ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

diataseis

Κάτι σαν υπεραισιοδοξία

Υπάρχει μία ευρέως διαδεδομένη εντύπωση, που ακροβατεί ανάμεσα στον ρομαντισμό των συνθημάτων και το επιδεικτικό επαναστατικό πάθος, πως η περίφημη δίκη της Χρυσής Αυγής ήρθε να κλείσει το σκοτεινό κεφάλαιο του νεοναζιστικού μορφώματος σαν θεϊκή δύναμη δικαίου. Πολύς κόσμος συμπεριφέρεται λες και ο φασιστικός ζόφος έφτασε πια σε ένα λυτρωτικό τέλος, πάνω στο οποίο θα χορέψουμε όλοι μαζί θριαμβευτικά, λαβωμένοι μα εξαγνισμένοι. Αυτή είναι μία πολύ όμορφη σκέψη μέσα στον ιδεαλισμό της, όμως τυχαίνει να είναι ένα ψέμα. Και όποιος την υιοθετεί ως άποψη, ή πολύ πονηρός είναι ή δεν έχει καταλάβει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια.

Καλό είναι να θυμόμαστε

Τα μέλη της Χρυσής Αυγής δεν έκρυψαν ποτέ με ιδιαίτερη επιμέλεια τις φασιστικές καταβολές τους και το σκοταδιστικό όραμά τους. Από τις ατελείωτες μισαλλόδοξες ρητορείες, μέχρι τα τηλεοπτικά χαστούκια, ήταν προφανές εξαρχής με ποιους είχαμε να κάνουμε. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι ισχυρισμοί περί «ξεπλύματος» της Χρυσής Αυγής από τα μέσα ήταν πάντα ανακριβείς. Επειδή η Χρυσή Αυγή δεν είχε ανάγκη το ξέπλυμα στρατηγικά, και δεν το επιθυμούσε καθόλου επικοινωνιακά. Δεν τη συνέφερε. Το ξέπλυμα σε κάνει χαριτωμένο, αμβλύνει τις γωνίες σου και θεμελιώνει όρους καλής συνεργασίας με θεσμούς και εξουσίες. Η Χρυσή Αυγή επεδίωκε το ακριβώς αντίθετο. Να φαίνεται αντισυστημική και να λογίζεται ως αιρετική δύναμη. Ο λόγος που έγινε ισχυρή, ήταν ακριβώς το ότι μοσχοπούλησε τη βία ωμά και απροκάλυπτα σε ένα κοινό που εκτίμησε τη χυδαιότητα γι’ αυτό ακριβώς που ήταν.

Δίκη, όχι πανάκεια

Η Χρυσή Αυγή είναι ακόμα τόσο επικίνδυνη όσο μεγάλο είναι το πλήθος που συμφωνεί με τα κηρύγματά της. Τα εγκλήματα των μελών της, λοιπόν, δεν πρέπει να εξετάζονται από την κοινή γνώμη απλώς ως εγκληματικές πράξεις, αλλά ως εγκληματικές πράξεις ενταγμένες σε ένα πλαίσιο στήριξης και προστασίας, θεσμικό και λαϊκό. Τα μέλη της έκαναν ό,τι έκαναν με την ασφάλεια που τους παρείχε το κοινοβουλευτικό προνόμιο αλλά και η μεγάλη μερίδα κόσμου που διψούσε για ανομία και αίμα. Υπ’ αυτήν την έννοια, το εκτόπισμα της Χρυσής Αυγής δεν είναι μόνο θέμα έκβασης μιας δίκης. Είναι θέμα κοινωνικού ερείσματος. Ποιοι τη στήριξαν με την ψήφο τους, με την ανοχή τους, με την άτυπη συνεργασία τους; Αυτοί είναι που την κρατούν ακόμη ζωντανή ως ξενιστές, ακόμη και σε λανθάνουσα μορφή.

Τα ορφανά του Χάρου 

Γίνεται σαφές κάπως έτσι, ότι όποιος θέλει να αναλύσει τη Χρυσή Αυγή σε βάθος, πρέπει να το κάνει στην κοινωνική της βάση. Οι κράχτες νεοναζί, όσοι τιμωρήθηκαν κι όσοι ακόμα κυκλοφορούν ελεύθεροι, δεν θα ήταν τίποτα χωρίς εκείνους που τους νομιμοποίησαν ιδεολογικά και πολιτικά. Ποιος είναι έτοιμος λοιπόν να αποδώσει ευθύνες στον κόσμο; Το βροντερό σύνθημα «Δεν είναι αθώοι» περιέχει μία προφανή αλήθεια, αλλά και μια αφέλεια. Γιατί λαμβάνει υπ’ όψιν την ποινικώς κολάσιμη βία, αλλά παραλείπει να στοχαστεί πάνω στο πλαίσιό της. Βέβαια, αν περιείχε στοχασμό, δεν θα ήταν σύνθημα. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ψήφοι υπέρ της Χρυσής Αυγής δεν προήλθαν όλες από ξυρισμένα κεφάλια με το περιεχόμενό τους δογματικά ταγμένο στο μίσος. Προήλθαν και από ανθρώπους που με το θράσος της ανεπίγνωστης ευήθειας ονειρεύτηκαν στη βία τη λύση των προβλημάτων τους. Οι άνθρωποι αυτοί δεν προέκυψαν με τη Χρυσή Αυγή ούτε εξαϋλώθηκαν όταν η Χρυσή Αυγή κατακρημνίστηκε. Υπήρχαν και προηγουμένως, θα υπάρχουν και στο μέλλον. Εχουν ξαναψηφίσει και θα ξαναψηφίσουν. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας με την ικανότητά τους να πράττουν το κακό, αμείωτη. Αναπόφευκτα, θα πρέπει να προχωρήσουμε μαζί τους. Και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μη μείνουν ίδιοι.

Η εθνική αδράνεια

Η τιμωρία των εγκληματιών είναι ένα νομικό ζητούμενο. Ομως η εξάλειψη των ηθικών σπόρων τους είναι το κοινωνικό ζητούμενο, και γι’ αυτό υπεύθυνο είναι σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Η Χρυσή Αυγή κατέπεσε γιατί υπερεκτίμησε τις δυνάμεις της και εκτέθηκε, κατέστη ανεπίκαιρη, έφαγε τα ψωμιά της ως προϊόν και ξεπεράστηκε όπως συμβαίνει συνήθως με τα ακροδεξιά πυροτεχνήματα. Η δράση της όμως δεν αποδομήθηκε, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις δεν αντιμετώπισαν ακόμα τα προβλήματα που την τροφοδότησαν. Επρεπε να πεθάνουν αθώοι και μόνο για να αρθεί ο εφησυχασμός. Επιπλέον, κανείς πλην ελάχιστων δεν ασχολήθηκε επισταμένως με την ποιότητα της εγχώριας πολιτικής κουλτούρας. Ο λαϊκισμός, η ψευδολογία και η παραπλάνηση, όλα τους όπλα που η Χρυσή Αυγή αξιοποίησε μέχρι τέλους, είναι ακόμη αποδεκτά πολιτικά εργαλεία κι επειδή οι πολιτικοί αρνούνται να τα απορρίψουν, η κοινωνία εξακολουθεί να τα αποδέχεται. Η Χρυσή Αυγή εκμεταλλεύθηκε με δολοφονικό τρόπο προϋπάρχουσες παθογένειες, όμως είναι λάθος να πιστέψουμε ότι θα τις πάρει μαζί της στον τάφο.
 
Τα δικαστικά δράματα τελειώνουν, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Και χρειάζεται εκπαίδευση στο καλό, ανθρώπους αποφασισμένους να βελτιωθούν και να βελτιώσουν. Το κενό που άφησε η Χρυσή Αυγή στην πολιτική αγορά πρέπει να γεμίσει με κατανόηση και γνώση, και να κλείσει για πάντα. Διαφορετικά, όχι πολύ μακριά από τώρα, κάποιος άλλος θα το εκμεταλλευθεί με ίδιο ή χειρότερο τρόπο.