ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Λι και τα τείχη της σιωπής

Τι γίνεται όταν η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να ελέγχει τις επικοινωνίες και τις κινήσεις των πολιτών συγκρούεται με αναδυόμενο κύμα λαϊκής δυσφορίας; Θα μπορέσουν οι Αρχές, με τον τεχνολογικό τους εξοπλισμό, να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις, ή θα πολλαπλασιαστούν οι μεμονωμένες φωνές των πολιτών, αποκτώντας την κρίσιμη μάζα που θα επιβάλει αλλαγές στο καθεστώς; Οι δυναμικές που θέτει σε κίνηση η επιδημία του νέου κορωνοϊού στην Κίνα μας δίνουν μια ιδέα για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σε μια εποχή κατά την οποία η τεχνολογία προσφέρει ολοένα περισσότερες δυνατότητες για τον έλεγχο του πληθυσμού. Η Κίνα είναι πρωτοπόρος στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για τον έλεγχο των πολιτών· είναι σίγουρο ότι, αφού υπάρχει, αυτή η τεχνολογία θα εξαπλωθεί αργά ή γρήγορα σε όλο τον πλανήτη, σε αυταρχικά αλλά και σε δημοκρατικά πολιτεύματα. Το ερώτημα είναι εάν αυτό θα ωφελήσει το σύνολο της κοινωνίας ή εάν θα οδηγήσει σε παραλλαγές ενός διχασμού μεταξύ μιας κλειστής ελίτ και μιας χειραγωγημένης μάζας.

Κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία της διαμάχης μεταξύ κράτους και πολίτη τις τελευταίες ημέρες είναι ο 34χρονος γιατρός Λι Ουενλιάνγκ (Li Wenliang), ο οποίος πέθανε τα ξημερώματα τις Παρασκευής στην πόλη Γουχάν (Wuhan), επίκεντρο της επιδημίας. Στις 30 Δεκεμβρίου, σε ομαδική κουβέντα σε κοινωνικό δίκτυο, ο Λι είχε προειδοποιήσει πρώην συμφοιτητές του για την ύπαρξη επικίνδυνου ιού στο νοσοκομείο όπου δούλευε. Λίγες ημέρες αργότερα, η αστυνομία κάλεσε τον ίδιο και άλλους επτά γιατρούς και τους κατηγόρησε για διασπορά «παράνομων και ψευδών» ειδήσεων. Από τις αρχές Δεκεμβρίου που καταγράφηκαν τα πρώτα κρούσματα στο Γουχάν έως τις 23 Ιανουαρίου που η πόλη των 11 εκατ. κατοίκων τέθηκε σε καθεστώς καραντίνας, οι τοπικές αρχές υποτιμούσαν τον κίνδυνο, έκρυβαν τον αριθμό κρουσμάτων καθώς και το γεγονός ότι ο ιός μεταδιδόταν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ή φοβόντουσαν να ενημερώσουν την κεντρική κυβέρνηση, ή αυτή καθυστέρησε να τους καθοδηγήσει, με αποτέλεσμα την ταχεία εξάπλωση του ιού. Εως την Παρασκευή το πρωί, αυτός είχε πλήξει 31.211 άτομα στην Κίνα, σκοτώνοντας πάνω από 637, ενώ καταγράφηκαν 270 κρούσματα σε άλλες 24 χώρες (και ένας θάνατος).

Ο θάνατος του οφθαλμίατρου Λι, του οποίου η σύζυγος είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, προκάλεσε πάνδημο κύμα συγκίνησης αλλά και οργή για το πώς οι Αρχές χειρίστηκαν την επιδημία. Στην αρχή των διαμαρτυριών, αυτές επέτρεψαν επικριτικά σχόλια· αργότερα, όμως, ενώ φούντωνε το σύνθημα «Θέλω ελευθερία του λόγου», άρχισαν να σβήνουν τα πιο επιθετικά προς την κυβέρνηση. Πολλοί πολίτες αναπαρήγαγαν το σχόλιο που ο Λι είχε κάνει σε ανεξάρτητο κινεζικό μέσω ενημέρωσης, το Καϊσίν (Caixin), «Μια υγιής κοινωνία δεν πρέπει να έχει μόνο μία φωνή». Τακτική της κεντρικής κυβέρνησης είναι να επιτρέπει κάποια κριτική, ώστε να εκτονώνεται η ένταση των πολιτών, όχι, όμως, όταν κατηγορείται η ίδια. Γι’ αυτό έστειλε υψηλόβαθμη ομάδα να διερευνήσει τα πεπραγμένα της τοπικής κυβέρνησης. «Πολλοί επικρίνουν την τοπική κυβέρνηση για τυπολατρία και υπερβολική γραφειοκρατία», σημείωσαν οι κρατικοί Global Times.

Φαίνεται ότι παρά τον αυστηρό έλεγχο των κοινωνικών δικτύων (μην ξεχνάμε ότι ο Λι έπεσε θύμα υποκλοπής ενός chat) και μέσων ενημέρωσης, η συγκίνηση των πολιτών για την τύχη του γιατρού και η οργή τους για τη χειραγώγηση των πληροφοριών, ξεπέρασαν τον φόβο, διαπέρασαν τα τείχη της σιωπής. Στο δίκτυο Weibo, η είδηση του θανάτου του Λι διαβάστηκε πάνω από 1,5 δισ. φορές σε μία ημέρα, κυριάρχησε σε συζητήσεις και μπλογκ και μεταδόθηκε από μέσα ενημέρωσης – με επικριτικά σχόλια για την κυβέρνηση. Είναι άγνωστο εάν η συγκεκριμένη υπόθεση θα φέρει όποια αλλαγή στη συμπεριφορά τον κινεζικών αρχών. Προτεραιότητα του Πεκίνου είναι να κυριαρχήσει στην εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία είναι κρίσιμη για την τεχνολογία αναγνώρισης προσώπων που η Κίνα αναπτύσσει, εφαρμόζει και εξάγει. Γι’ αυτό, πέρα από τον κίνδυνο εξάπλωσης του κορωνοϊού, οι εξελίξεις στην Κίνα μας αφορούν όλους.