ΑΠΟΨΕΙΣ

Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί και αρχή ισότητας

Οπως συνήθως συμβαίνει, από ένα σύνολο σημαντικών αλλαγών που επιφέρει το νομοσχέδιο της κ. Κεραμέως στην ιδιωτική εκπαίδευση, η δημοσιογραφική δημοσιότητα και πάλι εστιάστηκε στο ζήτημα των παρεμβάσεων που κάνει αυτό στις εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών. Ετσι, π.χ., παραβλέπεται ότι για πρώτη φορά εισάγεται με το ν/σ αυτό ο θεσμός της αξιολόγησης των ιδιωτικών σχολείων· ότι απελευθερώνεται η δυνατότητα των ιδιωτικών σχολείων να παρέχουν –πέραν του ωρολογίου προγράμματος– πρόσθετες εκπαιδευτικές, μορφωτικές, αθλητικές, πολιτιστικές και άλλες χρήσιμες υπηρεσίες στους μαθητές τους, με αντίστοιχη αξιοποίηση των κτιριακών τους εγκαταστάσεων, χωρίς αχρείαστους διοικητικούς περιορισμούς· ότι ορθολογικοποιούνται οι ρυθμίσεις περί μετεγγραφών των μαθητών από τα ιδιωτικά στα δημόσια σχολεία.

Ασφαλώς, το συζητούμενο ν/σ δεν επιφέρει ριζοσπαστικές ανατροπές. Ωστόσο εκσυγχρονίζει έναν νόμο παρωχημένης αντίληψης για το πώς πρέπει να διοικείται και να οργανώνεται ένα σύγχρονο εκπαιδευτήριο. Σκέφθηκε κανείς από όλους αυτούς που επικρίνουν το ν/σ πόσες νέες θέσεις εργασίας εκπαιδευτικού και άλλου προσωπικού θα δημιουργηθούν στα ιδιωτικά σχολεία από τη διεύρυνση των προσφερόμενων υπηρεσιών; Οτι με την απελευθέρωση της δυναμικής των ιδιωτικών σχολείων, πέραν της παραδοσιακής αποστολής τους, θα μπορούν να καθίστανται παράγοντες επιμόρφωσης και πολιτισμού προς όφελος των τοπικών κοινωνιών; Και όλα αυτά, χωρίς να θίγεται η γενικότερη υπαγωγή των ιδιωτικών σχολείων στην εποπτεία του κράτους και χωρίς να αίρεται η υποχρέωση να έχουν την ίδια οργάνωση με τα αντίστοιχα δημόσια σχολεία και να καλύπτουν τουλάχιστον το ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα που ισχύει για τη δημόσια εκπαίδευση.

Πέραν, όμως, αυτών, ποιες είναι οι φοβερές ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών τις οποίες επιφέρουν οι διατάξεις του ν/σ; Η ΟΙΕΛΕ προβάλλει ως κεκτημένο δικαίωμα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών την προνομιακή νομοθετική τους αντιμετώπιση από τους λοιπούς «κοινούς θνητούς» εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα. Μπορεί, όμως, να χαρακτηριστεί απαράδεκτη ανατροπή η πρόθεση της κυβέρνησης να εφαρμόσει τη συνταγματική αρχή της ισότητας μεταξύ ιδιωτικών εκπαιδευτικών και λοιπών υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα; Γιατί είναι «απαράδεκτη», όπως υποστηρίζει η ΟΙΕΛΕ, η πρόβλεψη του ν/σ ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί θα πρέπει να προσλαμβάνονται και να απασχολούνται δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι αυτοί θα υπάγονται στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας; Γιατί δεν αρκούν για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς οι εκτεταμένες διασφαλίσεις που εμπεριέχει το γενικό εργατικό δίκαιο με την εφαρμογή, π.χ., των αρχών της μη καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος, της ίσης μεταχείρισης και μη διάκρισης, της ισότητας των φύλων, της απαγόρευσης μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας και άλλων προστατευτικών ρητρών; Γιατί είναι καλύτερο το ισχύον σύστημα, που στρεβλώνει τον χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας και καθιστά ουσιαστικά σχολάρχες τους διευθυντές πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Αλλωστε, η άρση των σκανδαλωδών διακρίσεων μεταξύ ιδιωτικών εκπαιδευτικών και λοιπών εργαζομένων δεν θίγει ουσιαστικά σημεία που τους διαφοροποιούν σημαντικά από πλευράς υπηρεσιακής κατάστασης από τους λοιπούς εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα: το διοριστήριο των ιδιωτικών εκπαιδευτικών από την οικεία δημόσια υπηρεσία παραμένει ως έχει, η πλήρης εξομοίωσή τους από μισθολογικής πλευράς με τους εκπαιδευτικούς των δημοσίων σχολείων δεν αλλάζει, ενώ, επίσης, δεν θίγεται το ισχύον γενικό καθεστώς ωραρίου απασχόλησης, σύμφωνα με το διοριστήριο του κάθε ιδιωτικού εκπαιδευτικού. Συνεπώς, ζήτημα αντίθεσης των προτεινόμενων διατάξεων προς το Σύνταγμα δεν τίθεται.

Υποστηρίζει η ΟΙΕΛΕ ότι οι μέχρι σήμερα ρυθμίσεις για τη φύση της εργασιακής σχέσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών διασφαλίζουν δήθεν την ποιότητα της ιδιωτικής εκπαίδευσης και περαιτέρω προάγουν το συνταγματικό αγαθό της παιδείας. Δηλαδή, κατά την παράδοξη αυτή άποψη, τα ανυπέρβλητα κωλύματα που θέτει μέχρι σήμερα ο νόμος για να απολυθεί ένας ανεπαρκής ή αδιάφορος εκπαιδευτικός και η διατήρησή του στην τάξη αποβαίνουν προς όφελος των μαθητών και ανυψώνουν το εν γένει εκπαιδευτικό έργο(!). Είναι προφανές ότι η ένταξη της εργασιακής σχέσης των ιδιωτικών εκπαιδευτικών στο γενικό εργατικό δίκαιο, στο οποίο υπάγονται όλες οι λοιπές εργασιακές σχέσεις του ιδιωτικού τομέα, δεν συνιστά υποβάθμιση της επιστημονικής αξίας τους, ούτε παραβλέπει τη σημαντική προσφορά τους στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το εργατικό δίκαιο καλύπτει κάθε εργαζόμενο, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, και η υπαγωγή σ’ αυτό δεν συνιστά υποτίμηση και προσβολή της προσωπικότητας των εργαζομένων, ούτε πλήττει το εκπαιδευτικό έργο. Σημειωτέον ότι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, όταν απασχολούνται σε φροντιστήρια, σε σχολές ξένων γλωσσών κ.λπ., υπάγονται στο γενικό εργατικό δίκαιο, χωρίς να χάνουν την επιστημοσύνη τους. Το ίδιο συμβαίνει και για το σύνολο των λοιπών επιστημονικών επαγγελμάτων. Για παράδειγμα, ας σκεφτεί η αγαπητή ΟΙΕΛΕ ότι μπορεί οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί να υπηρετούν το αγαθό της παιδείας, αλλά και οι γιατροί των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων που υπάγονται στη γενική εργατική νομοθεσία υπηρετούν το εξίσου σημαντικό αγαθό της υγείας!

* Ο κ. Ιωάννης Ληξουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου.