ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευκαιρία για την αναγέννηση του ΕΣΥ

Στις 8 Μαρτίου, πολύ σωστά η ελληνική κυβέρνηση επέβαλε εθνική καραντίνα, λίγες ημέρες πριν συμμορφωθούν και οι υπόλοιπες κυβερνήσεις όπως του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Με τον τρόπο αυτό κατάφεραν οι Ελληνες να γίνουν υγειονομικό παράδειγμα για όλο τον κόσμο και να περιορίσουν σημαντικά τις επιπτώσεις του κορωνοϊού. Η ελληνική πολιτική κατά της COVID-19 απέκτησε πρόσωπο: ένας από τους εκπροσώπους των επιστημόνων, ο καθηγητής λοιμωξιολογίας Σωτήρης Τσιόδρας. Κάθε απόγευμα τόνιζε τη σημασία του «Μένουμε Σπίτι». Είναι ευθύς, ειλικρινής, προσιτός και φυσικά επιστημονικά άρτιος.

Ολοι οι Ελληνες αλλά και όλος ο κόσμος λατρεύει τον καθηγητή Τσιόδρα για το ήθος του, την ηρεμία του, την αντικειμενικότητά του και τη συναισθηματική του ευφυΐα.

Αν μεταφερθούμε κάποιους μήνες πριν στη χρονομηχανή του ελληνικού συστήματος υγείας, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί θεωρείται ένας σύγχρονος εθνικός ήρωας. Για πολλές δεκαετίες, το ελληνικό σύστημα υγείας φθίνει. Τα πανεπιστήμια ακολουθούν την παράδοση της κληρονομικότητας των θέσεων και της ολιγαρχίας, το οποίο σημαίνει ότι ένας επιστήμονας με αρκετά προσόντα χωρίς όμως γερή «υποστήριξη» από το εσωτερικό του πανεπιστημίου ή μέσω κομματικής παράταξης, είχε μηδενικές πιθανότητες να διοριστεί στο πανεπιστήμιο. Μια άλλη «λίστα αναμονής» είναι ο όρος του πανεπιστημιακού υποτρόφου κάτω από τον οποίο βρίσκονται αρκετοί αξιόλογοι επιστήμονες. Οι νέοι επιστήμονες υποφέρουν από το «overmentored but underpromoted», δηλαδή είναι δύσκολο να ανέλθουν και να προωθηθούν σε ανώτερους ρόλους.

Σημαντικοί επιστήμονες που έγραψαν το δικό τους κεφάλαιο στην Ιατρική και ενέπνευσαν πολλούς από εμάς να γίνουν καλύτεροι γιατροί, εγκατέλειψαν την Ελλάδα και έφυγαν για αμερικανικά πανεπιστήμια στα οποία η πρόοδός τους επιτεύχθηκε με λογαριθμική αύξηση. Η μεγαλύτερη απόδειξη του συγκεκριμένου φαινομένου ήταν όταν το 2010 πολλοί επιστήμονες έφυγαν για το εξωτερικό, επειδή αισθάνονταν ανεπιθύμητοι στην πατρίδα τους. Το ελληνικό σύστημα υγείας βρισκόταν στην «εντατική» τις τελευταίες δύο δεκαετίες και τώρα για πρώτη φορά μετά πολύ καιρό φαίνεται ότι βγήκε από το κώμα.

Οι Ελληνες έχουν συνηθίσει σε κάποιους (χωρίς γενίκευση αλλά δυστυχώς μη αμελητέο ποσοστό) γιατρούς οι οποίοι ζητούν το γνωστό «φακελάκι» και οι οποίοι τολμούν ακόμα και να καθυστερήσουν σημαντικές επεμβάσεις αν δεν δοθεί η απαραίτητη αμοιβή. Φαινόμενα τα οποία φυσικά σε μία άλλη χώρα θα γίνονταν αφορμή να αφαιρεθούν άδειες επαγγέλματος.

Ομαδικότητα, διαφάνεια, αντικειμενικότητα κριτηρίων αποτελούν χαμένες αξίες στο ελληνικό σύστημα υγείας. Ξαφνικά όλα ανατρέπονται και μια ευγενική μορφή όπως αυτή του καθηγητή Τσιόδρα βγαίνει στην επιφάνεια.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να πάρει το παράδειγμα του κ. Τσιόδρα και να το κάνει κανόνα: να επιβραβεύει τη σκληρή δουλειά, την αριστεία, το ήθος, την  ενσυνείδηση. Να προωθεί επιστήμονες οι οποίοι μιλούν με το «εμείς» και αποφεύγουν το «εγώ». Το ελληνικό σύστημα υγείας θα αναγεννηθεί με τη συμβολή επιστημόνων με αποδεδειγμένα επιτεύγματα και υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη.

Ακούω στα μέσα ενημέρωσης ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί να φέρει κάποιους επιστήμονες στην Ελλάδα. Μια πρόσκληση δεν είναι αρκετή. Πολλοί επιστήμονες επιθυμούν να δουν έναν άνθρωπο στο πηδάλιο σαν τον καθηγητή Τσιόδρα, να δουν έμπρακτα τη διαφάνεια και δικαιοσύνη, ένα υγιές επιστημονικό περιβάλλον στο οποίο θα μπορούν να προσφέρουν – αυτή είναι η μία και απαραίτητη συνθήκη για τους επιστήμονες να επιστρέψουν. Αν αυτή είναι η αναγέννηση του ελληνικού συστήματος υγείας, θα το δούμε στο εγγύς μέλλον. Τώρα είναι η ευκαιρία. Τώρα ή ποτέ.

*MD, PhD, επιμελήτρια καρδιολογίας Guys and St Thomas, London, αναπληρώτρια καθηγήτρια καρδιολογίας University College London, εκδότρια περιοδικού JACC Case Reports, Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας.