ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκδικητική πορνογραφία, μαρτύριο διαρκείας

Η μη συναινετική πορνογραφία ή αλλιώς εκδικητική πορνογραφία, η οποία ολοένα και συχνότερα απασχολεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν είναι παθογένεια μόνο της εποχής μας. Πρόκειται για την ίδια και απαράλλαχτη τακτική κοινωνικού στιγματισμού και ταπείνωσης των  γυναικών, με τον μανδύα της τεχνολογίας τώρα, αλλά ακόμη πιο βάρβαρη από την εποχή που κούρευαν τις διακορευμένες άγαμες κορασίδες και τις περιέφεραν μισόγυμνες πάνω στον γάιδαρο.

Και τούτο γιατί η  εμβέλεια της διαδικτυακής διαπόμπευσης είναι σαφώς μεγαλύτερη, ανεμπόδιστη και ανεξέλεγκτη και ταυτόχρονα αλληλένδετη συνήθως με έναν ύπουλο και απρόβλεπτο προδότη: τον σύντροφο με τον οποίο η γυναίκα μοιράστηκε τον εαυτό της, πράγμα που καθιστά ακόμη πιο τραυματική την εμπειρία της. Ο εξευτελισμός, η ταπείνωση, το αίσθημα της ματαίωσης μιας εντέλει ανύπαρκτης ελευθερίας και ισότητας, η προδοσία και φυσικά ο στιγματισμός αποτελούν τις συνιστώσες μιας δύναμης που την ωθεί στη συντριβή και ενίοτε ώς την αυτοκτονία. Το μαρτύριο αποκτά απεριόριστη διάρκεια καθώς το Διαδίκτυο διαθέτει ανεξίτηλη μνήμη και αναπαράγει ασταμάτητα το ερέθισμα της οδύνης της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία η ψυχή του θύματος σπαράσσεται κατ’ επανάληψη και διαλύεται από την ιδιότυπα βιτριολική εκδίκηση του αρσενικού.  Ενώ όμως για την εν τοις πράγμασι εκδικητική βιτριολική επίθεση μιας γυναίκας ενάντια σε μια άλλη γυναίκα που μας απασχόλησε πρόσφατα ο νομοθέτης έχει ήδη προνοήσει για την αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικών ευθυνών, στην περίπτωση της διαδικτυακής βίας κατά των γυναικών μοιάζει ακόμη μουδιασμένος και αναποφάσιστος. Δίνει την εντύπωση πως αντιμετωπίζει αυτές τις συμπεριφορές ως βία «εικονική», ως βία-φάντασμα, διαφορετική από τη σαφή και άμεση σωματική και ψυχική κακοποίηση και όχι ως μια νέα μετάλλαξη του φαινομένου με απτά και εξίσου ολέθρια αποτελέσματα.

Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες του φεμινιστικού κινήματος για τη διεκδίκηση του αυτονόητου δικαιώματος της γυναίκας να αυτοπροσδιορίζεται και να απολαμβάνει ισότιμα με τον άνδρα τη ζωή και τον έρωτα, ελάχιστη πρόοδος έχει επιτευχθεί. Ο θύτης «βιάζει» ασύστολα το θύμα με αυτό τον ανέντιμο τρόπο, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι ο διασυρμός του γυναικείου κορμιού και των ορμών του θα οδηγήσει στον χλευασμό και την ταπείνωση όχι μονάχα της σάρκας αλλά και της γυναίκας ως προσωπικότητας και οντότητας, υπενθυμίζοντάς της την κοινωνική της κατωτερότητα. Και το ερώτημα είναι: πώς είναι σίγουρος για αυτή την κατάληξη;

Η απάντηση είναι απλή: Επειδή ακόμη και σήμερα, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο στον κόσμο, η σεξουαλική επιθυμία της γυναίκας είναι εκ προοιμίου ενοχοποιημένη και ενοχοποιητική. Επειδή ο προσδιορισμός του ήθους της και η κοινωνική αποδοχή της με βάση τη σεξουαλική συμπεριφορά της είναι ακόμη ένα ισχυρό στερεότυπο. Επειδή, διαχρονικά η ίδια η κοινωνία εξυφαίνει το δίχτυ των κοινωνικών προκαταλήψεων για να υπηρετήσει σχέσεις συμφέροντος και εξουσίας. Επειδή αφ’ ης στιγμής ανακαλύφθηκε το αλέτρι, η γυναίκα περιορίστηκε στα του οίκου και την ανατροφή των παιδιών, ενώ ο άνδρας πήρε την οικονομία στα χέρια του μετατρέποντας τη γυναίκα και τα παιδιά του σε ιδιοκτησία του και αδυνατεί να αποδεχθεί ώς και σήμερα πως τα πράγματα άλλαξαν· κι ας μην κλυδωνίζονται πια από μια τέτοια ανατροπή τα οικονομικά συστήματα του κόσμου. Επειδή το πλέγμα των αξιών κάθε εποχής και τα όποια κοινωνικά χαρακτηριστικά αποδίδονται στα φύλα δεν είναι παρά κατασκευάσματα που στηρίζουν πάντα επιδιωκόμενες κοινωνικές ισορροπίες έστω και αν οι κοινωνικές εκφάνσεις των φύλων αντίκεινται συχνά στις τάσεις που υπαγορεύονται από τη βιολογία τους. Τα στερεότυπα ετούτα, στην ουσία «τα κουτάκια ή μάλλον τα κελιά» μες στα οποία καλείται η γυναίκα να ζει, έχουν αδιάρρηκτα λουκέτα στις συνειδήσεις μας, συμβάλλοντας στην εργαλειοποίηση του γυναικείου κορμιού και στη συντήρηση της ψευδαίσθησης της ανδρικής υπεροχής.

Αν δεν πάψουμε να δαχτυλοδείχνουμε επομένως τη γυναίκα που κατακτά με το σπαθί της τα οχυρά της αυτοδιάθεσης και επιδιώκει να είναι ο αληθινός, ανεξάρτητος, έντιμος και παραγωγικός εαυτός της οδεύουμε αναπόδραστα προς μια παλινδρόμηση: Νοσταλγεί ήδη την κοινωνική εσωστρέφεια μιας εποχής δέκα χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα, τότε που ζούσε ελεύθερη στη φύση σε απόλυτη αρμονία με τον άνδρα δίχως δεσμεύσεις γάμου και δεσμούς ιδιοκτησίας αλλά με ρόλους διακριτούς, διαφορετικούς και ισότιμους. Τότε που κανείς δεν επιβαλλόταν στον άλλο και τα παιδιά ανήκαν μονάχα στη μάνα τους. Η Εποχή του Λίθου θαρρώ πως ήταν. Και νομίζω πως άρχισε ήδη να της μοιάζει η δική μας εποχή με επιλογή των ίδιων των γυναικών, που κουράστηκαν και απελπίστηκαν με ετούτη την ανούσια μάχη των φύλων. Κι αν επιβληθεί εντέλει ένα τέτοιο status στις κοινωνίες μας, είναι αυταπόδεικτο ποιος θα είναι ο χαμένος. Ή μήπως όχι;

* Η Πασχαλία Τραυλού είναι συγγραφέας. Το τελευταίο βιβλίο της, «Η γιατρίνα», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα τον Μάιο.