ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ελληνική στρατιωτική ισχύς τον 21ο αιώνα

Η εξελισσόμενη ελληνοτουρκική κρίση έφερε στο προσκήνιο μια δημόσια συζήτηση σχετικά με την εθνική άμυνα που δεν είναι διόλου θεωρητική. Τηρουμένων των αναλογιών, η τωρινή κατάσταση με την Τουρκία αρχίζει να προσομοιάζει με εκείνη που αντιμετώπισε η χώρα μας την περίοδο του Μεσοπολέμου. Η φασιστική Ιταλία προκαλούσε συνεχώς την Ελλάδα, αλλά αυτή έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας το 1923, η ίδρυση ναυτικής βάσης στην ιταλοκρατούμενη Λέρο, η υποδαύλιση του βουλγαρικού αλυτρωτισμού και η προσπάθεια χειραγώγησης θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων εντάσσονταν σε μια στρατηγική υπονόμευσης της Ελλάδας. Ο τορπιλισμός της «Ελλης», τον Αύγουστο του 1940, ήταν η πρώτη πράξη μιας προαποφασισμένης κλιμάκωσης εναντίον της Αθήνας. Δύο μήνες αργότερα, η κυβέρνηση Μεταξά είχε να διαλέξει ανάμεσα στον πόλεμο και στην ταπείνωση.

Απέρριψε την ταπείνωση και νίκησε στον πόλεμο. Αντίστοιχα, η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα του τουρκικού αναθεωρητισμού· η έξαρση του φαινομένου προδικάζει εξελίξεις. Υπάρχουν τρία ερωτήματα για την ελληνική στρατιωτική ισχύ που χρήζουν απάντησης.

Το πρώτο αφορά τον τρόπο υπολογισμού της. Η παραδοσιακή προσέγγιση διατείνεται ότι η ισχύς μετριέται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι το μέγεθος και το επίπεδο του έμψυχου δυναμικού, η ποσότητα και η ποιότητα των οπλικών συστημάτων, και η επάρκεια του συστήματος διοίκησης, ελέγχου και πληροφοριών. Ο πόλεμος όμως ποτέ δεν ήταν μια μαθηματική εξίσωση, όπου πάντα επικρατεί ο ισχυρότερος. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα στη σύγχρονη ιστορία που μια μικρή χώρα κατήγαγε συντριπτική νίκη εναντίον μεγαλύτερης χώρας: Ισραήλ εναντίον αραβικών χωρών (1967), Αρμενία εναντίον Αζερμπαϊτζάν (1994), Κροατία εναντίον Σερβίας (1995). Μια νέα προσέγγιση υποστηρίζει ότι η στρατιωτική ισχύς συνδέεται και με τρεις επιπλέον παράγοντες: την ικανότητα υπεράσπισης ή κατάληψης εδάφους, τον περιορισμό φίλιων και πρόκληση εχθρικών απωλειών, και την ταχεία επικράτηση στο πεδίο της μάχης.

Το δεύτερο ερώτημα σχετίζεται με τις αμυντικές δυνατότητες της χώρας. Η Ελλάδα έχει με διαφορά τις μεγαλύτερες και καλύτερα εξοπλισμένες Ενοπλες Δυνάμεις στα Βαλκάνια. Διαθέτουν υπερσύγχρονα άρματα μάχης, ισχυρό πυραυλικό πυροβολικό, συμβατικά υποβρύχια τελευταίας τεχνολογίας, υποστρατηγικά όπλα μεγάλης φονικότητας, αξιόπιστα επιθετικά ελικόπτερα και μαχητικά αεροσκάφη, και στελεχώνονται από καλά εκπαιδευμένους επαγγελματίες. Συνοπτικά, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές αμυντικές δυνατότητες που της επιτρέπουν να υπερασπιστεί έδαφος και να προκαλέσει μεγάλες απώλειες στις εχθρικές δυνάμεις. Μεγάλη πρόοδος έχει επιτευχθεί στους κρίσιμους τομείς της ταχυκινησίας και ευελιξίας, αλλά ο βαθμός επιβιωσιμότητας παραμένει σχετικά μικρός.

Το τρίτο ερώτημα αφορά την πιθανή έκβαση μιας ελληνοτουρκικής στρατιωτικής αναμέτρησης. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η Ελλάδα έχει αρκετή στρατιωτική ισχύ να αντιμετωπίσει μια επιθετική κίνηση στη Δυτική Θράκη και στο Αιγαίο. Στη γραμμή αντιπαράθεσης από τον βόρειο Εβρο έως το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου, η γεωγραφία αλλού ευνοεί τη μια πλευρά και αλλού την άλλη. Πρόσφατες δημοσιογραφικές εκτιμήσεις περί πιθανής ελληνικής ήττας εδράζονται στην άγνοια των παραγόντων που καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα. Η χρονική παράμετρος, οι εδαφικές συνθήκες, η διαθεσιμότητα ενισχύσεων, το υψηλό ηθικό, η καλή διοίκηση και η εκμετάλλευση ευνοϊκών εξελίξεων διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην έκβαση μιας αναμέτρησης. Κλασικό παράδειγμα είναι η αναπάντεχη τουρκική νίκη στην Κύπρο το 1974. Η απόβαση είναι μια δύσκολη στρατιωτική επιχείρηση. Οι φίλιες δυνάμεις είχαν τα στρατιωτικά μέσα να πλήξουν τον αντίπαλο, αλλά το φρόνημα ήταν χαμηλό, η διοίκηση δεν διέθετε νομιμοποίηση, πολύτιμος χρόνος είχε ήδη χαθεί και το σύστημα επιστράτευσης κατέρρευσε πριν καλά καλά ενεργοποιηθεί.

Η Αθήνα μπορεί να μην επιζητεί τη σύγκρουση, αλλά πρέπει να δείχνει αποφασισμένη να φτάσει στα άκρα. Απέναντι σε ένα αυταρχικό καθεστώς που παραβιάζει βάναυσα το διεθνές δίκαιο, μια δημοκρατική χώρα δεν μπορεί να τείνει μόνο κλάδο ελαίας. Μόνο όταν η ελληνική πλευρά γίνει περισσότερο απρόβλεπτη θα επέλθει μια ισορροπία, αφού η αβεβαιότητα λειτουργεί ανασταλτικά για τον επιτιθέμενο. Η Αθήνα μπορεί να το πετύχει με συχνότερη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων, με εφαρμογή υβριδικών μεθόδων αντιμετώπισης της τουρκικής προκλητικότητας, με επιθετικές επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών και άλλα πολλά. Η χρήση στρατιωτικής ισχύος συνιστά τη δυσκολότερη απόφαση για κάθε ηγεσία, επειδή αναπόφευκτα συνεπάγεται ανθρώπινες απώλειες. Για αυτόν και μόνο τον λόγο, αξίζει να δώσουμε στην ειρήνη πολλές ευκαιρίες. Αν όμως η άλλη πλευρά τελικά επιλέξει τον καταστροφικό δρόμο της σύγκρουσης, η Ελλάδα έχει τη στρατιωτική ισχύ να υπερασπιστεί τον εαυτό της με επιτυχία.

* Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι αν. καθηγητής στο Τμήμα Αμυντικών Σπουδών του King’s College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.