ΑΠΟΨΕΙΣ

Το νέο σκηνικό της σύγκρουσης

Tο άνοιγμα του «συγκοινωνιακού μετώπου» αποτελεί μόνον την απαρχή
του επερχόμενου «πολέμου» κατά της εφαρμογής των νομοθετηθέντων
μέτρων, που τέθηκαν ως προαπαιτούμενα από τους εταίρους μας για τη
συνέχιση της δανειοδότησης. Στο πολιτικό πεδίο εκδηλώνεται
προσπάθεια αναζωπύρωσης και αποκορύφωσης της σύγκρουσης
«μνημονιακών – αντιμνημονιακών κομμάτων», με ηγέτιδα δύναμη της
αντιπολίτευσης τον ΣΥΡΙΖΑ. Πιθανότατα, λοιπόν, στις αμέσως επόμενες
εβδομάδες πολλά και απρόβλεπτα μπορούν να συμβούν. Ωστόσο, οι
συνθήκες που διαμόρφωσαν το αμφίρροπο αποτέλεσμα στις τελευταίες
εκλογές έχουν αρχίσει να αλλάζουν. Με κύριο γνώρισμα το γεγονός ότι
η οργή μιας σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων μεταβάλλεται σε
προβληματισμό και αυτοσυγκράτηση. Τούτο δε, αφορά πρωτίστως τις
πρωθυπουργικές φιλοδοξίες του κ. Τσίπρα και τις συνέπειες ενός
τέτοιου ενδεχομένου. Επομένως, η έκβαση του επικείμενου «πολέμου»
εν πολλοίς θα κριθεί από το αν και κατά πόσον οι «εμπόλεμοι»
εκτιμήσουν σωστά τα νέα δεδομένα, προπαντός δε αν αναπροσαρμόσουν
ανάλογα τη στρατηγική τους.

Η «απειλή Τσίπρα» επαυξάνει τη συνοχή της κυβέρνησης και ενισχύει
την προοπτική να φθάσει στην τετραετία. Οι τρεις συγκυβερνώντες
γνωρίζουν πως για να μεταβάλουν το σημερινό πολιτικό σκηνικό, μόνον
ένας τρόπος υπάρχει. Η εμφάνιση ενός θετικού κυβερνητικού
απολογισμού, με έμπρακτα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της κρίσης
και κυρίως τη μετουσίωση της αποκαρδίωσης του πολίτη σε εγκαρτέρηση
και ελπίδα. Ευτυχώς, τούτος ο (…κατά τ’ άλλα) εθνικός στόχος
συμπίπτει απόλυτα με τις κομματικές επιδιώξεις και το ίδιον
συμφέρον, κυρίως των κ. Βενιζέλου και Κουβέλη. Ο πρώτος ηγείται
ενός κόμματος που βρίσκεται στο ναδίρ της εκλογικής του δύναμης και
η μόνη συνταγή ανάκαμψής του βασίζεται σε μια «συγκυβερνητική»
επιτυχία, έστω και αν το μεγαλύτερο μερίδιο αυτής θα το καρπωθεί,
φυσιολογικά, η Ν.Δ. Ακόμη και η μερική αποκατάσταση του τέως
δικομματισμού θα επιτρέψει στον κ. Βενιζέλο να ανασυγκροτήσει το
ΠΑΣΟΚ και να επαναπροσδιορίσει τις ιδεολογικοπολιτικές διαφορές του
με τη «Δεξιά». Το ίδιο επιζητεί και ο κ. Κουβέλης, προκειμένου να
παγιώσει τη ΔΗΜΑΡ ως τη νέα και σύγχρονη έκφραση της ελληνικής
Αριστεράς.

Το επικίνδυνο είναι πως ο στόχος μακροημέρευσης και κάποιας
-μερικής έστω- επιτυχίας των τριών συγκυβερνώντων έρχεται σε πλήρη
αντίθεση με τις «άμεσες» επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ, της Χρυσής Αυγής
και των ΑΝΕΛ, με εξαίρεση το σταθερό και υπομονετικό στη στρατηγική
του ΚΚΕ. Ο ψηφοφόρος, λοιπόν, καλείται να κρίνει την
«αντιμνημονιακή συστράτευση» των τριών βουλιμιώντων για την εξουσία
κομμάτων της αντιπολίτευσης, παραβλέποντας τις χαώδεις διαφορές
τους και να τα καταστήσει πλειοψηφική δύναμη (!). Ας προστεθεί,
τέλος, πως από τους τρεις κυβερνητικούς μνηστήρες οι κ.
Μιχαλολιάκος και Καμμένος δείχνουν, μέχρι στιγμής, παντελώς
απροσάρμοστοι στα νέα δεδομένα. Αντιθέτως, ο κ. Τσίπρας πασχίζει να
πείσει για τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ, από δύναμη ανατροπής και
κατεδάφισης, σε κόμμα «συνετής διαχείρισης» της κρίσης. Αν, όμως,
στη σύγκρουση που αρχίζει, εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα, το
πιθανότερο είναι να αντιληφθεί το εξής: Πως η αλλαγή του ΣΥΡΙΖΑ δεν
συντελείται «μέσω» Λατινικής Αμερικής, Γερμανίας και ΗΠΑ. Απαιτεί
τη μετεξέλιξη π.χ. του «αναρχοεπαναστάτη» κ. Βασίλη Διαμαντόπουλου,
της εν παντί ενισταμένης κ. Ζωής Κωνσταντοπούλου και γενικώς τη
μεταλλαγή των αυτόνομων ντελάληδων των «συνιστωσών» σε ενιαία
πολιτική χορωδία… Και αυτό είναι το δυσκολότερο για τον κ.
Τσίπρα.