ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κορωνοϊός προσγειώνει τον νεοφιλελευθερισμό

Οι απαντήσεις σε κρίσεις έρχονται σε δύο φάσεις. Κατ’ αρχάς, οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται με προβλέψιμους τρόπους, σύμφωνα με όσα έχουν κάνει στο παρελθόν. Αλλά, όταν κάποιες κρίσεις μπορεί να επηρεάσουν την κοινωνία σε βάθος χρόνου, τότε μπορεί να αλλάξει η σκέψη μας για το τι πρέπει να κάνουν οι κυβερνήσεις. Ο κορωνοϊός είναι μια εμβληματική περίπτωση από την άποψη αυτή. Είναι πιθανό να προκαλέσει τη μεγαλύτερη μετατόπιση στο υπόδειγμα της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη από τη δεκαετία του 1980. Ετσι, καθώς οι κυβερνήσεις αρχίζουν να επιλέγουν νέα μέσα πολιτικής, το μεγαλύτερο οικονομικό θύμα του κορωνοϊού σε ολόκληρη την Ευρώπη φαίνεται ότι θα είναι ο νεοφιλελευθερισμός.

Επειτα από αρκετούς μήνες στην Ιταλία και έχοντας πρόσφατα επιστρέψει στο Λονδίνο, με εντυπωσιάζει ο τρόπος με τον οποίο οι εθνικές μας απαντήσεις στον ιό παρουσιάζουν πολλά προβλέψιμα χαρακτηριστικά. Τα laissez-faire φιλελεύθερα ένστικτα των Βρετανών ώθησαν τον Μπόρις Τζόνσον απλώς να «συμβουλεύσει» τους πολίτες για το τι πρέπει να κάνουν. Ηταν σαν να λέει ο καπετάνιος του «Τιτανικού» στους επιβάτες του:

«Λαμβάνοντας υπόψη τις νέες συνθήκες, μπορεί να θελήσετε να επωφεληθείτε από μια σωσίβια λέμβο». Ο ανεπίσημος χαρακτήρας της αντίδρασής του περιλάμβανε μια ασάφεια –διαφορετικοί υπουργοί μετέδιδαν διαφορετικά μηνύματα–, αλλά προκάλεσε επίσης μια απάντηση από την κοινωνία των πολιτών, που ήταν πολύ πιο προωθημένη από την επίσημη κυβερνητική πολιτική. Πράγματι, οι άνθρωποι άρχισαν τις «αγορές υπό το κράτος πανικού», με παράλογους τρόπους. Κατά παράξενο τρόπο, η απειλή μιας νόσου του αναπνευστικού συστήματος οδήγησε τους καταναλωτές να αγοράσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χαρτί υγείας.

Και ενώ ο Μπόρις ξαφνικά έλεγε ότι βασίζει την πολιτική του στις συμβουλές των ειδικών –όχι ένα σημείο αναφοράς γι’ αυτόν στη συζήτηση για το Brexit–, επέλεξε να ακούσει Βρετανούς ακαδημαϊκούς που χρησιμοποιούν μοντέλα προβολής πιθανών συμπεριφορών βασισμένα σε αμφίβολες υποθέσεις και όχι να αξιοποιήσει την ιατρική επιστήμη, που επηρεάζει τις αποφάσεις στις περισσότερες άλλες χώρες.

Η βρετανική απάντηση δεν ήταν εντελώς μοναδική. Η Σουηδία, για παράδειγμα, επέλεξε επίσης μια πιο χαλαρή προσέγγιση. Αλλά, αντίθετα, οι παραδόσεις κρατικής παρέμβασης της νότιας Ευρώπης οδήγησαν σε πολύ διαφορετική, βασισμένη σε κανόνες απάντηση. Η Ιταλία έκλεισε σχολεία και πανεπιστήμια, απαίτησε τη διακοπή λειτουργίας όλων των μη απαραίτητων καταστημάτων και αποφάσισε ότι ο καθένας που βγαίνει στον δρόμο θα πρέπει πρώτα να κατεβάσει ένα επίσημο έντυπο από το Ιντερνετ και να δηλώσει τους λόγους για τους οποίους αφήνει το σπίτι του. Προβλέψιμα, οι άνθρωποι έπρεπε να συμπληρώσουν μια φόρμα: η διοικητική κουλτούρα το απαιτεί, όπως επίσης συμβαίνει στη Γαλλία και στην Ελλάδα. Το πιο σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι συμμορφώθηκαν, ίσως λόγω της σαφήνειας και της σταθερότητας του μηνύματος. Οι καταναλωτές περίμεναν με υπευθυνότητα έξω από τα σούπερ μάρκετ, δύο μέτρα μακριά ο ένας από τον άλλον, με ησυχία και με σεβασμό στον νέο κανονισμό. Δεν υπήρξε καμία αγορά υπό το κράτος πανικού.

Η περίπτωση της Ελλάδας είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Μια κυβερνητική μηχανή με περιορισμένη εξειδίκευση και πόρους, με εγγενή προβλήματα συντονισμού μεταξύ διαφορετικών φορέων, φαινόταν τόσο άσχημα εξοπλισμένη όσο οποιαδήποτε άλλη για να αντιμετωπίσει την επίθεση της πανδημίας. Αλλά αυτές οι γνωστές αδυναμίες φαίνεται να έχουν πυροδοτήσει τη δική τους λύση. Ο Μητσοτάκης εμφανίστηκε αποφασιστικός. Η ομάδα εργασίας που δημιούργησε, με επικεφαλής τον σεβαστό ανοσολόγο Σωτήρη Τσιόδρα, επέτρεψε να ακουστεί μια καθαρή «φωνή» για την επίσημη πολιτική σχετικά με τον ιό. Παράλληλα, ο Νίκος Χαρδαλιάς προήχθη σε υφυπουργό για να συγκεντρώσει την ευθύνη των κυβερνητικών αποφάσεων και ενεργειών. Αντί για αναποτελεσματικότητα, υπάρχει γρήγορη και αποτελεσματική δράση. Και, παρά το γεγονός ότι το σύστημα υγείας έχει απογυμνωθεί από την πρόσφατη λιτότητα, τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής είναι εντυπωσιακά. Η Ελλάδα έχει πολύ χαμηλότερο ποσοστό κρουσμάτων ή θανάτων από ό,τι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Μπράβο!

Πέρα από αυτές τις στρατηγικές διαχείρισης κρίσεων, οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας είναι, φυσικά, τεράστιες. Και είναι αυτές οι αναμενόμενες συνέπειες που αλλάζουν τις αντιλήψεις σχετικά με το τι μπορούν ή πρέπει να κάνουν οι κυβερνήσεις στην οικονομία. Δεν ξεκινάμε από μια tabula rasa. Ηδη, η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσε τη μεγαλύτερη ενεργοποίηση των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών.

Μια στροφή στον λαϊκισμό οδήγησε την κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον να δεσμευθεί, πριν εκδηλωθεί η πανδημία, σε μεγάλες δημόσιες επενδύσεις. Τώρα η κυβέρνησή του υπόσχεται σχεδόν καθημερινά να ξοδέψει περισσότερα χρήματα των φορολογουμένων: τη μια μέρα υπόσχονται να δώσουν 35 δισεκατομμύρια στερλίνες, σχεδόν την επόμενη μέρα ανακοινώνονται ακόμη περισσότερες υποσχέσεις. Λέει ότι θέλει να «αγκαλιάσει» κάθε εργαζόμενο με κρατικές επιδοτήσεις εισοδήματος – σαφώς, λόγω του φόβου ότι η πανδημία θα προκαλέσει οικονομική ύφεση. Ομοίως, ο Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε με το Κογκρέσο την περασμένη εβδομάδα σε ένα πακέτο δαπανών ύψους 2 τρισ. δολαρίων. Ο αγγλοσαξονικός συντηρητισμός –ουσιαστικά, ο νεοφιλελευθερισμός– υποχωρεί πραγματικά όπως ποτέ στο παρελθόν. Αλλά τα αποτελέσματα είναι ευρύτερα. Η Αγκελα Μέρκελ ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη αύξηση των δημοσίων δαπανών στη γερμανική ιστορία. Η γερμανική αρχή των σταθερών δημόσιων οικονομικών, του ορδο-φιλελευθερισμού (ordo-liberalism) έχει παραγκωνιστεί. Εχει εγκαταλειφθεί στην εγχώρια γερμανική αγορά –αν και όχι για τη Γερμανία σε ευρωπαϊκό επίπεδο– και δεν θα είναι εύκολο να  αναζωογονηθεί.

Οι κρίσεις προκαλούν επείγουσες απαντήσεις, αλλά μπορούν να έχουν και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η αντίδραση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν οι κυβερνήσεις να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για το επίπεδο απασχόλησης και ευημερίας, καθώς και για τις δημόσιες υποδομές. Οι εθνικές απαντήσεις σήμερα επιστρέφουν σε αυτό το πλαίσιο σκέψης. Τέτοιες προθέσεις διατρέχουν βαθιά τη συλλογική ψυχοσύνθεση. Δεν ξεχνιούνται εύκολα. Το αποτέλεσμα του κορωνοϊού μπορεί να είναι ότι τώρα είμαστε όλοι σοσιαλδημοκράτες!

* Ο κ. Κέβιν Φέδερστοουν είναι καθηγητής της έδρας Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών «Ελευθέριος Βενιζέλος» και διευθυντής του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του London School of Economics.