ΑΠΟΨΕΙΣ

Καταυλισμός Μόριας: Ευπρόσδεκτη πυρπόληση

Tο πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί πυρπολήθηκε η Μόρια, αλλά γιατί καθυστέρησε να συμβεί. Στις συνθήκες χοιροστασίου του καταυλισμού δεν ζούσαν αριθμοί, ούτε «ροές», ούτε ζώα, αλλά ένσαρκοι άνθρωποι – με αγωνία, αβεβαιότητα, πόνο, όνειρα, συμφέροντα και ελλειμματική επικοινωνία. (Φωτ. INTIME NEWS)

Η πυρπόληση του καταυλισμού της Μόριας συνιστά ένα παράδοξο: μια παραβατική πράξη παρήγαγε ένα χαρμόσυνο αποτέλεσμα! Δεν είναι η πρώτη φορά, βέβαια. Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια.

Ο καταυλισμός φιλοξενίας 13.000 ατόμων έμοιαζε περισσότερο με στάβλο ζώων παρά με καταφύγιο ανθρώπων. Ηταν η ντροπή που απωθούσαμε. Τις άθλιες συνθήκες τις ξέραμε όλοι (κι εμείς και οι Ευρωπαίοι), αλλά αποτελεσματική δράση δεν αναλαμβάναμε. Γιατί; Μετά την πυρπόληση, όλοι κινητοποιήθηκαν. Γιατί;

Να τα πάρουμε με τη σειρά. Γιατί ενώ εντοπίζεται ένα καυτό πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται έγκαιρα και ορθολογικά; Διότι οι διαχειριστές του προβλήματος δεν επέδειξαν το ηγετικό σθένος που απαιτούνταν. Επιπλέον, οι υφιστάμενοι το πρόβλημα (οι πρόσφυγες και μετανάστες) ήταν πολύ αδύναμοι για να ακουστούν. Εγιναν αντιληπτοί με τον μόνο τρόπο που διέθεταν – μέσα από μια θεαματική πράξη βίας.

Οι άμεσοι διαχειριστές του προβλήματος ήταν οι ελληνικές αρχές – η κεντρική κυβέρνηση και η Τοπική Αυτοδιοίκηση της Λέσβου. Η συνεννόησή τους ήταν δύσκολη έως αδύνατη. Διόλου περίεργο, βέβαια, στο μέτρο που αντανακλά την ευρύτερη ελληνική κουλτούρα δυσπιστίας και απουσίας συνεργατικού ήθους. Σε ό,τι κάνουμε, δύσκολα ξεφεύγουμε από τους δαίμονες της ιστορικότητάς μας: την άμετρη σύγκρουση, τον τοπικισμό, και τη μειωμένη αίσθηση του κοινού καλού.

Οι τοπικοί ηγέτες έχουν μάθει να ακολουθούν τον λαϊκιστικό συρμό, εφόσον αυτή η τακτική μεγιστοποιεί τα βραχυχρόνια πολιτικά οφέλη τους. Δεν αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ηγετικά-παιδαγωγικά, αλλά διαμεσολαβητικά: να μεταφέρουν απλώς τα τοπικά αιτήματα στην κεντρική εξουσία. (Η περίπτωση Μουτζούρη είναι χαρακτηριστική. Σε όλο του τον δημόσιο βίο, πρώτα ως πρύτανης του ΕΜΠ και τώρα ως περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου, καλλιέργησε τη δεξιότητα του ισορροπιστή: συντάσσεται με την εκάστοτε κυρίαρχη αντίληψη. Το ρήμα «ηγούμαι» το αγνοεί).

Αναποφασιστικότητα

Η κυβέρνηση επέδειξε αναποφασιστικότητα όταν ανέβαλε την υλοποίηση των σχεδίων κατασκευής κλειστών δομών φιλοξενίας στα νησιά, στις αρχές του 2020. Οι ντόπιοι δεν ήθελαν, και εξακολουθούν να μη θέλουν, «καμία δομή στη Λέσβο». Σε κάθε έκκληση της κυβέρνησης για συνεργασία απαντούσαν αρνητικά. «Να φύγουν όλοι σήμερα», ήταν η ανεδαφική θέση του δημάρχου Μυτιλήνης.

Από τη σκοπιά των τοπικών αρχών, η πυρπόληση ήταν ένα ευπρόσδεκτο συμβάν: «έβαλε το πρόβλημα σε μηδενική βάση», δήλωσε ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Μυτιλήνης («Καθημερινή», 12/9/20). Ιδού μια απροσδόκητη ομολογία κινήτρου για εμπρησμό, κύριοι της Αστυνομίας!

Βαθμιαία, το χρονίζον πρόβλημα μεταλλάχθηκε. Στο πρωτογενές πρόβλημα (τεχνική διαχείριση μεταναστευτικών ροών) προστέθηκε ένα δευτερογενές: η πολιτική διαχείριση των αντιδράσεων στη διαχείριση του πρωτογενούς προβλήματος. Το αδιέξοδο εντάθηκε. Οι Λέσβιοι και οι λοιποί νησιώτες επωμίστηκαν ένα πρόβλημα που διογκωνόταν. Με την πάροδο του χρόνου εξουθενώθηκαν – οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά. Ενιωθαν ότι ήταν μόνοι· έγιναν όλο και περισσότερο αδιάλλακτοι στον τοπικισμό τους.
Τοπικές Αυτοδιοικήσεις της ενδοχώρας, στις οποίες προτάθηκε να σταλούν πρόσφυγες για να αποσυμφορηθούν τα νησιά, αντέδρασαν με σφοδρότητα: όχι στην αυλή μας. Οι δικαιολογίες ήταν από γελοίες έως κρυπτο-ρατσιστικές και, για όποιον έχει τέτοιες ευαισθησίες, βαθιά αντιχριστιανικές. Ηταν μια περίπτωση λαθρεπιβασίας (fee riding) σε εθνικό επίπεδο Είχαμε την αξίωση ως Ελλάδα να μοιραστούν οι Ευρωπαίοι εταίροι το βάρος του προσφυγικού-μεταναστευτικού όταν δεν θέλαμε να το μοιραστούμε δίκαια μεταξύ μας! Αποτέλεσμα; Αναβλητικότητα, τέλμα.

Η ζωή των τροφίμων της Μόριας, όμως, δεν αναβαλλόταν. Κάθε μέρα έπρεπε να ζουν σαν τα ζώα. Τα επεισόδια, η παραβατικότητα, και οι μκροκαταστροφές ήταν συχνά φαινόμενα, αλλά δεν τους δίνονταν μεγάλη πολιτική σημασία. Το περιέγραψε διεισδυτικά ο Μιχάλης Τσιντσίνης («Καθημερινή», 10/09/20): «μεθοριακός και άρα αθέατος από κρίσιμες εκλογικές μάζες, ο καταυλισμός ήταν πολιτικά βολικός […]. Κρατούσε το πρόβλημα γκετοποιημένο, μακριά. Και στο μυαλό ορισμένων λειτουργούσε de facto ως σκιάχτρο για επίδοξους πρόσφυγες. Ιδού τι σας περιμένει, αν έρθετε».

Τυχαίος σπινθήρας

Η οργή κάποτε ξεχείλισε. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί πυρπολήθηκε η Μόρια, αλλά γιατί καθυστέρησε να συμβεί. Στις συνθήκες χοιροστασίου του καταυλισμού δεν ζούσαν αριθμοί, ούτε «ροές», ούτε ζώα, αλλά ένσαρκοι άνθρωποι – με αγωνία, αβεβαιότητα, πόνο, όνειρα, συμφέροντα, και ελλειμματική επικοινωνία (έχετε σκεφτεί πόσο δύσκολη ήταν η συνεννόηση στη γλωσσική Βαβέλ του καταυλισμού;). Οπως συμβαίνει συνήθως, ο σπινθήρας της έκρηξης ήταν τυχαίος: η απόφαση να μπουν σε καραντίνα 35 τρόφιμοι, θετικοί στον κορωνοϊό, πυροδότησε βίαιες αντιδράσεις.

Το εξαθλιωμένο πλήθος που βιώνει το πρόβλημα δεν διαθέτει την ήρεμη ορθολογικότητα ή τη φορμαλιστική αυστηρότητα αυτών που αποφασίζουν, χωρίς βιωματική εμπλοκή, για το πρόβλημα. Οργίζεται και βιαιοπραγεί. Η βία που ξεπηδά από την οργή, παρατηρεί η μεγάλη φιλόσοφος Χάνα Αρεντ, είναι όχι μόνο κατανοητή αλλά ηθικά δικαιολογημένη. Το γεγονός ότι ζεις σαν ζώο δεν σημαίνει ότι έγινες ζώο.

Η οργή, λέει η Αρεντ, προκύπτει από τη διαπίστωση ότι οι συνθήκες θα μπορούσαν να είναι διαφορετικές αλλά δεν είναι. Οι λήπτες αποφάσεων δεν έχουν την αίσθηση του επείγοντος, δεν μετέχουν στον πόνο των επηρεαζομένων, αναβάλλουν την αλλαγή. Η προσφυγή στη βία παράγει, συνήθως, άμεσα αποτελέσματα. «Υπό ορισμένες συνθήκες, η βία είναι ο μόνος τρόπος να επαναφέρεις την ισορροπία στη ζυγαριά», σημειώνει η φιλόσοφος. Γιατί; Διότι στην έπαρση της υποκρισίας και των κούφιων λόγων δεν μπορεί να αντιταχθεί λογική (reasonable) συμπεριφορά. Οταν ο λόγος καθίσταται προσχηματικός, ο αντί-λογος στερείται δραστικότητας. «Η βία δραματοποιεί παράπονα και τα θέτει στη δημόσια προσοχή». Η βία δεν είναι ορθολογική όταν παύει να συνιστά πρόσκαιρη «αντί-δραση» αλλά διαρκεί και γίνεται αυτοσκοπός.

Είδατε την κινητικότητα που προέκυψε μετά την πυρπόληση της Μόριας; Ολοι ξαφνικά εκτινάχθηκαν από το τέλμα. Τώρα μιλάνε για μικρότερες, πιο ανθρώπινες δομές. Εκατοντάδες ασυνόδευτα παιδιά μεταφέρθηκαν σε δομές της Θεσσαλονίκης. Η Γερμανία θα δεχθεί 1.500 πρόσφυγες. Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι η καταστροφή της Μόριας είναι «ευκαιρία». Η Ε.Ε. ανακοίνωσε ένα νέο σχέδιο για την πανευρωπαϊκή αντιμετώπιση του μεταναστευτικού.

Ναι, η πυρπόληση της Μόριας είναι ό,τι καλύτερο της συνέβη.
 
* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.