ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπόθεση Σνόουντεν και προσωπικά δεδομένα

Στον μυθιστορηματικού ενδιαφέροντος βίο και πολιτεία του Εντουαρντ Σνόουντεν, από τις 2 Σεπτεμβρίου προστέθηκε ένα καινούργιο κεφάλαιο – σημαντικό, όσο και μάλλον αναπάντεχο: η απόφαση που εξέδωσε ομοσπονδιακό δευτεροβάθμιο δικαστήριο με κύριο αντικείμενο την υπόθεση τεσσάρων κατηγορουμένων για συνδρομή σε τρομοκρατική οργάνωση και παρεμπίπτουσες κρίσεις για το πρόγραμμα παρακολουθήσεων που είχε καταγγείλει ο Σνόουντεν. Η πρωτόδικη καταδίκη των τεσσάρων, το 2013, στηρίχθηκε κυρίως σε αποδεικτικό υλικό που εισέφερε η κατηγορούσα αρχή, αντλώντας το κατά βάση από καταγραφές τηλεφωνικών παρακολουθήσεων της National Security Agency (NSA – η αμερικανική Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας). Στην πρόσφατη απόφασή του, ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατ’ αρχάς, το επίμαχο πρόγραμμα μαζικών παρακολουθήσεων, στο πλαίσιο του οποίου συνελέγησαν δεδομένα από τηλεφωνικές επικοινωνίες εκατομμυρίων Αμερικανών, εγείρει ζητήματα νομιμότητας, ενώ «ενδέχεται να έχει παραβιάσει την τέταρτη τροπολογία» του αμερικανικού Συντάγματος. Το δικαστήριο, παρά ταύτα, έκρινε ακολούθως ότι η επιρροή των παράνομων συνομιλιών, που αξιοποιήθηκαν στο πλαίσιο της εισαγωγικής δίκης, δεν υπήρξε ουσιώδης ως προς τη διαμόρφωση της πρωτόδικης κρίσης και την ετυμηγορία των δικαστών. 

Το ενδιαφέρον της τελευταίας απόφασης  συνδέεται κυρίως με τη διελκυστίνδα μεταξύ προστασίας της ιδιωτικότητας και της ασφάλειας. Το πρόγραμμα, του οποίου η νομιμότητα αμφισβητήθηκε από το αμερικανικό ομοσπονδιακό δικαστήριο, είχε υιοθετηθεί κατ’ εξουσιοδότηση ειδικής διάταξης του περίφημου Patriot Act (section 215) και αφορούσε τη συλλογή επικοινωνιακών μεταδεδομένων – όχι, δηλαδή, του περιεχομένου αυτού καθεαυτό της τηλεφωνικής συνομιλίας, αλλά δεδομένων σχετιζόμενων με την επικοινωνία. Ως καταστατικός και ρητώς εκπεφρασμένος στόχος του αμφιλεγόμενου αυτού προγράμματος υπήρξε, κατά τους κυβερνητικούς επισπεύδοντες, η αντιμετώπιση της παρατεταμένης απειλής τρομοκρατικών επιθέσεων.

Οι αποκαλύψεις πριν από επτά χρόνια του Σνόουντεν –συνεργαζόμενου εκείνη την περίοδο με την NSA– για την ευαλωτότητα του συστήματος μαζικών παρακολουθήσεων υπήρξαν η αφετηρία των εν εξελίξει περιπετειών του. Ο Σνόουντεν, διαθέτοντας εκ θέσεως ειδική γνώση και αξιόπιστη εσωτερική πληροφόρηση, δεν πείστηκε από τις καταστατικές προδιαγραφές του συστήματος. Τουναντίον, αμφισβήτησε τον αποκλειστικό προορισμό του προγράμματος ως υπερόπλου για την ασύμμετρη μάχη κατά της τρομοκρατίας, ενώ διέβλεψε πίσω από τις σχετικές διαβεβαιώσεις των υψηλόβαθμων αρμοδίων την αναζήτηση του πανοπτικού κράτους για ευπρόσωπα προσχήματα και πειστικά άλλοθι. Η σώρευση δεδομένων από τις υπηρεσίες του σκληρού κυβερνητικού πυρήνα ως προϊόντος μαζικών τηλεφωνικών παρακολουθήσεων εκατομμυρίων πολιτών και η διαμόρφωση μιας ογκώδους βάσης δεδομένων, χωρίς τις ελάχιστες εγγυητικές προϋποθέσεις σε σχέση με τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας, όφειλε κατά τον Σνόουντεν να συνεγείρει τις δημοκρατικές συνειδήσεις των πολιτών. Η συνέχεια είναι γνωστή: η διαρροή αυτών των αρχείων στον Guardian, στη Washington Post και αλλού επέσυραν κατηγορίες κατασκοπείας ες βάρος του, ενώ αυτός έχει, στο μεταξύ, λάβει πολιτικό άσυλο στη Ρωσία. Η υψηλού ενδιαφέροντος σημειολογία της πρόσφατης απόφασης συνδέεται ακριβώς με το γεγονός ότι πρόκειται για τη δεύτερη φορά που η νομολογία των αμερικανικών δικαστηρίων αναγνωρίζει την ανακολουθία των δηλωμένων στόχων του προγράμματος «μαζικής επιτήρησης» σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς επίσης και το δυσανάλογο μέτρο της επέμβασης στο δικαίωμα της ιδιωτικότητας. 

Στην εγχώρια κοινότητα των Αμερικανών «δικαιωματιστών» και παρά τη σημαντική χρονοκαθυστέρηση, η απόφαση του ομοσπονδιακού εφετείου χαιρετίστηκε ως νίκη και κατάφαση της ανάγκης για προστασία του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Ο Σνόουντεν δήλωσε ότι επτά χρόνια πριν, και ενώ διωκόταν ως εγκληματίας, αδυνατούσε απολύτως να φανταστεί ότι θα έφτανε κάποτε η ώρα που το δικαστήριο θα αναγνώριζε τον μη σύννομο χαρακτήρα των επίμαχων προγραμμάτων παρακολούθησης.

Το ευαίσθητο ζήτημα των κινδύνων που εγκυμονούν οι «μαζικές ή χωρικές άρσεις του απορρήτου» έχει απασχολήσει επίσης τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Δεδομένου ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων τέτοιες γενικευμένες άρσεις ενεργοποιούνται κατ’ επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας ή για τη διακρίβωση εγκλημάτων βαριάς παραβατικότητας, η στάθμιση δεν είναι ποτέ εύκολη. Η πρόσφατη απόφαση του ομοσπονδιακού δικαστηρίου αναδεικνύει σύγκλιση των κριτηρίων στάθμισης και επιβεβαιώνει –τουλάχιστον επί του πεδίου– έναν σημαντικό, κοινό αξιακό παρονομαστή. Οι διευρυμένες καταγραφές τηλεφωνικών επικοινωνιών, ακόμη κι όταν ο έτερος όρος στάθμισης είναι η «salus patriae» –κατ’ εξοχήν, ευρύχωρη, εξωνομική έννοια–, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με περίσκεψη και σκεπτικισμό.

Με άλλα λόγια, η απόρριψη αντανακλαστικών λύσεων και πατριωτικού αυτοματισμού σε ψευδοδιλήμματα που αντιπαραθέτουν τον νόμο προς υπέρτερες σωτηριολογικές ανάγκες προσμετρείται πάντα ως νίκη για τη δημοκρατία. Εξάλλου, σε σχέση με το αληθώς «εθνικόν», είναι γεγονός ότι το σολωμικό μέτρο δεν ξεπεράστηκε ποτέ ως κριτήριο. Κάθε άλλη προσέγγιση –γενικευτική και συνοπτικώς διατυπωμένη– είναι εξ ορισμού και a priori ύποπτη ως προς την οριοθέτηση των δικαιωμάτων. Ως τέτοια δε, οπωσδήποτε ελεγκτέα.

* Δικηγόρος, μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών.