, δεν έχω αφήσει κανέναν συρμό στον οποίο δεν έχω επιβιβαστεί, καμία στάση που να μην έχω επισκεφθεί και πάντα κουβαλώ ένα βιβλίο. Στην τελευταία μου βόλτα, επειδή αυτές κρατούν ώρες, προμηθεύτηκα έναν μεγάλο τόμο με τίτλο «Αστείο; Χα χα». Επέστρεψα σπίτι κουρασμένη και ο άνδρας μου έπεσε επάνω μου – ο άνδρας μου σκοντάφτει συχνά πάνω στα έπιπλα και πάνω μου γιατί δεν ακούει (μπορεί και να μη βλέπει). Εχει μονίμως κρεμασμένα στα αυτιά του ακουστικά που μοιάζουν με μπατονέτες γιατί ακούει βιβλία, ίσως τους «Μυστικούς Επτά», ίσως την «Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι», ποιος ξέρει. Θύμωσα όμως γιατί έχω βάσιμες υποψίες ότι απλώς μπλοκάρει τους οικογενειακούς ήχους προσποιούμενος τον ωτακουστή ηχητικών βιβλίων. Του τράβηξα τη μπατονέτα και μου είπε δυνατά «πολύ αστείο Ελεάννα χα χα». Αναθάρρησα – νόμιζα ότι με φλέρταρε! Πού θέλω να καταλήξω; Η τεχνολογία συμβάλλει κι αυτή στη διάδοση της λογοτεχνίας. Τα audiobooks κάνουν πάταγο – και θεωρούνται μία από τις βασικές πηγές εσόδων για τους ηθοποιούς ή και για τους συγγραφείς, που συχνά αφηγούνται oι ίδιοι τα κείμενά τους.

Κλείνω παραθέτοντας Μπόρχες γιατί θεωρώ ότι υπάρχει πάντα κάποιος που έχει εκφράσει με ακρίβεια αυτό που θα ήθελα να έχω γράψει εγώ: «Η ευτυχία ενός αναγνώστη υπερβαίνει την ευτυχία ενός συγγραφέα, γιατί ένας αναγνώστης δεν χρειάζεται να σκοτίζεται, ούτε να αγχώνεται: επιδιώκει απλώς την ευτυχία. Και η ευτυχία, όταν είσαι αναγνώστης, είναι συχνή».

* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας. Ζει στο Λονδίνο.