ΑΠΟΨΕΙΣ

Ειδωλοκλαστική προσδοκία

Φέτος ζήσαμε τη γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου χωρίς τον κρατικό «διάκοσμο» που, κάθε χρόνο, πλαισιώνει εθιμοτυπικά τον εκκλησιαστικό εορτασμό. Την απόφαση υπαγόρευσε η άμυνα απέναντι στην απειλή του «κορωνοϊού».

Η απουσία του κρατικού «διάκοσμου» από την εκκλησιαστική γιορτή ξαναθύμισε την αβελτηρία στις σχέσεις Εκκλησίας – κράτους, αβελτηρία που διαρκεί πολλές δεκαετίες, χωρίς να διαφαίνεται αλλαγή του επιπόλαιου συμβατικού κώδικα. Θυμίζω: Για να πετύχουμε οι Ελληνες την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους, δεχθήκαμε να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμασταν:

Είμασταν αυτοκρατορία, πολυεθνική – πολυφυλετική, βαλθήκαμε να γίνουμε μονοεθνικό κράτος – συμβατικό σχήμα οργανωμένης συμβίωσης νεόκοπο (το είχε γεννήσει τον 18ο αιώνα, στη Δύση, η φιλοσοφία του «Διαφωτισμού»). Ξεσηκωθήκαμε, για «να πάρουμε την Πόλη και την Αγια-Σοφιά» (με αυτό το όχημα οργανωμένης συμβίωσης ταυτίζαμε την ιστορική μας αναβίωση οι Ελληνες). Ομως υποχρεωθήκαμε να πιθηκίσουμε το δυτικό, ορθολογικό μοντέλο «κοινοβουλευτισμού», ωσάν να βγαίναμε μόλις από τη στυγνή αποικιοκρατία και οι δυνάστες μας μάς «τιμούσαν» με ολοκληρωτική αφομοίωση στο καλούπι τους.

Δεχθήκαμε ενθουσιωδώς να πειθαρχήσουμε στην απομίμηση, να εκτιμάμε την πολιτισμική μας διαφορά, επειδή οι πάτρωνές μας την οικειοποιήθηκαν με «αυτονόητες» πλαστογραφίες – ο Παρθενώνας και η Αγια-Σοφιά, ο Αισχύλος και ο Ρωμανός ο Μελωδός φάνταζαν στα μάτια μας, μόνο επειδή καμώθηκε ότι τους θαυμάζει η Δύση.

Τα σχολειά μας, τα πανεπιστήμια, οι κρατικοί θεσμοί, οι κοινωνικές αρθρώσεις και δομές, οι πολιτικές μας λειτουργίες, όλα, τυφλή απομίμηση της Δύσης. Τίποτα δικό μας, όλα αντιγραφή. Ακόμα και η Αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν για μας θαυμαστή, μόνο επειδή προβάλαμε στα επιτεύγματά της προσομοιώσεις με το μοντέλο του μηδενιστικού Διαφωτισμού. Δεχθήκαμε να αυτοκαθοριζόμαστε στο «Σύνταγμά» μας σαν κράτος αθεϊστικό, που ανέχεται την Εκκλησία (τον ένσαρκο στον λαό πολιτισμό μας) σαν ποσοτικό, μετρητά υπέρτερο σύμπτωμα θρησκοληψίας («επικρατούσα θρησκεία»)!!

Δυο αιώνες τώρα, την ιστορική μας συνείδηση την κατασκευάζει ο δυτικός εκβιασμός (υπεροπλία και πλούτος), όχι η σπουδή της Ιστορίας. Για τη δυτική κοινή γνώμη (χιλιομαρτυρημένη) ο παγκοσμιοποιημένος «πολιτισμός» απόλυτης προτεραιότητας της οικονομίας δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο για το πολιτικό όραμα που σάρκωναν ο Παρθενώνας και η Αγια-Σοφιά. Η παγκοσμιοποιημένη δυναμική του Ελληνισμού έχει προγραμματικά εξαλειφθεί, χάρη στην καλοστημένη (από τη δυτική πολιτική πανουργία) γενοκτονία του μικρασιατικού και ποντιακού Ελληνισμού. Με ανεμπόδιστες τις φιλοδοξίες μεθοδικής ανασύστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από κεμαλιστές και αντικεμαλιστές, σε ολοφάνερη σύμπλευση.

Να είσαι Ελληνας δεν ήταν ποτέ φυλετική ιδιότητα, η ελληνικότητα ήταν πάντοτε κατόρθωμα (συνάρτηση καλλιέργειας) του κοινωνείν, άθλημα μετοχής στον «τρόπο» της πόλεως, σαρκωμένον στη γλώσσα και στις τέχνες. Είτε ως «εκκλησία του δήμου», είτε ως Δείπνο Ευχαριστίας, η κοινωνία των Ελλήνων ήταν πάντοτε «άθλημα αληθείας», στο πεδίο της πόλεως, της κοινότητας, της ενορίας.

Στους αντίποδες η Δύση: Προηγήθηκε ο εφιαλτικός θρησκευτικός ατομοκεντρισμός: η εκδοχή της σωτηρίας σαν ατομικού κατορθώματος – με νομική – δικαιική κατασφάλιση, αιώνιες αμοιβές και αιώνιες τιμωρίες. Η πρώτη εμφάνιση στην Ιστορία ολοκληρωτικής εξουσίας, η απανθρωπία του νομικισμού, της αντικειμενικής ορθότητας, της εξασφαλιστικής αυθεντίας. Ακολούθησε η επαναστατική Διαμαρτύρηση, για να εξασφαλίσει περισσότερη αυτονομία του εγώ, πληρέστερη θωράκιση της ακοινωνησίας του ατόμου. Με τελική, κορυφαία έκρηξη, τον συνεπή μηδενισμό του «Διαφωτισμού»: την ολοκληρωτική πίστη στην επάρκεια της ανθρώπινης νοημοσύνης, της σύμβασης, της συμφωνημένα αποδεκτής ορθότητας. Δεν υπάρχει κάτι εγκυρότερο για να εμπιστευθεί ο άνθρωπος από την αριθμητική πλειονότητα σύμφωνης γνώμης. Με μηδενισμένο κάθε «νόημα» της ύπαρξης, μη χρηστικό.

Οι Δυτικο-ευρωπαίοι, κοσμοκράτορες στον 19ο αιώνα, δέχθηκαν το αίτημα ελευθερίας των εξεγερμένων ενάντια στην οθωμανική τυραννία Ελλήνων. Με όρους: Να σχηματίσουν «κράτος», με τις προδιαγραφές που έθετε ο Διαφωτισμός, η δυτικο-ευρωπαϊκή κοσμοκυριαρχία. Να πρωτεύει η σύμβαση («Σύνταγμα»), όχι το «νόημα» και οι στοχεύσεις στο «αληθές». Τέρμα το όραμα «της Πόλης και της Αγια-Σοφιάς», η διαχρονική συνέχεια του πολιτισμού, η ταυτόχρονη διαχείριση αρχαίας Ελλάδας και χριστιανικού «νοήματος». Το ιστορικό παρελθόν των Ελλήνων, άγνωστο πια και ακατανόητο, προκλητικά αφελές ή και γελοίο στα ρητορεύματα του ξύλινου ραδιοτηλεοπτικού λόγου, στην ένοπλη πλαισίωση παρέλασης άγιων Εικόνων, είναι μια οδυνηρότατη πρόκληση επίδειξης της εθελοδουλείας που διαδέχθηκε την ευγνωμοσύνη μας στην Υπέρμαχο Στρατηγό.

Χίλιες φορές καλύτερα ο αυθόρμητος (όσος απομένει) λαϊκός γιορτασμός της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου, χωρίς τον κρατικό «διάκοσμο» της Γιορτής – να πάψει η ωμή κοροϊδία: ένα καταστατικά άθεο κράτος να μακιγιάρεται με πρωτόγονα θρησκευτικά φτιασίδια, για να μη δυσαρεστήσει διανοητικά καθυστερημένους ψηφοφόρους, έτοιμους να προσλάβουν σαν πατριωτισμό τη χυδαία αγυρτεία.

Από τους επαγγελματίες της αλλοτριωμένης ώς το μεδούλι εξουσίας, δεν μπορούμε οι πολίτες να περιμένουμε τίποτα. Βαθύτερα και πιο αηδιαστικά παρηκμασμένοι μοιάζει να είναι οι επαγγελματίες της θρησκειοποιημένης κρατικής εκκλησίας. Η διαφορά είναι στη δυναμική του λειτουργήματος: Ενας αληθινός επίσκοπος μπορεί να αλλάξει, όχι μια επαρχία, αλλά μια χώρα (και όχι μόνο).