ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα και η σύσφιγξη των σχέσεων Ισραήλ – Tουρκίας

Τριάντα χρόνια μετά τη σοφή απόφαση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να αναγνωρίσει de jure το Ισραήλ, οι ελληνοϊσραηλινές σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο σημείο τους. Αν και η κατασκευή του αγωγού East Med θα εξαρτηθεί από τους οικονομικούς υπολογισμούς ενεργειακών κολοσσών και την πολιτική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, υπάρχουν πολλοί άλλοι τομείς όπου οι δύο χώρες –συχνά μαζί με την Κύπρο– αποδεικνύουν ότι μπορούν να χαράσσουν κοινή πορεία. Οι στρατιωτικές ασκήσεις, ο τουρισμός, ο πολιτισμός και η καταπολέμηση του αντισημιτισμού είναι μόνον κάποιοι από αυτούς. Η πρόσφατη ανακοίνωση των προέδρων Κατερίνας Σακελλαροπούλου και Ρούβεν Ρίβλιν σκιαγραφεί την πολυσχιδή συνεργασία.  

Τις ίδιες ημέρες που Ελλάδα και Ισραήλ εορτάζουν την τριακοστή επέτειο της συμπλήρωσης των διπλωματικών τους σχέσεων, πολλαπλασιάζονται τα διεθνή δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για σύσφιγξη σχέσεων Ισραήλ – Τουρκίας. Tο ερώτημα κατά πόσον η αμφιλεγόμενη αυτή εξέλιξη μπορεί να επηρεάσει την πορεία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων επανέρχεται στο προσκήνιο. Αυτό το ερώτημα, ωστόσο, από μόνο του είναι παραπλανητικό, καθώς βασίζεται στη λανθασμένη υπόθεση –αν όχι ψευδαίσθηση– πως το Ισραήλ θα πάρει το μέρος της Ελλάδας σε ενδεχόμενη ένοπλη σύρραξη με την Τουρκία. Θα ήθελε, άραγε, η Ελλάδα να εμπλακεί σε πόλεμο του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων ή του Ιράν;

Από τη στιγμή που το σενάριο στρατιωτικής συμμαχίας Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου είναι μη ρεαλιστικό, η εξωτερική πολιτική στο ευμετάβλητο περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής επιβάλει έξυπνες κινήσεις. Ισραήλ και Τουρκία βρίσκονται σε φάση αναθέρμανσης των σχέσεών τους εδώ και τέσσερα χρόνια. Οπως ακριβώς συμβαίνει μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, έτσι και μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, υπάρχουν αντίστοιχα πεδία αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Σε αυτά προστίθενται οι τουρκοϊσραηλινές συνέργειες για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης στη Λωρίδα της Γάζας, παρά τις γενικότερες διαφωνίες τους για το Παλαιστινιακό. Αξιο προς διερεύνηση είναι, επίσης, το κατά πόσον η Τουρκία έχει βοηθήσει τη συνεννόηση Ισραήλ – Κατάρ για το συγκεκριμένο θέμα.

Αυτό που έχει αλλάξει τους τελευταίους μήνες είναι ότι η ισραηλινή κυβέρνηση βλέπει θετικά μια ενδεχόμενη συνεργασία με την Αγκυρα εναντίον της Χεζμπολάχ εντός Συρίας. Η εμπειρία από τη διαμάχη Τουρκίας – Χεζμπολάχ στην πόλη Ιντλίμπ είναι διδακτική για τις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις.

Ωστόσο, παραμένει αμφίβολο κατά πόσον αυτή μπορεί να επεκταθεί σε άλλες συριακές περιοχές. Δεν είναι προς το συμφέρον της Αγκυρας να διαταράξει τους δεσμούς της με την Τεχεράνη σε μια περίοδο όπου η διαδικασία της Αστάνα εξακολουθεί να λειτουργεί, ενώ οι τουρκοϊρανικές σχέσεις παραμένουν σχετικά καλές. Ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, όμως, έχει αποδείξει πως –με την ανοχή των Ηνωμένων Πολιτειών– πετυχαίνει να συνδυάζει διαφορετικούς στόχους στην τουρκική εξωτερική πολιτική.

Οπως αγόρασε ρωσικούς πυραύλους S-400, έτσι έχει πιθανώς τη δυνατότητα να συνεχίσει τα ακροβατικά μεταξύ των ισραηλινών και αμερικανικών ανησυχιών για το Ιράν, και των ιρανικών και ρωσικών στρατηγικών υπολογισμών.

Είναι απολύτως θεμιτό για το Ισραήλ, που βλέπει τους εχθρούς του όχι μόνο να μην επηρεάζονται από την κρίση του κορωνοϊού, αλλά να επανέρχονται με καινούργιες ορέξεις εναντίον του, να αναζητεί τρόπους καλύτερης προστασίας της εθνικής του ασφάλειας. H Ελλάδα καλείται να πορευθεί με δεδομένο ότι Ισραήλ και Τουρκία έχουν ήδη βρει τρόπο συνύπαρξης, συμφωνώντας σε ορισμένα ζητήματα και διαφωνώντας σε άλλα. Η ανάγνωση της πραγματικότητας θα συμβάλει ώστε να αποφευχθεί ο δραματικός αιφνιδιασμός από την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου για τη χάραξη θαλασσίων ζωνών και οι κινήσεις απλώς εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης που ακολούθησαν.

Η προσέγγιση Ισραήλ – Τουρκίας δεν πρόκειται να έχει αντίκτυπο στις εξαιρετικές ελληνοϊσραηλινές σχέσεις και ούτε είναι αυτό το θέμα που πρέπει να απασχολεί. Αντίθετα, μπορεί να επισπεύσει την έναρξη ενός ευρύτερου πολυμερούς διαλόγου για το μέλλον της Ανατολικής Μεσογείου, με τη συμμετοχή περιφερειακών παικτών, στους οποίους θα συμπεριλαμβάνεται η Αγκυρα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους παίκτες, όμως, ευθυγραμμίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις ελληνικές θέσεις, όπως για παράδειγμα η Γαλλία, και αυτό συνιστά σημαντικό πλεονέκτημα. Αντί να θεωρεί ανάθεμα μια τέτοια εξέλιξη, η Ελλάδα αξίζει να την καλλιεργήσει, αναλαμβάνοντας πρώτη τη διπλωματική πρωτοβουλία – σε άμεση συνεργασία με το Ισραήλ. Προφανώς, η συγκεκριμένη οδός θα έχει σκοπό την ειρηνική επίλυση των διαφορών και όχι τη σκόπιμη παράταση μιας κατάστασης αβεβαιότητας και αστάθειας εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία.

* Ο δρ Γιώργος Ν. Τζογόπουλος είναι ερευνητής στο Begin Sadat Centre for Strategic Studies (Ισραήλ) και στο ΕΛΙΑΜΕΠ και διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.