ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύο διαμετρικά αντίθετες οικονομικές φιλοσοφίες

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Pew Research, η οικονομία παραμένει το πιο σημαντικό ζήτημα που κρίνει την ψήφο των Αμερικανών. Η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας αργοσβήνει καθώς τα μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης έχουν εκπνεύσει και η πτώση της θερμοκρασίας έχει οδηγήσει σε νέα έξαρση του κορωνοϊού.

Οι δύο προεδρικοί υποψήφιοι έχουν υιοθετήσει εντελώς διαφορετικά οικονομικά προγράμματα, που θα παίξουν ζωτικό ρόλο στην ανάκαμψη από την κρίση. Ο Τζο Μπάιντεν τάσσεται υπέρ της αύξησης της φορολογίας και των δημοσίων δαπανών. Θέλει να διατηρήσει τις φοροαπαλλαγές του 2017 για τη μεσαία τάξη αλλά να αυξήσει σημαντικά τους συντελεστές για τα εύπορα άτομα και τις επιχειρήσεις. Οι αυξήσεις αυτές θα χρηματοδοτήσουν εν μέρει την άνοδο των δαπανών κατά 7 τρισ. δολάρια στα επόμενα δέκα χρόνια, ειδικά στον τομέα της υγείας, με τη διεύρυνση της κάλυψης του Affordable Care Act (Obamacare).

Ο πρόεδρος Τραμπ θέλει να μειώσει τον φόρο επί των κεφαλαιακών κερδών στο 15%, αλλά πέραν αυτού δεν έχει διασαφηνίσει τη φορολογική του πολιτική: δεν ξέρουμε ποιους φόρους θέλει να μειώσει, ούτε κατά πόσο. Αν επανεκλεγεί, θα συνεχίσει να επιδιώκει την κατάργηση του Affordable Care Act και την επιβολή «ταβανιού» στις δαπάνες για το Medicaid (πρόγραμμα περίθαλψης για τους φτωχότερους Αμερικανούς).

Η πιο βαθιά διαφωνία αφορά την κλιματική πολιτική. Ο Τραμπ θα συνεχίσει να στηρίζει, με φορολογικά κίνητρα και πολιτική απορρύθμισης, τις εταιρείες υδρογονανθράκων. Ο Μπάιντεν θα περιόριζε το fracking, θα επέβαλλε πιο αυστηρά στάνταρ στις εκπομπές ρύπων των αυτοκινήτων και θα καταργούσε τις φοροαπαλλαγές των εταιρειών πετρελαίου και αερίου. Εχει θέσει στόχο τις μηδενικές καθαρές εκπομπές άνθρακα έως το 2050. Εχει προτείνει επίσης ένα πρόγραμμα πράσινων υποδομών για να θέσει τα θεμέλια μιας αειφόρου οικονομίας και να δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Αντιθέτως, στο εμπόριο, οι δύο υποψήφιοι δεν απέχουν πολύ. Ο Μπάιντεν δεν είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιήσει την πολιτική των δασμών για να πετύχει τους στόχους του, αλλά οι περισσότεροι υφιστάμενοι δασμοί θα παραμείνουν εν ισχύι, εκτός αν οι ΗΠΑ μπορέσουν να αποσπάσουν παραχωρήσεις. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος, επίσης, θα υιοθετούσε μια πιο πολυμερή προσέγγιση στις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Παρά τις διαφορές αυτές, οι στόχοι του «Make America Great Again» δεν διαφέρουν πολύ από τη στρατηγική «Buy American» του Μπάιντεν: στήριξη αμερικανικών εταιρειών, προστασία για τους «χαμένους» του διεθνούς εμπορίου και υπεράσπιση αμερικανικών συμφερόντων σε στρατηγικούς τομείς.

Τέλος, η οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσει όποιος εκλεγεί θα διαμορφωθεί και από το Κογκρέσο, άρα έχει μεγάλη σημασία ποιο κόμμα θα έχει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.
 
* Η κ. Μέγκαν Γκριν είναι senior fellow στη Σχολή Διακυβέρνησης J.F. Kennedy στο Πανεπιστήμιο του Harvard.