ΑΠΟΨΕΙΣ

Καχυποψία και ατομική ευθύνη

int22509911

Μερικές αντιδράσεις εναντίον της άποψης ότι, για να αναχαιτιστεί η πανδημία του κορωνοϊού, πρωτεύοντα ρόλο θα παίξει η ατομική ευθύνη («μένουμε σπίτι») στηρίζονται σε δύο υποψίες. Η πρώτη υποψία είναι ότι, σε περίπτωση μεγάλων μελλοντικών απωλειών, η κυβέρνηση επιδιώκει να μετακυλίσει τις ευθύνες από πάνω της και να τις αποδώσει εκ των προτέρων στην κοινωνία. Η δεύτερη υποψία είναι ότι η κυβέρνηση δεν εμπιστεύεται το δημόσιο σύστημα υγείας και –σε πολύ πιο ακραία εκδοχή– επιδιώκει να το υπονομεύσει ακολουθώντας μια νεοφιλελεύθερη λογική.

Και οι δύο υποψίες αντανακλούν δύο –ευρύτατα διαδεδομένες και βαθύτερα εδραιωμένες– παραδοχές οι οποίες διακινούνται τουλάχιστον από την περίοδο της μεταπολίτευσης του 1974 έως σήμερα. Μια τέτοια πρώτη παραδοχή είναι ότι η δημοκρατία περιορίζεται στη διεξαγωγή εκλογών και στην απονομή δικαιωμάτων, τα οποία εγγυάται το Σύνταγμα (1975, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει). Οι διατάξεις για τα δικαιώματα περιλαμβάνονται στο «Δεύτερο Μέρος» του Συντάγματος. Πρόκειται όμως για ένα «μέρος» το οποίο ανοίγει και κλείνει με άρθρα τα οποία επίσης προβλέπουν ατομικές υποχρεώσεις (άρθρο 4 παρ. 2, 4 και 6 και άρθρο 25 παρ. 3 και 4), με αναλογικό τρόπο. Θα ήταν άτοπο να υποθέσουμε ότι –ειδικά όσον αφορά τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα– το Σύνταγμα είναι αντιδημοκρατικό. Το ότι το μέρος που το Σύνταγμα αφιερώνει στα δικαιώματα αρχίζει και τελειώνει με άρθρα τα οποία αναφέρονται ρητά σε ατομικές υποχρεώσεις έχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Με όριο την αρχή της αναλογικότητας, διατάξεις για τις υποχρεώσεις των πολιτών, οι οποίες, μεταξύ άλλων, αφορούν τη στράτευση, τη συνεισφορά στα δημόσια βάρη (π.χ., την καταβολή φόρων) και την κοινωνική και εθνική αλληλεγγύη, υπάρχουν σε πάρα πολλά σύγχρονα δημοκρατικά συντάγματα, αφού αυτά αντανακλούν τη φιλελεύθερη ιδεολογία.

Αν όμως κάποιος σχεδόν ενστικτωδώς ταυτίζει τον φιλελευθερισμό με τον νεοφιλελευθερισμό, είναι δύσκολο να αντιληφθεί ότι ο πρώτος, με την έννοια του πολιτικού φιλελευθερισμού, συνδέεται με μια, πάγια πλέον, δέσμη όχι μόνο δικαιωμάτων, αλλά και ευθυνών του πολίτη. Συνοπτικά και μάλλον σχηματικά, ατομική ελευθερία σημαίνει τόσο αυτονομία απέναντι σε εξωτερικούς καταναγκασμούς όσο και ατομική ευθύνη. Πρόκειται μεταξύ άλλων για ηθική ευθύνη του κάθε πολίτη όσον αφορά τις πράξεις του και κοινωνική ευθύνη απέναντι στους συμπολίτες του. Με δυο λόγια, ως προς τη σχέση του πολίτη με τη δημοκρατία, προβλέπονται δικαιώματα και ευθύνες. Η παραδοχή ότι δημοκρατία –κυρίως, αν όχι αποκλειστικά– σημαίνει δικαιώματα μπορεί να είναι δημοφιλής, αλλά δεν παύει να είναι κολοβή.

Μια δεύτερη, εξίσου εσφαλμένη, παραδοχή είναι ότι οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις ή έστω αυτές που κατηγορούνται ως τέτοιες, καθώς δεν εμπιστεύονται το δημόσιο σύστημα υγείας, περικόπτουν τις δαπάνες για αυτό. Εδώ υπάρχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι, ανάλογα με την εθνική και διεθνή συγκυρία, το ίδιο κάνουν και μη νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις. Οι μη νεοφιλελεύθερες μπορεί να εμπιστεύονται το δημόσιο σύστημα υγείας σε επίπεδο εξαγγελιών, όχι όμως στην πράξη. Ενδεικτικά, ο μέσος όρος των κρατικών δαπανών για την Υγεία ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν 5,6% το 2011-2014 επί κυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, ενώ, παραδόξως, ήταν κατά τι μικρότερος, 5,2%, το 2015-2018 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (πρόσφατα στοιχεία Eurostat). Aυτό δεν σημαίνει ότι τελικά η πιο πρόσφατη κυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) ήταν πιο νεοφιλελεύθερη από την προηγούμενη. Σημαίνει ότι έτσι και αλλιώς οι διακυμάνσεις στις δημόσιες δαπάνες ήταν μικρές.

Το ίδιο συνέβη και με τις διακυμάνσεις του μεγέθους του προσωπικού. Βεβαίως υπήρχαν μνημονιακές δεσμεύσεις στις προσλήψεις (και στις δαπάνες) για όλες τις παραπάνω κυβερνήσεις. Δεν μπορούσαν να προσλάβουν όσους θα ήθελαν. Ομως με βάση τα ενοποιημένα στοιχεία για το προσωπικό του Δημοσίου (www.apografi.gov.gr), τον Δεκέμβριο του 2014, επί Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, το τακτικό προσωπικό του υπουργείου Υγείας (γιατροί του ΕΣΥ, νοσηλευτές και διοικητικοί υπάλληλοι) αριθμούσε 79.533 άτομα. Τον Δεκέμβριο του 2018, επί ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 79.376 και τον Δεκέμβριο του 2019, επί Ν.Δ., ήταν 78.451. Υπάρχει μείωση του τακτικού προσωπικού, αλλά δεν είναι δραματική ούτε προέκυψε μόνο εξαιτίας μιας κυβέρνησης που δεν εμπιστευόταν το δημόσιο σύστημα υγείας όσο η άλλη.

Η έμφαση θα έπρεπε να δίνεται όχι τόσο στους πόρους (κονδύλια, προσωπικό) όσο στη χρήση τους. Πάνω από ένα κατώφλι δαπανών και προσωπικού, αναγκαίων για να διατηρηθεί το δικαίωμα πρόσβασης στη δημόσια υγεία, σημασία έχει όχι τόσο το ύψος των δαπανών, όσο η αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά το επίπεδο υγείας του πληθυσμού. Αλλωστε, σε βασικούς τομείς πολιτικής, ανεξαρτήτως μνημονίων, οι δημόσιες δαπάνες δεν είναι λάστιχο το οποίο μπορεί κάποιος να τεντώσει ή να μαζέψει κατά βούληση.

Ασφαλώς σε κρίσιμες περιόδους (π.χ., αιφνίδια πανδημία), αν έχει προηγηθεί έστω και μικρή περιστολή πόρων για τη δημόσια υγεία, οι αρνητικές συνέπειες ίσως αποβούν πολλαπλάσιες από ό,τι θα ήσαν σε σύγκριση με άλλη περίοδο. Πάντως κανένα ΕΣΥ καμιάς χώρας δεν θα άντεχε συνεχώς διογκούμενες μάζες ασθενών. Τελικώς είναι προφανές ότι υπάρχει ευθύνη της πολιτείας για ενίσχυση του ΕΣΥ, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ατομική ευθύνη του καθενός μας.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.