Το πάρτι του 2024 και οι αντοχές μας

Το πάρτι του 2024 και οι αντοχές μας

6' 18" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Τον περασμένο Απρίλιο, εν μέσω καραντίνας, σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις σχεδόν το 70% των Ελλήνων πίστευαν πως θα επανέλθουμε “σε μια κανονική καθημερινότητα” μέχρι το Σεπτέμβριο. Του 2020. Όταν επαναλήφθηκε η ίδια ερώτηση στην επόμενη έρευνα, το Σεπτέμβριο του 2020, οι απαντήσεις ήταν πολύ διαφορετικές: το 56% πλέον θεωρούν ότι η “κανονική καθημερινότητα” θα επανέλθει μετά τα μέσα του 2021. Οι απαντήσεις και στις δύο περιπτώσεις δεν βασίζονται σε τίποτε περισσότερο από μια γενική αίσθηση αναμεμειγμένη με μια ψυχολογική άμυνα μεταμφιεσμένη σε αισιοδοξία.

Σε αυτό το κείμενο θα σας προτείνω να υποθέσετε ότι η πανδημία του νέου κορωνοϊού θα τελειώσει το 2024. Ότι δηλαδή μέχρι τότε θα σερνόμαστε στην αβεβαιότητα και το φόβο, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Το νούμερο δεν είναι εντελώς αυθαίρετο, και η άσκηση αυτή νομίζω ότι θα είναι χρήσιμη για πολλούς, καθώς πολλοί φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν ακόμη την πανδημία και τις συνέπειες της με λάθος τρόπο. Θα σας εξηγήσω τι εννοώ αμέσως.

Το πρόσφατο ρεπορτάζ αυτής της εφημερίδας για την κρίση στους κινηματογράφους εν μέσω πανδημίας ήταν αποκαλυπτικό. Περίγραψε τη δραματική κατάσταση του συγκεκριμένου κλάδου που, από τότε που άνοιξε, μετά την καραντίνα, λειτουργεί, λέει, “με έξι θεατές ανά αίθουσα” κατά μέσο όρο. Το πραγματικά ενδιαφέρον σημείο, όμως, είναι εκεί που οι επιχειρηματίες αναφέρουν τις αιτίες της κρίσης στον κλάδο τους.

“Τα σινεμά στοχοποιήθηκαν από τον ΕΟΔΥ”, λέει ο ένας. “Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει απώλεια προϊόντος”, λέει η άλλη, εννοώντας ότι φταίει το ότι δεν υπάρχουν αρκετές καλές ταινίες.

Φυσικά, κάνουν λάθος.

Όπως γράφεται ήδη εκτενώς και διεθνώς, για την οικονομική κατάρρευση που ζούμε δεν φταίνε τα lockdowns και τα επιμέρους μέτρα, αλλά η κατάρρευση της ζήτησης. Χώρες που δεν έκαναν ποτέ lockdown βλέπουν τις οικονομίες τους να καταρρέουν όσο και αυτές που έκαναν. Στις ΗΠΑ πολύ περισσότερα γυμναστήρια, εστιατόρια και σινεμά κλείνουν τώρα, μετά το άνοιγμα, παρά μέσα στο lockdown καθώς έγινε σαφές ότι ακόμα και όταν ανοίγουν, ο κόσμος δεν έρχεται. Εδώ στην Ελλάδα αισιόδοξοι άνθρωποι της τουριστικής αγοράς περίμεναν να έρθει το 50% των περυσινών επισκεπτών -άλλοι, πιο ρεαλιστές, περίμεναν το 30%. Ήρθε το 10%. Ο κόσμος δεν πάει σινεμά όχι εξαιτίας του ΕΟΔΥ ή επειδή δεν έχει πολλές ταινίες, αλλά επειδή πολλοί περισσότεροι από ότι θα φανταζόταν ένας ιδιοκτήτης αίθουσας σήμερα φοβούνται να κλειστούν για δύο ώρες σε κλειστό χώρο με ξένους.

Στην τελευταία έρευνα της διαΝΕΟσις, το 63% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι τρώνε πιο σπάνια έξω -και μάλιστα στα μέσα Σεπτεμβρίου, όσο ο καιρός ήταν πολύ καλός- και 54,3% ότι ψωνίζουν σπανιότερα από εμπορικά καταστήματα. Είναι ιλιγγιώδη νούμερα αυτά -και είναι νούμερα που πολλοί επιχειρηματίες αδυνατούν προς το παρόν να τα χωνέψουν, ή να συνειδητοποιήσουν τι σημαίνουν. Κι αυτό δεν αφορά μόνο επιχειρηματίες. Αφορά τους πάντες, που οργανώνουν γάμους και τραπέζια και συνάξεις και εκδηλώσεις και μετά απορούν που οι μισοί δεν ήρθαν. ένα φαινόμενο εντελώς παράλογο και απολύτως ανθρώπινο.

Ο καθένας μας ζει και δραστηριοποιείται σε ένα χώρο. Ξέρει κάτι, μια τέχνη, μια δουλειά, ασχολείται με μια αγορά, με ένα αντικείμενο. Αυτό είναι ο κόσμος μας, το πράγμα που ξέρουμε καλά και το πράγμα που έχουμε ανάγκη να κάνουμε για να ζήσουμε και να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Κι αφού το κέντρο του κόσμου μας είναι ο εαυτός μας, ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι η τέχνη μας και η δουλειά μας παίζει σημαντικό ρόλο στον κόσμο και των άλλων. Ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου που υπέφερε όσο το σινεμά του ήταν κλειστό, θεωρεί ότι μόλις τον αφήσουν να το ανοίξει, θα το δει να πλημμυρίζει με θεατές που υποφέρουν όσο αυτός. Μα δεν υποφέρουν όσο αυτός. Ή μάλλον, υποφέρουν όσο αυτός, αλλά για εντελώς διαφορετικά πράγματα -υποφέρουν αναλογικά ελάχιστα από το ότι το σινεμά του ήταν κλειστό. Ο καθένας μας έχει τα δικά του θέματα μέσα σε μια παγκόσμια πανδημία, και ο ιδιοκτήτης του σινεμά μπορεί να μην καταλαβαίνει γιατί το σινεμά του δεν γεμίζει ούτε στο 30% που τον αφήνουν, αλλά την ίδια στιγμή και ο ίδιος δεν πηγαίνει για φαγητό έξω, δεν πηγαίνει στο θέατρο και δεν ψωνίζει στα μαγαζιά όπως παλιά, πράγμα που με την σειρά τους δεν καταλαβαίνουν οι ιδιοκτήτες εστιατορίων, θεάτρων και καταστημάτων, οι οποίοι αρνούνται να πάνε να κλειστούν στο σινεμά.

Είναι λοιπόν σαφές ότι πολλοί από εμάς ακόμα δεν καταλαβαίνουν τι είναι αυτό που μας συμβαίνει. Για την κρίση δεν φταίνε τα lockdown και τα μέτρα, αλλά ο φόβος απέναντι σε έναν πραγματικό και παγκόσμιο κινδυνο. Οι μισοί Έλληνες σήμερα δηλώνουν ότι “φοβούνται τους συνανθρώπους τους”. Το 67% φοβούνται ότι φίλοι και συγγενείς τους κινδυνεύουν από τον κορωνοϊό. Η κρίση δεν θα τελειώσει όταν ανοίξουν τα μαγαζιά, τα θέατρα και τα εστιατόρια, αλλά όταν ο κόσμος σταματήσει να φοβάται.

Οπότε εγώ έρχομαι να σας κάνω μια πρόταση, η οποία δεν απευθύνεται μόνο στους επιχειρηματίες, αλλά σε όλους:

Να θεωρήσετε ότι η πανδημία του νέου κορωνοϊού θα τελειώσει το 2024.

Να θεωρήσετε ότι μόνο από τότε και μετά θα μπορούμε όλοι εντελώς άφοβα να χαζεύουμε στα μαγαζιά, να μπαίνουμε στα αεροπλάνα, να φιλιόμαστε σταυρωτά με ξένους, να πηγαίνουμε σε συνέδρια με χιλιάδες καλεσμένους, να χρησιμοποιούμε άφοβα τα μέσα μαζικής μεταφοράς και να καθόμαστε να δούμε ταινίες δίπλα σε ξένους που βήχουν.

Το νούμερο δεν το έβγαλα από το μυαλό μου. Κάπως έτσι το προβλέπει ο καθηγητής του Yale Νικόλας Χρηστάκης σε άρθρο του στη Wall Street Journal και στο νέο του βιβλίο. Μεταξύ άλλων, τα βάζει κάτω και υπολογίζει πόσο θα κρατήσουν όλα τα επόμενα στάδια της πανδημίας, πότε μπορεί να φτιαχτεί ασφαλές εμβόλιο, πόσο αποτελεσματικό θα είναι, πόσο καιρό θα πάρει η παρασκευή του σε πρωτοφανείς ποσότητες, πόσο καιρό θα χρειαστεί στην πράξη για να εμβολιαστεί μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού, τι θα σημαίνει το ότι κάποιες χώρες θα καθυστερήσουν πολύ να αποκτήσουν πρόσβαση, για πόσα χρόνια θα συνεχίσουν να είναι απαραίτητα κάποια μέτρα, και καταλήγει λίγο-πολύ στο ότι μετά το 2022 θα αρχίσει να εξαφανίζεται ο ιός από κάποιες πλούσιες κοινωνίες, και ότι θα τον έχουμε εξαφανίσει εντελώς μέχρι το 2024, καλώς εχόντων των πραγμάτων. Τότε θα πάψει ο φόβος να αποτελεί μέρος της καθημερινής μας συμπεριφοράς.  

Οπότε εγώ σήμερα σας προτείνω να θεωρήσετε ένα τέτοιο σενάριο ως δεδομένο. Όχι ότι είναι απόλυτη βεβαιότητα (μπορεί όντως να μεσολαβήσουν απροσδόκητα θαύματα και να ξεμπερδέψουμε νωρίτερα), αλλά νομίζω ότι αυτή είναι μια καλύτερη και πιο ρεαλιστική στρατηγική για να οργανώσουμε τις ζωές και τις δουλειές μας από αυτό που κάνουμε τώρα: το να περιμένουμε, δηλαδή χωρίς κανένα πλάνο, βασιζόμενοι αποκλειστικά σε παράλογες και ατεκμηρίωτες προβλέψεις ότι “κάτι θα γίνει” και “θα σταματήσει αυτό το πράγμα”, “μέχρι το καλοκαίρι” ή “μέχρι το τέλος του 2021”, οι οποίες δεν βασίζονται σε τίποτε άλλο πέραν του ότι αυτό θα θέλαμε και αυτό θα μας βόλευε.

Έστω λοιπόν ότι θα είμαστε πάλι ασφαλείς κι ελεύθεροι το 2024.

Τι σημαίνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο για τη ζωή σας και για τη δουλειά σας; Αν ισχύσει, τι πρέπει να κάνετε; Να κλείσετε το μαγαζί; Να αλλάξετε δουλειά; Πώς μπορείτε να προσαρμοστείτε σε μια τέτοια πραγματικότητα και στις δραματικές αλλαγές που θα έρθουν μέσα σε αυτά τα χρόνια του φόβου; 

Εσείς ξέρετε καλύτερα. Εγώ, το άλλο πράγμα που μπορώ να σας πω εδώ, είναι το εξής:

Ο Νικόλας Χρηστάκης γράφει επίσης ότι μετά από τις άλλες τεράστιες, αντίστοιχες θανατηφόρες πανδημίες του παρελθόντος που κράτησαν -όλες- πολλά χρόνια και κόστισαν πολύ, ακολούθησαν εξάρσεις εξωστρέφειας, κοινωνικοποίησης και οικονομικής ανάπτυξης. Ένα μεγάλο, παγκόσμιο πάρτι. Μετά από τη δική μας πανδημία, λέει, μπορεί να ακολουθήσουν τα δικά μας “roaring ‘20s”.

Οπότε αν κατορθώσουμε να σκαρώσουμε ο καθένας και η καθεμιά ένα πλάνο, αν αντέξουμε και φτάσουμε ως εκεί υγιείς, σώοι και ασφαλείς, έχουμε, τουλάχιστο, κάτι να περιμένουμε, κάπου να προσβλέπουμε.

Σε ένα πάρτι.

 

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή