ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράμματα Αναγνωστών

evagelika

Ας μιλήσουμε στεριανά για την επακούμβηση

Κύριε διευθυντά
Ο  κ. Παντελής Μπουκάλας στο σχόλιό του στη στήλη «Στάσεις» της «Κ» 21-8-2020 αναφέρει: «Στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα ο Τύπος αναπαρήγε συνήθως τον όρο “παρακούμβηση” της ναυτικής ορολογίας, αλλά πλέον έχει υιοθετήσει την “επακούμβηση”, που, όπως γράφουν οι εξοικειωμένοι με τα στρατιωτικά, δηλώνει μια ήπια επαφή σκαφών…».

Στα 30 περίπου χρόνια υπηρεσίας στο Π.Ν. από το 1961, ουδέποτε άκουσα ή είδα γραμμένη τη λέξη «παρακούμβηση». Αντιθέτως τη λέξη «επακούμβηση» και συνήθως «ελαφρά επακούμβηση» τη χρησιμοποιούσαμε και συνεχίζουν να τη χρησιμοποιούν στο Π.Ν., κυρίως οι μάχιμοι αξιωματικοί, για να αμβλύνουν την κακόηχη και εξορκισμένη, για τον κυβερνήτη πλοίου, λέξη «σύγκρουση», «πρόσκρουση» (σύγκρουση όταν δύο πλοία είναι εν κινήσει, πρόσκρουση όταν το ένα είναι ακίνητο, ή αν το πλοίο προσκρούει σε κάτι σταθερό, π.χ. προβλήτα).

Ο κυβερνήτης μου το 1966, ο οποίος από κακό χειρισμό εμβόλισε με την πλώρη του αντιτορπιλικού την προβλήτα στο λιμάνι Ηρακλείου, έστειλε προς τον διοικητή το παρακάτω σήμα: «Αναφέρεται κατά τον απόπλου εκ λιμένος Ηρακλείου πλοίον υπέστη ελαφράν επακούμβησιν μετά της προβλήτος. Προβλής ουδέν υπέστη»! Το ότι στην πλώρη μας είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα δεν αναφέρθη και προσπαθήσαμε να την μπαλώσουμε, εκ των ενόντων, με την επιστασία βλαβών του πλοίου.

Τη λέξη «επακούμβηση» αν ψάξει ο κ. Μπουκάλας στο Διαδίκτυο, στο Βικιλεξικό, θα τη βρει. Τέλος, εξ ιδίας εμπειρίας, έχω να πω στον κ. Μπουκάλα ότι το λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη και όχι μόνο, δεν αναφέρει πολλές λέξεις της ναυτικής ορολογίας.

Ματθαιος Μ. Δημητριου
Πλοίαρχος Π.Ν. ε.α.

Υπάρχει ανόθευτη ιστορική ταυτότητα;

Κύριε διευθυντά
Το δάχτυλο στα σημάδια των καρφιών βάζει η τελευταία παράγραφος του άρθρου του κ. Απ. Λακασά («Κ» 9/7) «Το 1821 με τη ματιά Νεοελλήνων». Γράφει: «Οι Ελληνες δηλώνουν πως διψούν για τη “δική τους” ιστορία, την κομμένη και ραμμένη στις ιδεολογικές τους θέσεις. Εξακολουθούμε να μετράμε την Ιστορία με το “εθνόμετρο” (το είχε δηλώσει στην «Κ» στις 20/12/2015 η τότε αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας και ιστορικός Σία Αναγνωστοπούλου) με στόχο τη δημιουργία εθνικής αλλά όχι ιστορικής ταυτότητας. Ολα τα υπόλοιπα είναι ιστορίες για… άλλοτε».

Ποια είναι τα σημάδια των καρφιών; Ιδού: Τύπος των ήλων είναι η αντιθετική διάκριση εθνικής και ιστορικής ταυτότητας. Ομως:

Οπου να ψάξει ο σημερινός άνθρωπος, σε οποιαδήποτε ήπειρο, σε όποια χώρα, όποιο κράτος, όποιο έθνος, όποιο λαό, δεν θα βρει ούτε ένα παράδειγμα ακραιφνούς, αμιγούς και ανόθευτης ιστορικής ταυτότητας. Αντίθετα (όπως στο αριστοφανικό μυθολογικό παράδειγμα, όπου το ένα ήμισυ επιδίδεται στην αναζήτηση του ετέρου ημίσεως για την ολοκλήρωσή τους), θα βρει αγκαλιασμένες την εθνική με την ιστορική ταυτότητα. Θα βρει το κάθε ιστορικό πρόσωπο (για την απόλυτη ακρίβεια: το κάθε προσωπείο) να έχει πλαστουργηθεί με μεγάλες δόσεις εθνικού αφηγήματος της κάθε συλλογικής οντότητας, η οποία διαθέτει τα χαρακτηριστικά της κρατικής και τα προσόντα της αναγνωρισμένης διεθνούς παράστασης.

Το «εθνόμετρο» δεν είναι ελληνική εφεύρεση ή μόνο εγχώρια ιδιοπάθεια. Είναι κοινό μέτρο αυτοπροσδιορισμού για την ολομέλεια του ΟΗΕ. Βεβαίως, παντού επιτελούν το έργο τους οι επιστημονικές κοινότητες των ιστορικών. Οι περισσότερες με αντικείμενο την ιστορία της πατρίδας τους, συνήθως και σε συσχετισμό με τους γείτονες και κάποτε με τις γενικότερες συγκυρίες. Αρκετές όμως (σε χώρες με ευρύτερους επεκτατικούς ορίζοντες επιρροής) έχουν ως αντικείμενο την ιστορία άλλων πατρίδων, στο συγκυριακό πλαίσιο του διεθνισμού ή της, διάδοχής του (από το άλλο άκρο), παγκοσμιοποίησης. Το επιτελούμενο έργο στις τελευταίες περιπτώσεις, ασχέτως προθέσεων και λόγω συναισθηματικής απόστασης, αγνοεί τα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και περιορίζεται στα καθαρώς ιστορικά. Ετσι τυχαίνει να έχουμε για κάποιες πατρίδες δυο ιστορίες. Η μία είναι «ημεδαπή». Η άλλη «αλλοδαπή» από ιστορικούς, ως προς τους οποίους, όμως, όσον αφορά την ιστορία της πατρίδας τους, αποδείχθηκε συχνά προσφιλής η διά μίξεως των δύο ημίσεων ιστορική μέθοδος.

Τώρα, στη δική μας πατρίδα συνέβη ένας μεγάλος ποιητής να πει μια μεγάλη αλήθεια: Το έθνος πρέπει να θεωρεί ως εθνικό ό,τι είναι αληθινό. Ποιο είναι όμως το αληθινό, όχι στους αιθέρες των ιδεών αλλά στο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας; Ποιο είναι, ειδικότερα, στην ιστορία των πατρίδων; Μήπως πρέπει να θεωρούμε ως πλησιέστερη στην αλήθεια την απαθή αντικειμενικότητα των ξένων, οι οποίοι, όμως, δεν είναι καθόλου ξένοι όσον αφορά τις βλέψεις της δικής τους πατρίδας; Μήπως θα πρέπει να υιοθετήσουμε την αλλοδαπή εκδοχή, πλειοδοτώντας σε ιστορικό… ηθικό πλεονέκτημα, παρατηρώντας τους άλλους που παραμένουν πιστοί στο εθνικό τους αφήγημα, με το φασαμέν της Μαντάμ Σουσού;

Θα ήταν σύμπτωμα ελληνικής ιδιοπάθειας και ενός οιονεί εθνικού μαζοχισμού, αν δεχόμασταν να τεχνουργούν όλοι οι άλλοι την ταυτότητά τους με τη σμίλη του καλλωπιστικού εθνικού αφηγήματος, εμείς δε με ζήλο αλάνθαστων ερμηνευτών των ιστορικών γεγονότων και της διαδραστικής τους συνάφειας με άλλα, να ανελκύουμε από το παρελθόν μια δυσειδή, αλλά… διδακτική και αναμορφωτική (υποτίθεται) ταυτότητα για τη νεολαία μας. Ταυτότητα που σαν τον Ιρο εν μέσω μνηστήρων, θα προκαλεί αποστροφή και θ’ αλαζονεύεται ότι είναι η αλήθεια ενώ όλοι οι άλλοι είναι το ψεύδος. Καλή εξέλιξη, πράγματι. Καλή προοπτική για τα 200 μας χρόνια και τους επετειακούς εορτασμούς. Και θα της ταιριάζουν ίσως τα λόγια του Ιωάννη Καποδίστρια σε γράμμα του προς τον Εϋνάρδο: «Είμαι μόνος, μονώτατος!». Σ’ εκείνον ήταν λόγια επίγνωσης-μήπως και απόγνωσης; Σ’ εμάς θα είναι αλαζονείας και κουφόνοιας.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΔΩΣΣΑΣ
Θεσσαλονίκη

Πολύτιμη διδαχή από το «Οσο μπορείς»

Το ποίημα «Οσο μπορείς» του Κωνσταντίνου Καβάφη αποδίδει τις σκέψεις του ποιητή για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τη ζωή τους, με σκοπό να διαφυλάξουν τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπεια και την ατομικότητά τους.

Πιο συγκεκριμένα, ο ποιητής κατανοεί πως δεν είναι εύκολο οι άνθρωποι να κάνουν τη ζωή τους έτσι όπως τη θέλουν. Για να κερδίσεις την ιδανική σου ζωή, για μια ζωή, όπως εσύ τη θέλεις, οφείλεις να αφιερώσεις χρόνο και να αφοσιωθείς στον στόχο σου.

Παράλληλα, δεν πρέπει να εκθέτεις τον εαυτό σου και να δημιουργείς επιφανειακές σχέσεις με ανθρώπους ρηχούς, με ανθρώπους οι οποίοι σε χρησιμοποιούν και εκμεταλλεύονται είτε τα εσωτερικά είτε τα εξωτερικά σου χαρίσματα, με απώτερό τους σκοπό να σε παρασύρουν στην αγέλη ώστε να αφομοιωθείς, να γίνεις ένα με αυτήν, δηλαδή να χαθείς από τον ίδιο σου τον εαυτό, με λίγα λόγια να χάσεις την ατομικότητα και τη μοναδικότητά σου σαν άνθρωπος, σαν προσωπικότητα, σαν χαρακτήρας και τελικά να αλλοτριωθείς. Επομένως, πρέπει να περιορίζουμε αυτές τις περιττές συναναστροφές με τους επιδερμικούς ανθρώπους, για να μπορέσουμε ενδεχομένως να διατηρήσουμε την προσωπική μας ελευθερία, την ατομικότητα και τη μοναδικότητά μας.

Εκτός από αυτό πρέπει να αναφέρουμε και τη χωρίς μέτρο διασκέδαση. Περισσότεροι άνθρωποι παρομοιάζουν την ιδανική τους διασκέδαση με κάτι το οποίο δεν τους προσφέρει ουσιαστικά διέξοδο από την πραγματικότητα, αλλά τους διευκολύνει μόνο προσωρινά και δεν είναι κάτι το οποίο τους ευχαριστεί πραγματικά.

Συνοψίζοντας, για να αποφύγουμε τα παραπάνω θα πρέπει να βρούμε τον εαυτό και τον χαρακτήρα μας, τη δική μας βούληση και κρίση, αυτό όμως θα επιτευχθεί μόνο αν καταφέρουμε να καλλιεργηθούμε ψυχικά και να ενδυναμωθούμε πνευματικά, «όσο μπορούμε».

Παναγιωτης Κρουστης
Μαθητής 1ου Γυμνασίου
Ζακύνθου

Το θρησκευτικό αίσθημα και οι γελοιογραφίες

Κύριε διευθυντά
Είμαι αναγνώστης της «Καθημερινής» από δεκαετίες. Εκτιμώ την εφημερίδα σας ιδιαίτερα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι αισθάνομαι ιδιαίτερα άσχημα όταν βλέπω συχνά πυκνά το πρόσωπο του Χριστού ή της Παναγίας στις γελοιογραφίες του κ. Δημ. Χαvτζόπουλου. Οπως για μία ακόμη φορά στη γελοιογραφία στο φύλλο της 20.8.2020. Αισθάνομαι ότι εκείνο που πιστεύω και σέβομαι βαθιά διασύρεται. Γίνεται αντικείμενο εμπαιγμού. Αραγε δεν υπάρχουν άλλα αντικείμενα να ασχοληθεί ένας γελοιογράφος; Γιατί ο Χριστός και η Παναγία; Θα τολμούσε να κάνει το ίδιο ο κ. Χαντζόπουλος και με τον Μωάμεθ; Δεν το έχει κάνει ποτέ έως τώρα και εύχομαι την ίδια γραμμή να διατηρήσει και στο μέλλον. Ομως, τα θρησκευτικά αισθήματα ενός μουσουλμάνου βαραίνουν περισσότερο από τα αισθήματα ενός χριστιανού;

Θα παρακαλούσα λοιπόν πολύ τον κ. Χαντζόπουλο, αλλά και τον κ. Πετρουλάκη και τον κ. Μακρή, να σεβαστούν την παράκλησή μου, την οποία είμαι βέβαιος ότι συμμερίζονται πολλοί από τους αναγνώστες της εφημερίδας σας. Οι γελοιογράφοι της εφημερίδας σας έχουν όλοι και ταλέντο και εφευρετικότητα. Ας τη διοχετεύσουν σε όποιο άλλο θέμα της ζωής μας θέλουν. Ας αφήσουν όμως ήσυχη τη χριστιανική μας πίστη και τα σύμβολά της.

Μανωλης Μανεσης
Ομότιμος καθηγητής
Παθολογίας ΕΚΠΑ

Ο ρόλος (και) της «Κ» στην ισότητα φύλων

Κύριε διευθυντά
Παρακολουθώ πολλά χρόνια την εφημερίδα σας και αναρωτιέμαι πώς μπορεί ένα έγκριτο έντυπο σαν την «Καθημερινή» να φιλοξενεί μερικές φορές σχόλια ρατσιστικά για τις γυναίκες, την ένδυσή τους, την παρουσία τους κ.τ.λ. Αναφέρομαι αυτή τη φορά στο σεξιστικό σχόλιο του κ. Στεφ. Κασιμάτη (26/8) για την κυρία στη φωτογραφία από την υπογραφή του αγωγού με τη Βουλγαρία, αλλά και στην αποτυχημένη απολογία του τις επόμενες ημέρες. Το βασικό πρόβλημα στο σχόλιο δεν πρέπει να είναι η ταυτότητα της κυρίας, η θέση της, ή το αν ήταν Ελληνίδα ή Βουλγάρα, αλλά η οπτική των γυναικών μέσα από την εμφάνισή τους και ο υποκείμενος σεξισμός του σχολίου.

Δεν νομίζω ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων αλλάζουν εύκολα. Μπορούν όμως να τεθούν δεοντολογικά πλαίσια για το τι είναι αποδεκτό και τι δεν είναι. Στην Ελλάδα έχουμε δυστυχώς μεγάλο δρόμο μέχρι να φτάσουμε κάποια μέρα στην ισότιμη αντιμετώπιση ανδρών-γυναικών, και εφημερίδες σαν την «Καθημερινή» μπορούν να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Αρκεί να το κάνουν βασική αρχή τους.

Ηλιας Χατζης

Ψυχαναλύοντας τους ηγέτες

Κύριε διευθυντά                                                                             
Στην «Κ» της Κυριακής 23 Αυγούστου, διαβάσαμε τη δήλωση του ελληνιστή καθηγητή κ. Κέβιν Φέδερστοουν: «Κανείς δεν ξέρει στη Δύση πώς να αντιμετωπίσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν…». Αρα η Δύση σηκώνει τα χέρια ψηλά. Δεν μπορεί να «διαβάσει» τον «Σουλτάνο».

Μερικές σελίδες παρακάτω, ο κ. Νίκος Κωνσταντάρας ερμηνεύει με οξυδέρκεια τη σχέση του προέδρου της Τουρκίας  με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, στο άρθρο του: «Τραμπ, ο γητευτής του Ερντογάν». Εκτιμά (σωστά) ότι η σχέση των δύο προέδρων δεν είναι ούτε οικονομική ούτε πολιτική, αλλά  «…πρέπει να καθορίζεται κυρίως από τον χαρακτήρα (του Τραμπ), να είναι βαθιά προσωπική». Από το Ιντερνετ και από σοβαρές αμερικανικές δημοσιεύσεις προκύπτει  ότι:

α) Ο Τραμπ είναι «παθολογικός ναρκισσιστής», ή, ακόμα χειρότερο, «κακοήθης ναρκισσιστής».

β) Αυτή η προσωπική διαταραχή, μεταξύ άλλων πολλών, κάνει τον πάσχοντα «…να θαυμάζει τις ισχυρές προσωπικότητες» ή και «να ταυτίζεται σε κάποιο βαθμό με αυτές» ή αλλού, «…είναι απόλυτα λογικό ένας ναρκισσιστής να συμμαχεί με άλλες ισχυρές προσωπικότητες».

Και φυσικά αυτή η επιστολή δεν γράφτηκε μόνο για να τιμήσω τον εκλεκτό συνεργάτη σας, αν και ο τίτλος «Ερντογάν, ο γητευτής του Τραμπ» μού πάει  καλύτερα.  Αλλά για να επισημάνω ότι είναι μεγάλη ανάγκη, έστω και στην κόψη του ξυραφιού, να γίνει από ψυχολόγους ειδικευμένους στην  πολιτική ψυχολογία το προφίλ του Ερντογάν, κατά τα αμερικανικά πρότυπα. Αυτό γίνεται στις ΗΠΑ, εδώ και 60 χρόνια,  για κάθε ηγέτη που αντιμετωπίζουν. Οχι τα χέρια ψηλά και όχι πια «Σουλτάνος». Οι πηγές μου, στη διάθεση της «Καθημερινής».

Γιωργος Ρηγας
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ, συγγραφεύς του βιβλίου
«Στη Βαγδάτη του Σαντάμ»

Οι πολυαίμακτες μάχες για την τιμή της γλώσσας και η «ασεβής» καθηγήτρια του Παρθεναγωγείου

Κύριε διευθυντά
Ποιος θα το ’λεγε πως ύστερα από εκατόν είκοσι χρόνια θα συζητούσαμε για δημοτική, καθαρεύουσα, λατινικά και περισπωμένη. Το 1901 άρχισε να δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, σε μετάφραση του Αλ. Πάλλη. Οι γλωσσαμύντορες ξεσήκωσαν τους φοιτητές σε διαδηλώσεις. Συγκρούσεις με την αστυνομία, 8 θάνατοι και 70 τραυματίες. Παραιτείται ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Β΄ και η κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη. Το 1903 στο Βασιλικό Θέατρο ανεβαίνει η τραγωδία «Ορέστεια» του Αισχύλου στην καθαρεύουσα. Ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Γ. Μυστριώτης ξεσηκώνει τους φοιτητές. Συγκρούονται με τον στρατό, με απολογισμό 2 νεκρούς και αρκετούς τραυματίες. Το 1911 έχουμε τα «Αθεϊκά» στον Βόλο, όπου λειτουργούσε από το 1908 Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο. Ο μητροπολίτης Δημητριάδος το επισκέπτεται αιφνιδιαστικά για επιθεώρηση. Η καθηγήτρια Π. Χριστάκου «Ηρνήθη να ασπασθή την δεξιάν του Ιεράρχου». Κατηγορήθηκαν οι παράγοντες για αθεΐα. Στο Εφετείο Ναυπλίου (1914) αθωώθηκαν, αλλά το Σχολείο έκλεισε! Το 1941-1942, στην Κατοχή, έχουμε το μονοτονικό με πρωταγωνιστές τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Γιάννη Κακριδή και Ν. Εξαρχόπουλο. Τελικά επιβλήθηκε «δίμηνη προσωρινή απόλυση» για τον Κακριδή. Από τον αχό μας έμειναν κατοχικά δύο βιβλία: «Η δίκη των τόνων» και «Η αντιδικία των τόνων». Ο Κακριδής πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου έπνεε ούριος άνεμος δημοτικής. Διέπρεψε συντροφικά με τους Μανόλη (με όμικρον) Τριανταφυλλίδη, Ν. Ανδριώτη, Εμμ. Κριαρά. Ακόμη και οι καθηγητές της

Φυσικομαθηματικής Σχολής ήταν δημοτικιστές. Τη δεκαετία του 1940, στο 1ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης είχαμε έναν εξαίρετο φιλόλογο που μας έλεγε, «Η ελληνική γλώσσα είναι ενιαία σε τρεις γενεές: η αρχαία, η καθαρεύουσα και η δημοτική. Σέβομαι την αρχαία που μας λέει μύθους, και φιλοσοφία, εκτιμώ την καθαρεύουσα που μας βάζει σε τάξη, αλλά αγαπώ τη δημοτική με τις αταξίες της!». Κι εμείς συμφωνούσαμε μαζί του.

Ιορδανης Β. Παπαδοπουλος
Κόκκινο Λιμανάκι Ραφήνας

Αλησμόνητη ξενάγηση στο ΕΜΠ εν έτει 1965

Κύριε διευθυντά
Aπό τους σημερινούς εν ενεργεία καθηγητές του ΕΜΠ είμαι ο μοναδικός που το έζησε παιδάκι το 1965, πριν από τα Ιουλιανά. Μια θεία, φοιτήτρια τότε, αποφάσισε κάποια στιγμή να με ξεναγήσει στους χώρους του ιστορικού συγκροτήματος Πατησίων. Εκείνη την εποχή, τα τανκς του Παττακού «δοκίμαζαν» τις μηχανές τους.

Εντύπωση μου έκανε ένα μαυριδερό αγαλματάκι που απεικόνιζε παιδί που ουρούσε ξεδιάντροπα απέναντι από το κτίριο της Σχολής Καλών Τεχνών. Το ημιυπόγειο κυλικείο από την πλευρά της Στουρνάρη με τα νόστιμα κοκ. Οι φτωχοντυμένοι φοιτητές κι οι καθηγητές με το καβουράκι και τους χαρτοφύλακες ανά χείρας. Υφος αυστηρό, βλοσυρό κάποιοι. Οι φοιτητές τότε, όταν έβλεπαν κάποιον από δαύτους, έχαναν τη λαλιά τους από φόβο. Οι αίθουσες διδασκαλίας, τέλος, πολύ περιποιημένες και καθαρές, με τα όργανα σχεδίασης επιμελώς τοποθετημένα πάνω στα σχεδιαστήρια. Τα μελανοδοχεία από του Χρυσικόπουλου απέναντι κι οι γραμμοσύρτες. Ο μαυροπίνακας αδειανός. Εμοιαζε στα μάτια μου βλοσυρός κι αυτός.

Λίγο πριν τελειώσει εκείνη η ξενάγηση της θείας μου, κοντοστάθηκα πάλι μπροστά στο μαυριδερό αγαλματάκι απέναντι από τη Σχολή Καλών Τεχνών. «Τυχερό παιδάκι», σκέφτηκα, «να και κάποιος εδώ μέσα που εκφράζεται ελεύθερα!»

Σπυρος Γιακουμακης