ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα βγάζουν πέρα τα νοικοκυριά;

ta-vgazoyn-pera-ta-noikokyria-2387706

Θα ήσασταν σε θέση να αντεπεξέλθετε σε ένα απρόβλεπτο έξοδο μεσαίου μεγέθους, όπως για μια χειρουργική επέμβαση, ή για μια κηδεία, ή επείγουσες επισκευές στο σπίτι, ή να αντικαταστήσετε ένα πλυντήριο ρούχων;

Αυτή είναι μία ερώτηση-μέρος έρευνας της Eurostat, της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.), με στόχο να περιγράψει πώς τα ίδια τα νοικοκυριά αξιολογούν την ικανότητά τους, βασιζόμενα σε δικούς τους πόρους, να ανταποκριθούν σε απρόσμενες δαπάνες τέτοιου μεγέθους.

Τα αποτελέσματα δείχνουν πως ένα στα τρία νοικοκυριά στην Ε.Ε. δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει σε μια τέτοια δαπάνη. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 50%, γεγονός που την κατατάσσει στην τρίτη χειρότερη θέση μετά τη Λετονία και την Κροατία. Τα μισά νοικοκυριά, λοιπόν, δεν είναι σε θέση να βρουν τους πόρους που θα χρειάζονταν για να αντιμετωπίσουν ένα απροσδόκητο έξοδο, που εκτιμάται να αναλογεί για την Ελλάδα στα 375 ευρώ μέσα σε ένα μήνα.

Το ποσό των 375 ευρώ αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τέταρτο του μέσου μηνιαίου εισοδήματος του ελληνικού νοικοκυριού (1.600 ευρώ). Η επιλογή αυτού του ποσού δεν έχει σκοπό να εξετάσει την οικονομική ισχύ του μέσου εισοδήματος. Αλλά στοχεύει να ελέγξει εάν τα νοικοκυριά έχουν αποταμιεύσεις οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανά πάσα στιγμή. Και η έλλειψη τέτοιων πόρων δείχνει οικονομική «ευπάθεια», αδυναμία να αντεπεξέλθει το νοικοκυριό σε έξοδα που δεν είναι μεν καθημερινά, αλλά δεν είναι και τελείως απίθανα.

Η θέση της Ελλάδος δεν ήταν πάντα τόσο χαμηλή. Το 2009, στην αρχή της χρηματοοικονομικής κρίσης, το ποσοστό οικονομικής ευπάθειας ήταν περίπου στο 25%. Δηλαδή το μισό από ό,τι τώρα, και κάτω από τον μέσον όρο της Ε.Ε. Αλλά από το 2010 μέχρι το 2014, οπότε και σταθεροποιήθηκε στο 50%, διπλασιάστηκε ο αριθμός νοικοκυριών που αδυνατεί να αντεπεξέλθει σε τέτοιου είδους έξοδα. Αντιθέτως, ο μέσος όρος στην Ε.Ε. έμεινε σταθερός, αν και βέβαια υπάρχουν πολύ ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των χωρών.

Αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα που αφορά τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού. Ο στόχος της έρευνας της Eurostat είναι να χαρτογραφήσει τον βαθμό οικονομικής ευπάθειας για τα μέσα νοικοκυριά στην Ευρώπη.

Τα μεγέθη, που αναφέρονται στο 2018, δείχνουν ότι ένας ουσιαστικός αριθμός νοικοκυριών σε ολόκληρη την Ευρώπη μπήκε στην αναγκαστική απομόνωση που προκάλεσε η πανδημία με ανεπαρκείς αποταμιεύσεις. Οπότε βίωσαν, και συνεχίζουν να βιώνουν, την ύφεση που έχει προκληθεί από καθαρά μειονεκτική θέση. Τα επακόλουθα αυτής της ύφεσης δεν είναι ακόμα γνωστά, αλλά γνωρίζουμε ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα φτάσει και θα περάσει τα όρια της φτώχειας με αντίστοιχες κοινωνικές συνέπειες.

Βεβαίως, όλες οι χώρες της Ευρώπης παρείχαν άμεση βοήθεια σε όσους επλήγησαν. Αλλά αυτή η βοήθεια δεν μπορεί παρά να είναι μόνο συγκεκριμένη και προσωρινή. Το μέσο νοικοκυριό πρέπει να είναι σε θέση να βοηθηθεί από μόνο του. Και ναι, ενώ μεγαλύτερο εισόδημα είναι πάντα ευπρόσδεκτο, η έννοια της οικονομικής ευπάθειας αφορά την ικανότητα και τάση προς αποταμίευση. Η έρευνα της Eurostat δείχνει πως ο βαθμός ευπάθειας αλλάζει πάρα πολύ σιγά. Και αυτό συμβαίνει επειδή η αποταμίευση, απαραίτητη για την οικονομική ανθεκτικότητα, είναι κάτι που πρέπει να διδαχθεί και να υποστηριχθεί.

Πολλές χώρες παίρνουν πρωτοβουλίες με σκοπό τη δομική μείωση της οικονομικής ευπάθειας, την υποστήριξη και την ενθάρρυνση των νοικοκυριών να βελτιώσουν την οικονομική τους ευημερία. Από την προώθηση και υποστήριξη του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού σε όλα τα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος, μέχρι την παροχή άμεσων συμβουλών σε δύσκολους καιρούς, οι πολιτικές που ακολουθούνται έχουν σκοπό την αλλαγή της αποταμιευτικής συμπεριφοράς. Ετσι ώστε να προετοιμάζονται καλύτερα τα νοικοκυριά τόσο για τις μακροχρόνιες εισοδηματικές ανάγκες τους (π.χ. εξασφάλιση πόρων για την τρίτη ηλικία) όσο και για τις πιο βραχυχρόνιες μεταβαλλόμενες ανάγκες, προγραμματισμένες και μη.

Η Ευρώπη είναι μια ήπειρος που ναι μεν βασίζεται στο κράτος πρόνοιας ως σημαντικό προστάτη της κοινωνικής ευημερίας, αλλά και στην καλλιέργεια δεξιοτήτων που θα οδηγούν στην αυτονομία του καθενός μας. Προκαλεί έτσι μεγάλη έκπληξη, αν όχι απογοήτευση, να βλέπουμε πόσοι από εμάς δεν είναι σε θέση να καλύψουν απρόσμενα έξοδα μιας κηδείας ή μιας αναγκαστικής επισκευής στο σπίτι μας. Φαίνεται πως η ευρωπαϊκή μεσαία τάξη δεν είναι τόσο οικονομικά ασφαλής όσο θα επιθυμούσε να είναι.

* Η κ. Μαρία Δεμερτζή είναι υποδιευθύντρια στο Ινστιτούτο Bruegel. Η κ. Marta Dominguez-Jiménez είναι αναλύτρια-ερευνήτρια στο Bruegel. Η κ. Annamaria Lusardi είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο George Washington στην Washington DC και πρόεδρος της επιτροπής οικονομικού αλφαβητισμού στην Ιταλία. Το κείμενο είναι βασισμένο στην πρόσφατα δημοσιευμένη εργασία των τριών αρθρογράφων στο Bruegel: «The Financial fragility of European households in the time of COVID-19.